
Η Ευρώπη στον δρόμο της πολεμικής οικονομίας
Μέρος Β΄
Ποιος κερδίζει από τον φόβο του πολέμου;
Στο πρώτο μέρος της τριλογίας εξετάσαμε αν υπάρχουν επαρκή στοιχεία ότι η Ρωσία επιδιώκει έναν γενικευμένο πόλεμο με την Ευρώπη. Στο δεύτερο θέτουμε ένα διαφορετικό ερώτημα: ποιοι ενισχύονται οικονομικά, πολιτικά και θεσμικά από τη μεγάλη ευρωπαϊκή στροφή προς τους εξοπλισμούς; Στο τρίτο θα δούμε τι σημαίνει αυτή η στροφή σε πραγματικούς αριθμούς για τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ελλάδα.
Το ερώτημα χρειάζεται προσοχή. Δεν σημαίνει ότι όποιος κερδίζει από τους εξοπλισμούς δημιούργησε και την απειλή. Ούτε ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν έχουν λόγους ανησυχίας μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Όταν όμως εκατοντάδες δισεκατομμύρια αλλάζουν κατεύθυνση, νέες βιομηχανίες αναπτύσσονται και θεσμοί αποκτούν μεγαλύτερη ισχύ, ο πολίτης δικαιούται να ρωτήσει: πού πηγαίνουν τα χρήματα και ποιοι ισχυροποιούνται;
Μια ιστορική στροφή
Στη Σύνοδο της Χάγης το 2025 τα κράτη του ΝΑΤΟ συμφώνησαν να κινηθούν έως το 2035 προς συνολικές αμυντικές και συναφείς δαπάνες ύψους 5% του ΑΕΠ: 3,5% για βασικές στρατιωτικές ανάγκες και έως 1,5% για υποδομές, ανθεκτικότητα, δίκτυα και αμυντική βιομηχανία.
Δεν πρόκειται επομένως για μια πρόσκαιρη αύξηση αγορών οπλικών συστημάτων. Πρόκειται για μακροχρόνια ανακατεύθυνση δημόσιων πόρων.
Οι πρώτοι ωφελημένοι είναι προφανώς οι αμυντικές βιομηχανίες.
Η σουηδική Saab, για παράδειγμα, ανακοίνωσε το 2026 αύξηση νέων παραγγελιών κατά 141% και άνοδο πωλήσεων σχεδόν 30%. Παράλληλα, ακόμη και εταιρείες έξω από την παραδοσιακή πολεμική βιομηχανία εξετάζουν πλέον την παραγωγή στρατιωτικών οχημάτων, drones και άλλων αμυντικών εφαρμογών.
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι οι εταιρείες αυτές δημιουργούν τον φόβο του πολέμου. Δείχνει όμως ότι η τεράστια αύξηση των εξοπλισμών δημιουργεί αντίστοιχα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα.
Από την αμυντική δαπάνη στην αμυντική οικονομία
Η βαθύτερη αλλαγή βρίσκεται αλλού.
Το ΝΑΤΟ δεν ζητεί μόνο περισσότερες αγορές όπλων. Ζητεί αύξηση παραγωγής: νέα εργοστάσια, περισσότερα πυρομαχικά, αεράμυνα, πυραύλους, τεθωρακισμένα και μεγαλύτερη βιομηχανική δυναμικότητα.
Και εδώ βρίσκεται η διαφορά. Άλλο είναι μια προσωρινή αύξηση στρατιωτικών δαπανών λόγω κρίσης και άλλο η δημιουργία μόνιμης παραγωγικής υποδομής, η οποία για να επιβιώσει χρειάζεται διαρκείς παραγγελίες.
Ένα εργοστάσιο πυρομαχικών χρειάζεται συμβόλαια. Μια γραμμή παραγωγής πυραύλων χρειάζεται νέες παραγγελίες. Οι εργαζόμενοι χρειάζονται συνέχεια της παραγωγής και οι τοπικές οικονομίες αποκτούν συμφέρον από τη διατήρησή της.
Έτσι οι εξοπλισμοί μετατρέπονται σταδιακά από ζήτημα άμυνας σε ζήτημα ανάπτυξης, θέσεων εργασίας και βιομηχανικής πολιτικής.
Δεν κερδίζουν μόνο οι βιομηχανίες
Η νέα πραγματικότητα ενισχύει και το θεσμικό οικοδόμημα της ευρωπαϊκής άμυνας: υπουργεία Άμυνας, στρατιωτικά επιτελεία, μηχανισμούς του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κοινές προμήθειες, στρατιωτικές υποδομές και προγράμματα παραγωγής.
Μπορεί κάποιος να θεωρεί αυτή την εξέλιξη αναγκαία. Δεν είναι όμως πολιτικά ουδέτερη. Μεταβάλλει τις προτεραιότητες της Ευρώπης.
Παράλληλα, η επίκληση εξωτερικού κινδύνου διευκολύνει τις κυβερνήσεις να δικαιολογούν αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες, νέο δημόσιο χρέος ή περιορισμό άλλων δημοσιονομικών επιλογών.
Και αυτό δεν σημαίνει ότι επινοούν την απειλή. Σημαίνει ότι ο φόβος ενός εξωτερικού κινδύνου δημιουργεί πολιτικό χώρο για αποφάσεις που σε διαφορετικές συνθήκες θα συναντούσαν μεγαλύτερη κοινωνική αντίσταση.
Γι' αυτό όσο μεγαλύτερες είναι οι θυσίες που ζητούνται από τους πολίτες, τόσο αυστηρότερη πρέπει να είναι και η απαίτηση τεκμηρίωσής τους.
Μια νέα πολιτική οικονομία
Όταν οι στρατιωτικές δαπάνες παγιώνονται, δημιουργείται ένα ολόκληρο οικοσύστημα: βιομηχανίες, εργοστάσια, εργαζόμενοι, ερευνητικά προγράμματα, κρατικές συμβάσεις, ευρωπαϊκά κονδύλια και στρατιωτικοί μηχανισμοί.
Κάθε τμήμα αυτού του συστήματος αποκτά φυσιολογικά συμφέρον από τη συνέχισή του. Δεν χρειάζεται καμία θεωρία συνωμοσίας. Αρκεί η δυναμική των συμφερόντων.
Και εδώ εμφανίζεται μια κρίσιμη ασυμμετρία. Οι εξοπλισμοί έχουν εργοστάσια, συμβάσεις, προϋπολογισμούς και θέσεις εργασίας. Η αποκλιμάκωση δεν διαθέτει αντίστοιχο οικονομικό οικοσύστημα. Κανένα εργοστάσιο δεν εξαρτάται από την παραγωγή λιγότερων πυραύλων. Καμία μεγάλη σύμβαση δεν υπογράφεται επειδή μειώθηκε η διεθνής ένταση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι επιδιώκεται ο πόλεμος. Σημαίνει όμως ότι, όταν εδραιώνεται μια μόνιμη οικονομία στρατιωτικής προετοιμασίας, η ειρήνη και η αποκλιμάκωση δεν διαθέτουν τα ίδια υλικά κίνητρα.
Το πραγματικό ερώτημα
Το σωστό ερώτημα λοιπόν δεν είναι: «Ποιος κατασκευάζει τη ρωσική απειλή;»
Δεν έχουμε στοιχεία για μια τέτοια απάντηση.
Το σοβαρό ερώτημα είναι διαφορετικό: Ποιοι αποκτούν μεγαλύτερη οικονομική, πολιτική και θεσμική δύναμη όσο η Ευρώπη οργανώνεται γύρω από μια μακροχρόνια στρατιωτική αντιπαράθεση;
Και ακόμη περισσότερο: Πώς διασφαλίζουμε ότι τα συμφέροντα που δημιουργεί αυτή η νέα πραγματικότητα δεν θα αρχίσουν κάποτε να επηρεάζουν και την πολιτική που τη συντηρεί;
Γιατί στο τέλος κάποιος χρηματοδοτεί ολόκληρο αυτό το οικοδόμημα. Ο πολίτης.
Και εδώ αρχίζει το τρίτο και τελευταίο μέρος της τριλογίας: Τι σημαίνει στην πράξη το 5% του ΑΕΠ; Πόσα δισεκατομμύρια σημαίνει για τη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ιταλία; Και πόσα για την Ελλάδα, η οποία ήδη διαθέτει μεγάλο μέρος του εθνικού της πλούτου στην άμυνα;Γιατί οι αριθμοί των συνόδων κορυφής ακούγονται αφηρημένοι. Όταν όμως μεταφραστούν σε πραγματικά δισεκατομμύρια, γίνεται αντιληπτό το μέγεθος της αλλαγής.












Όροι & προϋποθέσεις
Συνδρομητής
Αναφορά
Τα σχόλιά μου