



Όταν η εικόνα γίνεται θέαμα
Η Παναγία «Ἡ Ἐλπὶς τῶν Ἀπελπισμένων»
και δύο διαφορετικοί τρόποι θέασης του ιερού
Υπάρχουν έργα τέχνης που διηγούνται την ιστορία τους, όχι μόνο με όσα απεικονίζουν, αλλά και με όσα υπέστησαν στη διαδρομή τους. Ένα τέτοιο έργο είναι η μικρή βυζαντινή εικόνα της Παναγίας που φέρει την προσωνυμία «Ἡ Ἐλπὶς τῶν Ἀπελπισμένων» και φυλάσσεται σήμερα στο Επισκοπικό Μουσείο του Φράιζινγκ, στη Βαυαρία.
Οι διαστάσεις της είναι μόλις 27,8 επί 21,5 εκατοστά. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη μικρή επιφάνεια χωρούν πολλοί αιώνες ιστορίας, μια ολόκληρη διαδρομή από την Κωνσταντινούπολη προς τη Λατινική Δύση και, κυρίως, δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τη θρησκευτική εικόνα: η εικόνα ως παρουσία και συνάντηση και η εικόνα ως μέρος ενός περίτεχνου αισθητικού θεάματος.
Μια εικόνα με ιστορία χιλίων ετών
Η παράδοση απέδωσε την εικόνα στον Ευαγγελιστή Λουκά, όπως συνέβη και με άλλες παλαιές εικόνες της Θεοτόκου. Πρόκειται ασφαλώς για ευσεβή παράδοση και όχι για ιστορικά εξακριβωμένη πατρότητα. Οι νεότερες επιστημονικές έρευνες, με ακτινογραφίες και τεχνικές αναλύσεις, αποκάλυψαν κάτω από την ορατή ζωγραφική επιφάνεια μια παλαιότερη παράσταση της Παναγίας, η οποία πιθανότατα ανάγεται στον 11ο ή στον 12ο αιώνα — κατά άλλη χρονολόγηση ακόμη και γύρω στο έτος 1000. Η μορφή που βλέπουμε σήμερα αποτελεί μεταγενέστερη επιζωγράφιση, πιθανότατα του 14ου αιώνα. Η σχετική ακαδημαϊκή μελέτη επισημαίνει ότι οι φωτεινές γραμμές και οι λεπτές ανταύγειες στο πρόσωπο της Θεοτόκου παραπέμπουν στη ζωγραφική της ύστερης βυζαντινής περιόδου.
Κατά τον 14ο αιώνα ο διάκονος και εκκλησιαστικός αξιωματούχος Μανουήλ Δισύπατος, ο οποίος πιθανώς υπηρετούσε στη Μητρόπολη Σερρών, ανακαίνισε την παλαιότερη εικόνα και την περιέβαλε με πολύτιμη αργυρεπίχρυση επένδυση. Πάνω της τοποθετήθηκαν δέκα περίτεχνα σμαλτωμένα μετάλλια: η Ετοιμασία του Θρόνου, οι Αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ, οι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος, οι μεγαλομάρτυρες Γεώργιος και Δημήτριος και οι άγιοι ιατροί Κοσμάς, Παντελεήμων και Δαμιανός, αν και η μορφή του τελευταίου δεν σώζεται πλέον.
Ανάμεσα στα μετάλλια αναπτύσσεται ένα βυζαντινό επίγραμμα, γραμμένο με σμάλτο. Ο δωρητής προσφέρει στην Παναγία τρία δώρα: τον πόθο της ψυχής του, το ασήμι και το χρυσάφι. Αμέσως όμως ο ίδιος υποβαθμίζει την αξία των πολύτιμων μετάλλων: το ασήμι και ο χρυσός είναι υλικά φθαρτά, ενώ ο πόθος που πηγάζει από την αθάνατη ψυχή δεν λερώνεται και δεν πεθαίνει. Και ζητεί από την Παναγία, με τις πρεσβείες της, να τον βοηθήσει να διασχίσει ανώδυνα τον πρόσκαιρο βίο και να αναδειχθεί «τέκνο της ημέρας και του φωτός».
Αυτό το επίγραμμα έχει ιδιαίτερη σημασία. Δείχνει ότι ακόμη και η πλούσια βυζαντινή διακόσμηση δεν θεωρούσε τον χρυσό και το ασήμι αυτοσκοπό. Το υλικό κάλλος δεν υποκαθιστούσε την προσευχή. Ομολογούσε, αντιθέτως, τη δική του ανεπάρκεια μπροστά στον «πόθο της ψυχής».
Λόγω των μικρών της διαστάσεων, η εικόνα πρέπει αρχικά να χρησίμευε ως προσωπικό προσευχητάρι του Μανουήλ Δισυπάτου. Δεν δημιουργήθηκε για να εντυπωσιάζει πλήθη. Δημιουργήθηκε για να βρίσκεται απέναντι σε έναν άνθρωπο που προσευχόταν.
Η ιστορική έρευνα ανασυνθέτει μια περιπετειώδη διαδρομή. Από την Κωνσταντινούπολη στο Μιλάνο, κατόπιν στην Αγγλία και τελικά στο Φράιζινγκ. Το 1400 ο αυτοκράτορας Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος φέρεται να την προσέφερε στον δούκα του Μιλάνου Gian Galeazzo Visconti. Μέσω της Lucia Visconti και της οικογένειας della Scala περιήλθε στον επίσκοπο του Φράιζινγκ Νικόδημο della Scala, ο οποίος το 1440 την αφιέρωσε στον καθεδρικό ναό της πόλεως. Εκεί εκτίθετο προς προσκύνηση κατά τις μεγάλες θεομητορικές εορτές. Στις αρχές του 17ου αιώνα εντάχθηκε σε έναν μεγαλοπρεπή μπαρόκ αργυρό βωμό, ενώ από το 1974 φυλάσσεται στο Επισκοπικό Μουσείο του Φράιζινγκ. Η ιστορική διαδρομή και οι διαδοχικές επεμβάσεις παρουσιάζονται αναλυτικά εδώ.

Το Πρόσωπο που σε κοιτάζει
Η Παναγία εικονίζεται στον τύπο της Αγιοσορίτισσας. Δηλαδή, χωρίς τον Χριστό στην αγκαλιά της, με τα χέρια υψωμένα σε στάση δεήσεως. Είναι η Θεοτόκος που πρεσβεύει για τον άνθρωπο. Το σώμα της στρέφεται ελαφρά προς τη μία πλευρά, αλλά τα μεγάλα, εκφραστικά μάτια της απευθύνονται στον πιστό.
Εδώ βρίσκεται η καρδιά της ορθόδοξης εικόνας.
Η εικόνα δεν είναι απλώς κάτι που ο άνθρωπος κοιτάζει. Είναι μια παρουσία από την οποία αισθάνεται ότι και ο ίδιος βλέπεται. Δεν παρατηρεί από απόσταση μια θρησκευτική σκηνή. Στέκεται ενώπιον ενός προσώπου. Το βλέμμα της Θεοτόκου τον συναντά, τον ελέγχει, τον παρηγορεί και τον καλεί σε σχέση.
Γι’ αυτό στην ορθόδοξη εικονογραφία το πρόσωπο και ιδίως τα μάτια έχουν δεσπόζουσα θέση. Ο πιστός δεν αφήνεται να περιπλανηθεί σε πλήθος δευτερευόντων λεπτομερειών. Η σύνθεση τον επαναφέρει συνεχώς στο Πρόσωπο. Η εικόνα ζητεί σιωπή και συγκέντρωση. Δεν φωνάζει· προσκαλεί.
Δεν πρόκειται για ζωγραφικό πορτρέτο με τη νεότερη δυτική έννοια. Ο αγιογράφος δεν επιχειρεί να αναπαραγάγει φωτογραφικά την εξωτερική εμφάνιση ούτε να αιχμαλωτίσει μια τυχαία στιγμή του επίγειου βίου. Εικονίζει το πρόσωπο μέσα στην προοπτική της μεταμορφώσεως και της Βασιλείας του Θεού.
Γι’ αυτό δεν υπάρχει μία φυσική, εξωτερική πηγή φωτός που να δημιουργεί τις συνηθισμένες φωτοσκιάσεις. Η αγιογραφική τεχνική ξεκινά από τα βαθύτερα, σκοτεινότερα χρώματα και προχωρεί προς τα φωτίσματα. Το φως αναδύεται σταδιακά πάνω στο πρόσωπο. Δεν πέφτει επάνω του από κάποιο παράθυρο ή ήλιο· φαίνεται να εκπέμπεται από μέσα του. Είναι εικαστική αναφορά στο φως της μεταμορφώσεως, στη θεία χάρη που διαπερνά και μεταμορφώνει την ανθρώπινη ύπαρξη.
Ούτε και ο χώρος οργανώνεται αποκλειστικά σύμφωνα με τη φυσική, γραμμική προοπτική. Η βυζαντινή εικόνα χρησιμοποιεί συχνά την αντίστροφη ή πολλαπλή προοπτική. Τα αντικείμενα δεν υποτάσσονται πάντοτε σε ένα σημείο φυγής που βρίσκεται στο βάθος του πίνακα. Η προοπτική μοιάζει να ανοίγεται προς τον θεατή, σαν η εικονιζόμενη πραγματικότητα να έρχεται να τον συμπεριλάβει.
Ο χρυσός κάμπος, όπου υπάρχει, δεν είναι απλή πολυτέλεια ούτε διακοσμητική επίδειξη. Καταργεί τον συνηθισμένο τόπο και χρόνο. Δεν βλέπουμε ουρανό, τοπίο ή δωμάτιο που να φυλακίζει το εικονιζόμενο πρόσωπο σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Ο χρυσός δηλώνει την αιωνιότητα και το άκτιστο φως. Η εικόνα δεν μας λέει απλώς τι συνέβη κάποτε· φέρνει ενώπιόν μας μια πραγματικότητα που, για την πίστη της Εκκλησίας, εξακολουθεί να είναι παρούσα.
Όταν το πλαίσιο καταλαμβάνει την εικόνα
Η μεταγενέστερη τύχη της «Ελπίδος των Απελπισμένων» προσφέρει ένα εντυπωσιακό πεδίο συγκρίσεως. Στον 17ο αιώνα η μικρή εικόνα τοποθετήθηκε στο κέντρο ενός επιβλητικού μπαρόκ αργυρού βωμού, έργου του χρυσοχόου Gottfried Lang, πλαισιωμένη από γλυπτές μορφές, αγγέλους, φυτικά κοσμήματα, καμπύλες, πολύτιμα μέταλλα και έντονη θεατρικότητα. Η σημερινή συνολική παρουσίαση του έργου είναι ορατή εδώ.
Η εικόνα εξακολουθεί να βρίσκεται στο κέντρο. Οπτικά όμως κινδυνεύει να πάψει να είναι το πραγματικό κέντρο. Το μικρό και ήσυχο πρόσωπο της Θεοτόκου περιβάλλεται από τέτοια αφθονία σχημάτων, κινήσεων και διακοσμητικών στοιχείων, ώστε το μάτι του επισκέπτη διασπάται. Περιπλανάται στα αγγελάκια, στα άνθη, στις πτυχώσεις, στις αντανακλάσεις του αργύρου, στις γλυπτές μορφές και στις περίτεχνες λεπτομέρειες. Η προσωπική εικόνα προσευχής μετατρέπεται βαθμιαία σε μέρος ενός μεγάλου καλλιτεχνικού θεάματος.
Δεν θα ήταν δίκαιο να ισχυριστούμε ότι στη βυζαντινή παράδοση απουσιάζουν ο χρυσός, το ασήμι και η διακόσμηση. Η ίδια η συγκεκριμένη εικόνα το διαψεύδει. Είχε ήδη από τον 14ο αιώνα πολυτελέστατη επένδυση και σμαλτωμένα μετάλλια. Υπάρχει όμως μια κρίσιμη διαφορά: στη βυζαντινή σύνθεση ο διάκοσμος οργανώνεται ιεραρχικά γύρω από το πρόσωπο και το υπηρετεί. Τα μετάλλια των Αρχαγγέλων, των Αποστόλων και των Αγίων δεν αποτελούν αυθαίρετα στολίδια. Συγκροτούν εκκλησιολογικό και εσχατολογικό πλαίσιο. Και το ίδιο το επίγραμμα προειδοποιεί ότι ο χρυσός και το ασήμι είναι φθαρτά και κατώτερα από τον πόθο της ψυχής.
Στη μεταγενέστερη μπαρόκ σκηνοθεσία, αντιθέτως, ο διάκοσμος αποκτά τη δική του αυθύπαρκτη δύναμη. Δεν περιβάλλει απλώς την εικόνα. Σχεδόν την καταλαμβάνει. Το βλέμμα δεν οδηγείται αναγκαστικά στη σιωπηλή συνάντηση με τη Θεοτόκο. Καλείται να θαυμάσει το συνολικό καλλιτεχνικό επίτευγμα.
Η διαφορά μπορεί να αποδοθεί με μία φράση: στην ορθόδοξη εικόνα το κάλλος συγκεντρώνει, ενώ στη δυτική θεατρική σύνθεση συχνά διαχέει. Το πρώτο οδηγεί προς το Πρόσωπο· το δεύτερο μπορεί να καθηλώσει στο θέαμα.

Δεν πρόκειται μόνο για διαφορετική τεχνοτροπία
Η διαφοροποίηση αυτή δεν είναι απλώς αισθητική. Πίσω της βρίσκεται διαφορετικό θεολογικό και πνευματικό περιεχόμενο.
Για την Ορθόδοξη Εκκλησία η εικόνα δεν είναι θρησκευτική διακόσμηση ούτε απλό εποπτικό μέσο. Θεμελιώνεται στο γεγονός της Ενανθρωπήσεως: επειδή ο αόρατος Θεός έγινε αληθινός άνθρωπος και προσέλαβε ορατή μορφή, μπορεί να εικονισθεί κατά την ανθρώπινη φύση Του. Η τιμή δεν σταματά στο ξύλο και στα χρώματα, αλλά «διαβαίνει επί το πρωτότυπον», κατά τη διατύπωση της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου.
Η εικόνα, επομένως, συμμετέχει στη λατρευτική ζωή. Δεν λατρεύεται ως ύλη. Τιμάται και προσκυνείται το εικονιζόμενο πρόσωπο. Ο πιστός δεν προσεύχεται στο αντικείμενο, αλλά ενώπιόν του. Και διά της ορατής μορφής ο νους και η καρδιά του αναφέρονται στο πρωτότυπο.
Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία διατήρησε επίσης την τιμή των ιερών εικόνων. Δεν υπάρχει, λοιπόν, απόλυτη δογματική αντίθεση ως προς τη νομιμότητα της θρησκευτικής απεικονίσεως. Στην ιστορική εξέλιξη της δυτικής τέχνης, όμως, ιδίως μετά την Αναγέννηση και ακόμη περισσότερο στο μπαρόκ, ενισχύθηκαν ο φυσιοκρατικός ρεαλισμός, η ανατομική ακρίβεια, η γραμμική προοπτική, η δραματική φωτοσκίαση, η συναισθηματική ένταση και η θεατρικότητα. Η ιερή παράσταση άρχισε συχνά να λειτουργεί περισσότερο ως θρησκευτικός πίνακας που προκαλεί συγκίνηση ή θαυμασμό και λιγότερο ως λειτουργική εικόνα που καλεί σε άμεση προσωπική σχέση.
Η διαφορά δεν σημαίνει ότι κάθε δυτικό θρησκευτικό έργο στερείται πνευματικότητας ούτε ότι κάθε ορθόδοξη εικόνα επιτυγχάνει τον σκοπό της. Υποδηλώνει, όμως, διαφορετικό προσανατολισμό. Η δυτική ζωγραφική τείνει να αφηγείται και να αναπαριστά, ενώ η ορθόδοξη εικόνα επιδιώκει να αποκαλύψει και να καταστήσει παρόν.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απόσταση από πολλές εκδοχές του Προτεσταντισμού. Και εδώ χρειάζεται διάκριση. Οι Λουθηρανοί διατήρησαν σε σημαντικό βαθμό τη θρησκευτική τέχνη, κυρίως με διδακτική και αναμνηστική λειτουργία. Οι μεταρρυθμισμένες παραδόσεις, αντιθέτως, αντιμετώπισαν συχνά τις εικόνες με καχυποψία ή τις απομάκρυναν τελείως από τους ναούς, φοβούμενες την ειδωλολατρία. Έτσι, εκεί όπου η Ορθοδοξία βλέπει στην εικόνα καρπό της Ενανθρωπήσεως και βοήθημα κοινωνίας με το εικονιζόμενο πρόσωπο, σημαντικό μέρος του προτεσταντικού κόσμου είδε έναν επικίνδυνο μεσολαβητή ανάμεσα στον άνθρωπο και στον Θεό.

Η ελπίδα πίσω από τα στολίδια
Η «Ἐλπὶς τῶν Ἀπελπισμένων» εξακολουθεί να μας κοιτάζει πίσω από τα επάλληλα στρώματα της ιστορίας της: πίσω από την επιζωγράφιση, την αργυρεπίχρυση επένδυση, τα σμάλτα, τον μπαρόκ βωμό, τα γλυπτά, τα φυτικά κοσμήματα και τον μουσειακό φωτισμό.
Και ίσως μας θέτει ένα ερώτημα που αφορά όχι μόνο την τέχνη αλλά και την πίστη μας: όταν στεκόμαστε απέναντι σε μια ιερή εικόνα, αναζητούμε πράγματι το Πρόσωπο ή αρκούμαστε να θαυμάζουμε το περίβλημά του;
Η βυζαντινή εικόνα δεν απορρίπτει την ομορφιά. Την καθαρίζει από την αυτάρκεια και την υποτάσσει στη σχέση. Δεν θέλει να κρατήσει το βλέμμα αιχμάλωτο στην επιφάνειά της, αλλά να το οδηγήσει πέρα από την ύλη, προς εκείνον ή εκείνη που εικονίζει.
Γι’ αυτό η μικρή Παναγία του Φράιζινγκ παραμένει, έπειτα από τόσους αιώνες και τόσες μεταμορφώσεις, «Ἡ Ἐλπὶς τῶν Ἀπελπισμένων». Όχι επειδή την περιβάλλουν ο χρυσός, το ασήμι και η καλλιτεχνική μεγαλοπρέπεια, αλλά επειδή, πίσω από όλα αυτά, το βλέμμα της εξακολουθεί να αναζητεί το βλέμμα του ανθρώπου.
Και όταν τα δύο βλέμματα συναντηθούν, τότε η εικόνα παύει να είναι έκθεμα. Γίνεται προσευχή.

Δεν υπάρχουν σχόλια

Όταν η τιμή γίνεται ποινή
Η περίπτωση Αμβροσίου και το μήνυμα προς κάθε φωνή κριτικής
στην Εκκλησία
Δεν είναι σκοπός αυτού του σημειώματος να υπερασπιστεί τον πρώην Μητροπολίτη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Αμβρόσιο.
Δεν θα αποτιμήσουμε εδώ τη μακρά εκκλησιαστική διαδρομή του, τις δημόσιες παρεμβάσεις του, τις συγκρούσεις του, τις υπερβολές ή τις ορθές τοποθετήσεις του. Όλα αυτά αποτελούν διαφορετικό και πολύ μεγαλύτερο κεφάλαιο.
Ούτε πρόκειται να εξετάσουμε μία προς μία τις θέσεις που περιλαμβάνονται στην ανοικτή επιστολή του πιστού Αριστείδη Δασκαλάκη, την οποία ο πρώην Μητροπολίτης διαβίβασε και προσυπέγραψε. Δεν ενδιαφέρει, για τις ανάγκες αυτού του άρθρου, εάν συμφωνούμε με κάθε φράση της, ούτε ποια είναι η εκκλησιαστική κατάσταση του συντάκτη της.
Το ζήτημα που ανακύπτει είναι διαφορετικό. Και, κατά τη γνώμη μας, πολύ σοβαρότερο.
Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος είχε αποφασίσει να απονείμει στον πρώην Μητροπολίτη Αμβρόσιο τον Χρυσό Σταυρό μετ’ Αστέρος του Παρασήμου του Αποστόλου Παύλου, με αφορμή τη συμπλήρωση πενήντα ετών αρχιερωσύνης. Λίγες ημέρες αργότερα, όμως, η τιμητική αυτή διάκριση ανακλήθηκε.
Τι είχε μεσολαβήσει; Η προσυπογραφή και διαβίβαση μιας επιστολής που ασκούσε σκληρή κριτική στη διοικούσα Εκκλησία. Και εδώ ακριβώς αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα.
Άξιος τιμής όσο σιωπά;
Εάν ένας επίσκοπος κρίνεται άξιος μιας μεγάλης εκκλησιαστικής τιμής για την πεντηκονταετή αρχιερατική διακονία του, εύλογα γεννάται το ερώτημα: τι συνέβη μέσα σε λίγες ημέρες ώστε να πάψει να είναι άξιος αυτής της τιμής;
Άλλαξε η πεντηκονταετής διαδρομή του; Ανακαλύφθηκε κάποιο άγνωστο μέχρι τότε περιστατικό της αρχιερατικής του ζωής; Ανατράπηκαν ξαφνικά τα πραγματικά δεδομένα πάνω στα οποία είχε στηριχθεί η αρχική απόφαση; Ή μήπως το καθοριστικό νέο στοιχείο ήταν ότι ο τιμώμενος έπαψε να σιωπά και έθεσε το όνομά του κάτω από ένα κείμενο αυστηρής κριτικής προς την εκκλησιαστική διοίκηση;
Διότι, εάν αυτό είναι το ουσιαστικό γεγονός που οδήγησε στην ανάκληση, τότε το μήνυμα που εκπέμπεται είναι εξαιρετικά προβληματικό: Όσο δεν μας ελέγχεις, είσαι άξιος τιμής. Όταν μας ελέγξεις, η τιμή ανακαλείται.
Και αυτό δεν είναι προσωπικό ζήτημα Αμβροσίου. Είναι ζήτημα εκκλησιαστικού ήθους.
Η παρρησία δεν είναι ξένο σώμα στην Εκκλησία
Εδώ χρειάζεται να θυμηθούμε κάτι θεμελιώδες.
Η Εκκλησία δεν συγκροτήθηκε ως ένας μηχανισμός στον οποίο ο κατώτερος σιωπά ενώπιον του ανωτέρου και ο πιστός ενώπιον του ποιμένος. Η υπακοή είναι μεγάλη χριστιανική αρετή, αλλά δεν ταυτίζεται με την άκριτη αποδοχή κάθε ανθρώπινης κρίσεως.
Ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος παραγγέλλει: «πάντα δοκιμάζετε, τὸ καλὸν κατέχετε» (Α΄ Θεσ. 5,21). Η δοκιμή, η διάκριση, η εξέταση δεν είναι πράξεις απειθαρχίας. Αποτελούν στοιχεία της πνευματικής ζωής.
Υπάρχει όμως ένα ακόμη ισχυρότερο παράδειγμα. Όταν ο Απόστολος Παύλος έκρινε ότι η συμπεριφορά του Αποστόλου Πέτρου στην Αντιόχεια δεν ήταν ορθή, δεν σώπασε από σεβασμό προς το κύρος του Πέτρου. Ούτε θεώρησε ότι η ενότητα της Εκκλησίας απαιτούσε την αποσιώπηση της διαφωνίας.
Το γράφει ο ίδιος: «κατὰ πρόσωπον αὐτῷ ἀντέστην» (Γαλ. 2,11). Και εξηγεί αμέσως τον λόγο: διότι είδε ότι «οὐκ ὀρθοποδοῦσιν πρὸς τὴν ἀλήθειαν τοῦ εὐαγγελίου» (Γαλ. 2,14). Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό εκκλησιολογικό μάθημα. Ο Παύλος δεν αρνείται την αποστολική ιδιότητα του Πέτρου. Δεν αποκόπτεται από την Εκκλησία. Δεν συγκροτεί δική του «εκκλησία». Ασκεί όμως έλεγχο. Και τον ασκεί ευθέως.
Άρα, η ενότητα δεν προϋποθέτει σιωπή. Και ο σεβασμός προς το εκκλησιαστικό αξίωμα δεν συνεπάγεται το αλάθητο του φορέα του.
Αξίζει μάλιστα να προσέξουμε πώς ερμηνεύει το περιστατικό ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Στην ερμηνεία του στην Προς Γαλάτας επιστολή βλέπει πίσω από τη δημόσια αντιπαράθεση Παύλου και Πέτρου μία βαθύτερη «οικονομία» προς ωφέλεια των πιστών. Εκείνο όμως που έχει ιδιαίτερη σημασία για το θέμα μας είναι η εικόνα που περιγράφει: ο Παύλος ελέγχει αυστηρά και ενώπιον όλων, ενώ ο Πέτρος δεν αντιδρά υπερασπιζόμενος το κύρος και την πρωτοκαθεδρία του· δέχεται τον έλεγχο και σιωπά, ώστε από αυτή τη στάση να ωφεληθούν οι μαθητές.
Τι σπουδαίο μάθημα εκκλησιαστικού ήθους! Ο έλεγχος δεν θεωρείται από μόνος του προσβολή του αποστολικού αξιώματος. Και το κύρος του Πέτρου δεν προστατεύεται με φίμωση εκείνου που τον ελέγχει. Αντιθέτως, εκείνος που κατέχει την εξέχουσα θέση ανέχεται ακόμη και τον δημόσιο και αυστηρό λόγο. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος παρατηρεί χαρακτηριστικά ότι «Παῦλος ἐπιτιμᾷ, καὶ Πέτρος ἀνέχεται».
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη απόσταση ανάμεσα στο εκκλησιαστικό κύρος και στην κοσμική αντίληψη της εξουσίας. Το πρώτο δεν φοβάται τον έλεγχο, διότι γνωρίζει ότι η αλήθεια δεν απειλείται από την παρρησία. Η δεύτερη συχνά εκλαμβάνει την κριτική ως αμφισβήτηση της ίδιας της εξουσίας της και απαντά με κυρώσεις.
Και αυτό είναι ίσως το βαθύτερο ερώτημα που θέτει η περίπτωση Αμβροσίου: όταν ενοχλεί η κριτική, απαντούμε ως Εκκλησία ή αντιδρούμε ως εξουσία;
Στην κριτική απαντάς με λόγο, όχι με επίδειξη εξουσίας
Η επιστολή που προσυπέγραψε ο πρώην Μητροπολίτης περιέχει βαρείς χαρακτηρισμούς. Ασκεί οξεία κριτική. Θέτει ζητήματα για τη στάση της Ιεραρχίας κατά την πανδημία, για τις σχέσεις Εκκλησίας και πολιτικής εξουσίας, για εκκλησιολογικές επιλογές και για τη μεταχείριση κληρικών που διαφώνησαν.
Μπορεί κάποιος να συμφωνεί με όλα αυτά. Μπορεί να συμφωνεί με ορισμένα. Μπορεί να τα απορρίπτει στο σύνολό τους.
Αλλά υπάρχει ένας εκκλησιαστικός τρόπος να αντιμετωπίζεται ακόμη και η πιο αυστηρή κριτική: ο λόγος, η τεκμηρίωση, η πατρική απάντηση, ο διάλογος.
Εάν οι καταγγελίες είναι ψευδείς, αντικρούονται. Εάν είναι άδικες, αποδεικνύεται η αδικία τους. Εάν είναι υπερβολικές, καταδεικνύεται η υπερβολή τους. Εάν όμως περιέχουν αλήθειες, τότε αυτές οι αλήθειες πρέπει πρώτα να προβληματίσουν εκείνους προς τους οποίους απευθύνονται. Διότι στην Εκκλησία το ερώτημα δεν μπορεί να είναι πρωτίστως «ποιος το είπε;», αλλά «είναι αληθινό αυτό που είπε;»
Η εκκλησιαστική αλήθεια δεν καθορίζεται από το αξίωμα εκείνου που ομιλεί ούτε από το εάν ο λόγος του είναι ευχάριστος στους διοικούντες.
Υπακοή, αλλά σε ποιον;
Η Εκκλησία γνωρίζει και διδάσκει την υπακοή. Αλλά γνωρίζει συγχρόνως και την ιεράρχηση της υπακοής.
Οι Απόστολοι, όταν βρέθηκαν ενώπιον ανθρώπινης εξουσίας που τους απαιτούσε να σιωπήσουν, απάντησαν: «Πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἢ ἀνθρώποις» (Πράξ. 5,29). Ασφαλώς το χωρίο έχει το δικό του συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο και δεν επιτρέπεται να μετατρέπεται σε γενική άδεια ανυπακοής προς κάθε εκκλησιαστική αρχή. Φανερώνει όμως μία θεμελιώδη αρχή: καμία ανθρώπινη εξουσία δεν είναι αυτοσκοπός και καμία υπακοή σε ανθρώπους δεν μπορεί να απολυτοποιείται.
Γι’ αυτό ακριβώς η αληθινή εκκλησιαστική υπακοή δεν είναι δουλικότητα. Είναι υπακοή εν Χριστώ. Και η αληθινή παρρησία δεν είναι ανταρσία. Είναι λόγος που αναλαμβάνει την ευθύνη του ενώπιον του Θεού και του εκκλησιαστικού σώματος.
Η Εκκλησία δεν είναι διοικητικός μηχανισμός αυτοπροστασίας
Η Εκκλησία ασφαλώς έχει διοίκηση. Έχει τάξη, συνοδικότητα και ιεραρχική δομή. Όμως η εκκλησιαστική εξουσία είναι πρωτίστως διακονία. Ο ίδιος ο Χριστός αντιπαραβάλλει την κοσμική αντίληψη της εξουσίας προς το ήθος των μαθητών Του: «οὐχ οὕτως ἔσται ἐν ὑμῖν» (Ματθ. 20,26).
Αυτές οι τέσσερις λέξεις θέτουν ένα διαρκές όριο σε κάθε εκκλησιαστική εξουσία: «Οὐχ οὕτως ἔσται ἐν ὑμῖν». Όχι όπως εξουσιάζουν οι άρχοντες του κόσμου. Όχι με επίδειξη δυνάμεως. Όχι με λογικές επιβολής και φόβου. Όποιος προΐσταται στην Εκκλησία καλείται πρώτος να διακονεί.
Γι’ αυτό και η κριτική δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως προσβολή του κύρους του θεσμού. Μερικές φορές μπορεί να είναι άδικη. Μερικές φορές εμπαθής. Μερικές φορές ακόμη και προσβλητική. Αλλά η απάντηση μιας πνευματικής εξουσίας πρέπει να φανερώνει το διαφορετικό ήθος της Εκκλησίας.
Και αν αυτό συμβαίνει σε έναν πρώην Μητροπολίτη;
Εδώ βρίσκεται ίσως το σοβαρότερο σημείο της υπόθεσης.
Ο Αμβρόσιος δεν είναι ένας άγνωστος λαϊκός. Είναι πρώην Μητροπολίτης, με δεκαετίες αρχιερατικής παρουσίας και με το κύρος που συνοδεύει το αξίωμά του. Κι όμως, μία κριτική παρέμβαση φαίνεται να αρκεί ώστε μία τιμή που είχε ήδη αποφασισθεί να ανακληθεί.
Τι μήνυμα λαμβάνει τότε ένας εν ενεργεία Μητροπολίτης; Τι αντιλαμβάνεται ένας ιερέας; Ένας μοναχός; Ένας θεολόγος; Ένας απλός πιστός;
Αν αυτό μπορεί να συμβεί σε έναν πρώην Μητροπολίτη, τι μπορεί να συμβεί σε εκείνον που δεν διαθέτει ούτε αξίωμα ούτε θεσμικό κύρος ούτε δυνατότητα δημόσιας άμυνας;
Εδώ η συγκεκριμένη απόφαση υπερβαίνει το πρόσωπο του Αμβροσίου. Δημιουργεί παράδειγμα. Και τα παραδείγματα ασκούν ισχυρότερη επιρροή από τις εγκυκλίους.
Δεν χρειάζεται να πεις σε κάποιον «μη μιλάς». Αρκεί να του δείξεις τι συνέβη σε εκείνον που μίλησε.
Ένα μήνυμα που δεν πρέπει να σταλεί
Η διοικούσα Εκκλησία πρέπει να προσέξει ώστε να μη δημιουργηθεί στους πιστούς η εντύπωση ενός άγραφου κανόνα: Είσαι πειθήνιος, δεν ενοχλείς, δεν ελέγχεις; Τιμάσαι. Ασκείς δημόσια κριτική; Υπάρχουν συνέπειες.
Αυτό θα ήταν ολέθριο μήνυμα. Διότι δημιουργεί κλίμα φόβου εκεί όπου πρέπει να υπάρχει ελευθερία εν αληθεία. Καλλιεργεί αυλοκολακεία εκεί όπου χρειάζεται παρρησία. Μετατρέπει την εκκλησιαστική διοίκηση από διακονία σε μηχανισμό αυτοπροστασίας. Και, τελικά, κάνει κακό στην ίδια την Ιεραρχία.
Ο πιστός δεν έχει ανάγκη από ποιμένες που δεν σφάλλουν. Τέτοιοι άνθρωποι δεν υπάρχουν. Έχει ανάγκη από ποιμένες που μπορούν να ακούσουν ακόμη και τον αυστηρό έλεγχο, να διακρίνουν μέσα σ’ αυτόν το αληθινό από το άδικο και, όταν χρειάζεται, να πουν το δυσκολότερο από όλα: «εδώ σφάλαμε».
Αυτό δεν μειώνει το επισκοπικό κύρος. Το μεγαλώνει.
Το παράσημο είναι το μικρότερο ζήτημα
Ο Αμβρόσιος μπορεί να ζήσει χωρίς το παράσημο. Ίσως, τελικά, αυτή να είναι η λιγότερο σημαντική πλευρά της ιστορίας.
Το μεγάλο ζήτημα είναι άλλο: Μπορεί μέσα στην Εκκλησία να υπάρχει παρρησία; Μπορεί ένας επίσκοπος να ελέγχει επισκόπους; Μπορεί ένας κληρικός να διατυπώνει τεκμηριωμένη διαφωνία χωρίς να φοβάται την επόμενη ημέρα; Μπορεί ένας λαϊκός να θέτει δύσκολα ερωτήματα χωρίς να αντιμετωπίζεται ως εχθρός επειδή ακριβώς τα ερωτήματά του ενοχλούν;
Το παράδειγμα των ίδιων των Αποστόλων δεν μας παραδίδει μια Εκκλησία άφωνης πειθαρχίας. Μας παραδίδει μία Εκκλησία στην οποία ακόμη και ο Πέτρος μπορεί να ελεγχθεί «κατὰ πρόσωπον» από τον Παύλο, όταν εκείνος θεωρεί ότι διακυβεύεται η ορθή πορεία προς την αλήθεια του Ευαγγελίου. Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από την περιφρόνηση της ιεραρχίας.
Είναι η βαθύτερη αναγνώριση ότι πάνω από τα πρόσωπα, πάνω από τα αξιώματα και πάνω από την ανθρώπινη αυτοδικαίωση βρίσκεται η Αλήθεια της Εκκλησίας.
Γι’ αυτό η υπόθεση του παρασήμου δεν αφορά τελικά το παράσημο. Αφορά το δικαίωμα της εκκλησιαστικής κριτικής και, κυρίως, τον τρόπο με τον οποίο η εκκλησιαστική εξουσία αντιμετωπίζει εκείνον που την ελέγχει.
Και ίσως το πιο ανησυχητικό ερώτημα που αφήνει πίσω της αυτή η υπόθεση είναι πολύ απλό: Αν η απάντηση σε μια επιστολή είναι η ανάκληση μιας τιμής, ποια θα είναι αύριο η απάντηση σε μια ακόμη πιο ενοχλητική φωνή;
Η Εκκλησία δεν έχει ανάγκη από φοβισμένες σιωπές. Έχει ανάγκη από αλήθεια, διάκριση, μετάνοια, διάλογο και παρρησία. Γιατί η εκκλησιαστική ενότητα δεν είναι η σιωπή των πολλών ενώπιον των ολίγων.
Είναι η κοινή πορεία όλων — επισκόπων, κληρικών, μοναχών και λαϊκών — προς Εκείνον που είπε: «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή».

«Κόψε την αντιδικία από πάνω σου, γιατί έφτασε ο καιρός»
Λίγες λέξεις. Αλλά μέσα τους κρύβεται ένα ολόκληρο πρόγραμμα ζωής.
Ο Αββάς Ματώης δεν λέει στον αδελφό να αποφεύγει απλώς τους καβγάδες. Του ζητά κάτι πολύ βαθύτερο: να ξεριζώσει από μέσα του την ανάγκη να αντιδικεί. Και αυτή η συμβουλή αποκτά ξεχωριστή επικαιρότητα στην εποχή μας.
Μια εποχή διαρκούς αντιδικίας
Ζούμε μέσα σε έναν πρωτοφανή θόρυβο αντιπαραθέσεων.
Πολιτική, κοινωνικά δίκτυα, τηλεοπτικές συζητήσεις, οικογενειακές σχέσεις, ακόμη και εκκλησιαστικά ζητήματα μετατρέπονται εύκολα σε πεδία μάχης. Ο καθένας αισθάνεται ότι πρέπει να αποδείξει πως έχει δίκιο και ο άλλος άδικο. Και όσο περισσότερο αντιδικούμε, τόσο ευκολότερα ξεχνάμε το ίδιο το αντικείμενο της διαφωνίας.
Δεν μας αρκεί πλέον να αποδειχθεί λανθασμένη η άποψη του άλλου. Θέλουμε πολλές φορές να ηττηθεί ο άλλος. Εκεί ακριβώς αρχίζει το πνευματικό πρόβλημα.
Μήπως λοιπόν πρέπει να σωπαίνουμε μπροστά στο άδικο; Ασφαλώς όχι. Ο χριστιανός δεν καλείται να γίνει αδιάφορος απέναντι στο ψεύδος, στην αδικία ή στην προσβολή της ανθρώπινης ελευθερίας και αξιοπρέπειας. Υπάρχουν περιστάσεις στις οποίες η σιωπή δεν είναι αρετή αλλά φυγομαχία.
Άλλο όμως αγωνίζομαι και άλλο αντιδικώ. Μπορώ να αντιστέκομαι χωρίς να μισώ. Να ελέγχω χωρίς να εξευτελίζω. Να καταγγέλλω χωρίς να γίνομαι εμπαθής.
Να υπερασπίζομαι την αλήθεια χωρίς να θεωρώ εχθρό μου εκείνον που διαφωνεί μαζί μου.
Αυτό είναι πολύ δυσκολότερο από έναν καβγά. Διότι στον καβγά πρέπει να νικήσω τον άλλον. Στον πνευματικό αγώνα πρέπει πρώτα να νικήσω τον εαυτό μου.
Η μεγάλη παγίδα του «έχω δίκιο»
Υπάρχει μάλιστα μια λεπτή παγίδα, ιδιαίτερα για εκείνον που πιστεύει ότι αγωνίζεται για μια δίκαιη υπόθεση.
Μπορεί πράγματι να έχει δίκιο και παρ’ όλα αυτά να χάσει την ειρήνη του. Να γεμίσει θυμό. Να γίνει σκληρός. Να βλέπει παντού αντιπάλους. Να μην ανέχεται αντίθετη γνώμη. Να αρχίσει να αγαπά περισσότερο τη νίκη επί του άλλου παρά την αλήθεια την οποία υποτίθεται ότι υπηρετεί.
Τότε συμβαίνει κάτι παράδοξο: μπορεί να έχουμε κερδίσει την αντιδικία και να έχουμε χάσει την ψυχή μας.
Γι’ αυτό ο Αββάς δεν λέει «φρόντισε να κερδίζεις τις αντιδικίες σου». Λέει: «κόψ’ τες από πάνω σου».
Και τότε στρέφει το βλέμμα προς τα μέσα
Αμέσως μετά έρχεται η δεύτερη εντολή: «Κλάψε καὶ πένθησε μετανιωμένος».
Ενώ εμείς κοιτάζουμε τι έκανε ο άλλος, ο Γέροντας μας καλεί να κοιτάξουμε τι συμβαίνει μέσα μας. Αντί να εξετάζω συνεχώς τα λάθη των άλλων, να εξετάσω τα δικά μου. Αντί να αγανακτώ μόνο για την κατάσταση του κόσμου, να αναρωτηθώ για την κατάσταση της ψυχής μου. Αντί να ζητώ συνεχώς μετάνοια από τους άλλους, να αρχίσω από τη δική μου.
Δεν πρόκειται για φυγή από την κοινωνική πραγματικότητα. Πρόκειται για τη σωστή αφετηρία της αλλαγής της. Γιατί ο άνθρωπος που θέλει να διορθώσει ολόκληρο τον κόσμο χωρίς να αγωνίζεται να διορθώσει τον εαυτό του κινδυνεύει τελικά να μεταφέρει στον αγώνα του όλα τα πάθη του.
«Γιατί έφτασε ο καιρός»
Και στο τέλος έρχεται η πιο δυνατή φράση: «Ἔφτασε ὁ καιρός».
Ποιος καιρός; Ο καιρός της μετανοίας. Ο καιρός της επιστροφής. Ο καιρός να καταλάβουμε ότι η ζωή μας δεν είναι απεριόριστη.
Πόσο χρόνο ξοδεύουμε για να αποδείξουμε ότι είχαμε δίκιο; Πόσες ημέρες κρατάμε μέσα μας μια προσβολή; Πόσα χρόνια μπορούν να περάσουν χωρίς να μιλάμε με έναν άνθρωπο επειδή «εκείνος έφταιξε»;
Και κάποια στιγμή ο χρόνος τελειώνει. Τότε πόση σημασία θα έχει ποιος κέρδισε τη διαφωνία;
Να αγωνίζεσαι χωρίς να γίνεσαι αυτό που πολεμάς
Ίσως λοιπόν η εντολή του Αββά Ματώη να είναι εξαιρετικά πολύτιμη ιδιαίτερα για ανθρώπους που αισθάνονται ότι πρέπει να αντισταθούν σε όσα θεωρούν λανθασμένα στην εποχή τους.
Να αγωνίζεσαι, αλλά να μην είσαι εμπαθής. Να αντιστέκεσαι, αλλά να μη μισείς. Να υπερασπίζεσαι την αλήθεια, αλλά να μη λατρεύεις το δικό σου δίκιο. Να ελέγχεις τον κόσμο, αλλά πολύ περισσότερο να ελέγχεις τον εαυτό σου.
Γιατί υπάρχει ένας κίνδυνος μεγαλύτερος ακόμη και από το να χάσουμε μια μάχη: να πολεμάμε επί χρόνια το κακό και, χωρίς να το καταλάβουμε, να αφήσουμε τον τρόπο του να εγκατασταθεί μέσα μας.
Γι’ αυτό ο λόγος του Γέροντα παραμένει τόσο επίκαιρος: Κόψε την αντιδικία. Κράτησε τον αγώνα. Και άρχισε τη μετάνοια από τον εαυτό σου.
Γιατί «ἔφτασε ὁ καιρός».

Να γίνουμε λίγο πιο «στρογγυλοί»
Ο αδελφός πήγε στον Αββά Ματώη με ένα πρόβλημα που, δεκαπέντε αιώνες αργότερα, μοιάζει σαν να περιγράφει τη δική μας εποχή: «Ἡ γλῶσσα μου μὲ στενοχωρεῖ… δὲν μπορῶ νὰ τὴ συγκρατήσω». Και μάλιστα δεν κατέκρινε μόνο τα κακά έργα των άλλων. Έφτανε να τους κατακρίνει ακόμη και «σὲ κάθε ἔργο ἀγαθό».
Αυτό είναι το πρώτο συγκλονιστικό σημείο της διηγήσεως.
Υπάρχει μια κατάσταση της ψυχής στην οποία ο άνθρωπος δεν αναζητεί πλέον αν κάτι είναι καλό ή κακό. Αναζητεί πού θα βρει το ελάττωμα. Και συνήθως το βρίσκει. Γιατί όταν συνηθίσει το μάτι να αναζητεί σκιές, στο τέλος βλέπει παντού σκοτάδι.
Η κατάκριση ακόμη και του καλού
Κάποιος προσφέρει χρήματα; «Το κάνει για να φανεί».
Κάποιος μιλά για ένα κοινωνικό πρόβλημα; «Θέλει δημοσιότητα».
Κάποιος σωπαίνει; «Δεν έχει το θάρρος να μιλήσει».
Κάποιος μιλά; «Θέλει να επιβληθεί».
Κάποιος πετυχαίνει; «Κάποιον θα είχε από πίσω».
Κάποιος αποτυγχάνει; «Αφού ήταν ανίκανος».
Έτσι δημιουργείται μια φοβερή πνευματική κατάσταση. Ο άλλος δεν μπορεί πλέον να κάνει τίποτε σωστό στα μάτια μας. Και αυτό συμβαίνει επειδή το πρόβλημα δεν βρίσκεται πια σ’ αυτό που κάνει εκείνος. Βρίσκεται στο βλέμμα με το οποίο τον κοιτάζουμε εμείς.
Ο Αββάς Ματώης διακρίνει ακριβώς αυτή την αρρώστια. Γι’ αυτό δεν προσπαθεί να διδάξει στον αδελφό πώς να κρίνει δικαιότερα τους άλλους. Του λέει ουσιαστικά: Το πρόβλημα δεν είναι οι άλλοι. Το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορείς ακόμη να ζήσεις μαζί τους χωρίς να τους δικάζεις.
Η γλώσσα δεν είναι το πραγματικό πρόβλημα
Ο αδελφός λέει: «Ἡ γλῶσσα μου μὲ στενοχωρεῖ». Αλλά η γλώσσα είναι απλώς το τελευταίο στάδιο. Πριν μιλήσει η γλώσσα, έχει ήδη μιλήσει ο λογισμός. Έχουμε ήδη αξιολογήσει, συγκρίνει, υποτιμήσει, αποδώσει κίνητρα, καταδικάσει. Η γλώσσα απλώς φανερώνει αυτό που έχει προηγουμένως συντελεστεί μέσα μας.
Γι’ αυτό και η θεραπεία της κατακρίσεως δεν είναι απλώς: «Πρόσεχε τι λες». Είναι κάτι βαθύτερο: «Πρόσεχε πώς βλέπεις». Γιατί μπορεί κάποιος να μη λέει τίποτε και μέσα του να έχει στήσει ολόκληρο δικαστήριο.
Και το παράδοξο είναι ότι στο δικαστήριο αυτό ο ίδιος είναι ταυτόχρονα ανακριτής, εισαγγελέας, μάρτυρας και δικαστής. Και ο άλλος σχεδόν πάντοτε καταδικάζεται.
«Να μην είσαι τετράγωνος, αλλά στρογγυλός»
Εδώ όμως ο Αββάς Ματώης χρησιμοποιεί μια εικόνα εξαιρετικής ψυχολογικής και πνευματικής ακρίβειας: «Ἐκεῖνος ποὺ ζεῖ μὲ τοὺς ἀδελφούς του, δὲν πρέπει νὰ εἶναι τετράγωνος, παρὰ στρογγυλός».
Τι σημαίνει να είναι κανείς «τετράγωνος»; Το τετράγωνο έχει γωνίες. Και οι γωνίες χτυπούν. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν πολλές τέτοιες «γωνίες»: ακαμψία, απόλυτες κρίσεις, απαίτηση να γίνονται όλα όπως εκείνοι θεωρούν σωστά, δυσκολία να ανεχθούν τις αδυναμίες των άλλων. «Εγώ έτσι είμαι». «Εγώ τα λέω έξω από τα δόντια». «Όποιος θέλει ας παρεξηγηθεί». «Το σωστό είναι σωστό». Μπορεί μάλιστα όλα αυτά να παρουσιάζονται ως ειλικρίνεια ή ευθύτητα.
Αλλά πολλές φορές πίσω από αυτή την «ευθύτητα» κρύβεται απλώς η αδυναμία μας να σηκώσουμε τον άλλον όπως πραγματικά είναι.
«Στρογγυλός» δεν σημαίνει άνθρωπος χωρίς αρχές
Εδώ χρειάζεται μεγάλη προσοχή.
Ο Αββάς δεν λέει να γίνουμε άχρωμοι. Δεν λέει να συμφωνούμε με όλους. Δεν λέει να αλλάζουμε αρχές ανάλογα με το περιβάλλον. Η προσαρμοστικότητα για την οποία μιλά δεν είναι καιροσκοπισμός.
Μπορώ να έχω ακλόνητες αρχές και συγχρόνως ήπιο τρόπο. Να διαφωνώ χωρίς να ταπεινώνω. Να ελέγχω χωρίς να συντρίβω. Να λέω την αλήθεια χωρίς να απολαμβάνω το ότι πληγώνω. Να μην εγκρίνω την πράξη του άλλου, αλλά να εξακολουθώ να αγαπώ τον ίδιο.
Αυτό σημαίνει «στρογγυλός». Ο στρογγυλός άνθρωπος δεν αλλάζει την αλήθεια για χάρη του άλλου· αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο πλησιάζει τον άλλον χάριν της αγάπης. Και αυτή η διάκριση είναι τεράστια.
Το μεγάλο σχολείο είναι οι άλλοι
Και τότε έρχεται ίσως το βαθύτερο σημείο της διηγήσεως.
Ο Αββάς Ματώης, ένας ερημίτης, λέει: «Δὲν μένω μονάχος ἀπὸ ἀρετή, παρὰ ἀπὸ ἀδυναμία. Δυνατοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ζοῦν ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους».
Τι ανατροπή!
Θα περίμενε κανείς από έναν ασκητή να παρουσιάσει την απομάκρυνση από τον κόσμο ως ανώτερη πνευματική κατάσταση. Εκείνος κάνει το αντίθετο. Ομολογεί την αδυναμία του. Γιατί είναι σχετικά εύκολο να είσαι πράος όταν κανείς δεν σε ενοχλεί. Είναι εύκολο να είσαι υπομονετικός όταν κανείς δεν δοκιμάζει την υπομονή σου. Είναι εύκολο να θεωρείς ότι δεν είσαι εγωιστής όταν κανείς δεν αντιλέγει στη γνώμη σου. Είναι εύκολο να πιστεύεις ότι αγαπάς τους ανθρώπους όταν τους αγαπάς… από απόσταση.
Η πραγματική δοκιμασία αρχίζει όταν πρέπει να ζήσεις μαζί τους. Με τον δύσκολο σύζυγο. Με το παιδί που αντιδρά. Με τον γείτονα που ενοχλεί. Με τον συνεργάτη που σε αδικεί. Με τον άνθρωπο που μιλά πολύ. Με εκείνον που δεν καταλαβαίνει. Με εκείνον που έχει διαφορετικό χαρακτήρα, διαφορετικές συνήθειες, ακόμη και διαφορετικές απόψεις από τις δικές σου. Εκεί αποκαλύπτεται ποιος πραγματικά είσαι.
Οι άλλοι αποκαλύπτουν τις «γωνίες» μας
Γι’ αυτό πολλές φορές λέμε: «Αυτός με κάνει να θυμώνω». Ίσως όμως ο άλλος δεν δημιούργησε τον θυμό μας. Απλώς τον αποκάλυψε.
Λέμε: «Αυτός μου χαλάει την ειρήνη». Αλλά ποια ειρήνη είναι αυτή που υπάρχει μόνο όταν όλοι συμπεριφέρονται όπως θέλουμε; Η αληθινή ειρήνη δεν είναι η απουσία ενοχλητικών ανθρώπων γύρω μας. Είναι η παρουσία του Θεού μέσα μας, ακόμη και όταν οι άνθρωποι γύρω μας παραμένουν δύσκολοι.
Και τότε καταλαβαίνουμε κάτι ακόμη βαθύτερο: Ο άνθρωπος που μας δυσκολεύει μπορεί, χωρίς να το γνωρίζει, να γίνεται καθρέφτης της ψυχής μας. Μας δείχνει τις γωνίες που ακόμη έχουμε.
Και σήμερα έχουμε ένα επιπλέον πρόβλημα
Στην εποχή μας μπορούμε πλέον να κατακρίνουμε ανθρώπους που ούτε καν γνωρίζουμε. Μια φωτογραφία, μια δήλωση, ένα βίντεο λίγων δευτερολέπτων αρκούν. Και αμέσως γνωρίζουμε ποιος είναι, τι πιστεύει, γιατί το είπε, ποια συμφέροντα υπηρετεί και τι άνθρωπος είναι. Τα κοινωνικά δίκτυα έχουν δημιουργήσει ίσως τη μεγαλύτερη μηχανή κατακρίσεως που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα.
Κάποτε, για να κατακρίνεις κάποιον, έπρεπε τουλάχιστον να τον γνωρίζεις. Σήμερα αρκεί μια οθόνη. Και επειδή δεν βλέπουμε το πρόσωπό του απέναντί μας, γράφουμε πράγματα που πιθανότατα δεν θα τολμούσαμε ποτέ να του πούμε κοιτάζοντάς τον στα μάτια.
Έτσι η «γλώσσα» για την οποία παραπονιόταν ο αδελφός στον Αββά Ματώη απέκτησε σήμερα πληκτρολόγιο, κινητό τηλέφωνο και κοινωνικά δίκτυα. Το πάθος όμως παρέμεινε ακριβώς το ίδιο.
Η δυσκολότερη άσκηση
Ίσως λοιπόν η μεγάλη άσκηση για τον σημερινό άνθρωπο να μην είναι να φύγει στην έρημο.
Είναι να παραμείνει ανάμεσα στους ανθρώπους χωρίς να χάσει την αγάπη του γι’ αυτούς. Να βλέπει τα ελαττώματά τους χωρίς να τους περιφρονεί. Να γνωρίζει τα λάθη τους χωρίς να τους ταυτίζει με αυτά. Να διαφωνεί χωρίς να εχθρεύεται. Να διορθώνει, όταν χρειάζεται, χωρίς να εξουθενώνει. Να συγχωρεί. Να υποχωρεί εκεί όπου δεν διακυβεύεται η αλήθεια.
Και κυρίως, πριν κοιτάξει τις «γωνίες» του άλλου, να αναζητεί τις δικές του. Γιατί τελικά ίσως αυτό να σημαίνει το παράξενο εκείνο «γίνε στρογγυλός»: Όχι να χάσεις το σχήμα σου. Όχι να χάσεις την προσωπικότητα ή τις αρχές σου. Αλλά να λειάνεις, με την ταπείνωση και την αγάπη, εκείνες τις γωνίες του εγώ σου που πληγώνουν κάθε άνθρωπο που σε πλησιάζει.
Και τότε καταλαβαίνουμε γιατί ο Αββάς Ματώης αποκαλεί «δυνατούς» εκείνους που μπορούν να ζουν ανάμεσα στους ανθρώπους. Γιατί η έρημος μπορεί να μας απαλλάξει από τον δύσκολο άνθρωπο. Η αγάπη όμως μας μαθαίνει να ζούμε μαζί του. Και αυτή είναι πολύ δυσκολότερη άσκηση.

Τρεις ανατροπές που ελευθερώνουν τον άνθρωπο
Γεώργιος Αποστολάκης
Εἶπε ὁ Ἀββᾶς Ματώης· «Τρεῖς Γέροντες πῆγαν στὸν Ἀββᾶ Παφνούτιο τὸν Κεφαλᾶ νὰ τὸν παρακαλέσουν γιὰ καμμιὰ συμβουλή.
Τοὺς ρώτησε λοιπὸν ὁ Γέροντας· “ Τί θέλετε νὰ σᾶς πῶ; Πνευματικὰ ἢ σωματικὰ πράγματα; ”.
Τοῦ ἀπαντοῦν· “Πνευματικά”.
Τότε τοὺς λέει ὁ Γέροντας· “Πηγαίνετε στὴν εὐχὴ τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀγαπήσετε πιότερο τὴν θλίψη παρὰ τὴν ἀνάπαυση· τὶς προσβολὲς περισσότερο παρὰ τὴν δόξα· τὸ δόσιμο καλύτερα παρὰ τὸ πάρσιμο”».
Παράξενα λόγια για τη σημερινή εποχή. Ίσως μάλιστα περισσότερο παράξενα σήμερα απ’ ό,τι όταν τα είπε ο Αββάς Παφνούτιος στους τρεις Γέροντες που πήγαν να ζητήσουν πνευματική συμβουλή. Διότι ολόκληρος σχεδόν ο σύγχρονος τρόπος ζωής μάς διδάσκει το ακριβώς αντίθετο.
Να αποφεύγουμε τη θλίψη και να επιδιώκουμε την άνεση. Να αποφεύγουμε την προσβολή και να επιζητούμε την αναγνώριση. Να δίνουμε όσο γίνεται λιγότερα και να αποκτούμε όσο γίνεται περισσότερα.
Κι όμως, ο Γέροντας ανατρέπει αυτή τη λογική με τρεις μόνο φράσεις.
«Τὴ θλίψη παρὰ τὴν ἀνάπαυση»
Δεν μας καλεί, ασφαλώς, να αναζητούμε τον πόνο ούτε να θεωρούμε κακό την ανάπαυση. Μας καλεί να μη μετατρέψουμε την άνεση σε κριτήριο της ζωής μας.
Ο σημερινός πολιτισμός μάς υπόσχεται διαρκώς μια ζωή χωρίς κόπο: όλα γρηγορότερα, ευκολότερα, αυτοματοποιημένα, χωρίς αναμονή, χωρίς στερήσεις, χωρίς θυσίες. Και σιγά σιγά κινδυνεύουμε να θεωρήσουμε κακό ο,τιδήποτε μας δυσκολεύει.
Αλλά ο άνθρωπος που δεν αντέχει καμία δυσκολία γίνεται τελικά ευάλωτος. Για να μη χάσει την άνεσή του, είναι έτοιμος πολλές φορές να κάνει παραχωρήσεις στη συνείδησή του, στις αρχές του, ακόμη και στην ελευθερία του.
Η εκούσια αποδοχή λοιπόν του κόπου, της εγκράτειας, της υπομονής και κάποτε της στέρησης γίνεται άσκηση ελευθερίας.
Να μπορώ να πω: προτιμώ να δυσκολευτώ παρά να κάνω κάτι που η συνείδησή μου δεν δέχεται.
Αυτή είναι μια βαθιά σύγχρονη ανάγνωση του: «τὴ θλίψη παρὰ τὴν ἀνάπαυση».
«Τὶς προσβολὲς περισσότερο παρὰ τὴ δόξα»
Ποτέ ίσως ο άνθρωπος δεν είχε τόση δυνατότητα να εκθέτει τον εαυτό του στα μάτια των άλλων.
Κοινωνικά δίκτυα, εικόνα, «μου αρέσει», ακόλουθοι, δημόσια επιδοκιμασία. Ακόμη και χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, εκπαιδευόμαστε να μετράμε την αξία μας από την αποδοχή των άλλων.
Ο Αββάς προτείνει την αντίθετη ελευθερία: να μη χρειάζεσαι το χειροκρότημα για να είσαι αυτό που είσαι.
Να μπορείς να υπερασπιστείς αυτό που θεωρείς αληθινό, ακόμη κι όταν γίνεσαι δυσάρεστος. Να αντέξεις την ειρωνεία, την περιθωριοποίηση ή την απαξίωση χωρίς να αλλάξεις τη συνείδησή σου για να γίνεις αρεστός.
Δεν σημαίνει ότι περιφρονούμε τους άλλους ή ότι θεωρούμε κάθε αντίδραση εναντίον μας απόδειξη ότι έχουμε δίκιο. Σημαίνει κάτι δυσκολότερο: ότι η κοινωνική αποδοχή δεν γίνεται ο κύριος της συνείδησής μας.
«Τὸ δόσιμο καλύτερα παρὰ τὸ πάρσιμο»
Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ανατροπή.
Ο σύγχρονος άνθρωπος μαθαίνει από μικρός να ρωτά: Τι θα κερδίσω; Τι δικαιούμαι; Τι θα αποκτήσω; Τι θα μου προσφέρει αυτό;
Ο Γέροντας αντιστρέφει το ερώτημα: Τι μπορώ να δώσω;
Χρόνο. Κόπο. Χρήματα. Συγχώρηση. Φροντίδα. Παρουσία. Ένα μέρος από την άνεσή μου για κάποιον που με χρειάζεται.
Αυτό είναι το μεγάλο μυστήριο της χριστιανικής ζωής: ο άνθρωπος δεν γίνεται πλουσιότερος συσσωρεύοντας, αλλά προσφέροντας. Διότι το πρότυπό του δεν είναι ο άνθρωπος που κατέχει, αλλά ο Χριστός που προσφέρεται.
Μια συμβουλή για τον άνθρωπο του 21ου αιώνα
Οι τρεις φράσεις του Αββά Παφνουτίου μοιάζουν τελικά σαν τρία αντίδοτα στις μεγάλες εξαρτήσεις της εποχής μας: (Α) στη λατρεία της άνεσης αντιτάσσει την άσκηση, (Β) στη λατρεία της εικόνας την ταπείνωση, (Γ) στη λατρεία της απόκτησης την προσφορά.
Και πίσω και από τα τρία βρίσκεται ένα κοινό ζητούμενο: η ελευθερία του ανθρώπου.
Ελεύθερος από την ανάγκη να περνά πάντοτε καλά. Ελεύθερος από την ανάγκη να τον επαινούν. Ελεύθερος από την ανάγκη να αποκτά συνεχώς περισσότερα.
Οι Πατέρες της ερήμου, που έζησαν χωρίς σχεδόν τίποτε από όσα θεωρούμε σήμερα απαραίτητα, γνώριζαν κάτι που εμείς κινδυνεύουμε να ξεχάσουμε: Δεν είναι ελεύθερος εκείνος που μπορεί να αποκτήσει τα πάντα. Ελεύθερος είναι εκείνος που μπορεί και να τα στερηθεί, χωρίς να χάσει τον εαυτό του.
Και ίσως αυτή να είναι σήμερα μία από τις πιο επίκαιρες μορφές ασκήσεως.

Το παρόν άρθρο αποτελεί μια απάντηση προ τον αρχιμανδρίτη π. Αθηναγόρα Σουπουρτζή για τις θέσεις που διατύπωσε με παρέμβασή του στο f/b επί του αναρτημένου εκεί άρθρου μου "Οι τρεις βαθμίδες της ψηφιακής μεταστοιχείωσης". Ο διάλογος λύνει παρεξηγήσεις, αναδεικνύει ζητήματα και βοηθά στην κατανόησή τους. Μακάρι να έπαιρνε θέση και κανένας επίσκοπος.
Ο Προσωπικός Αριθμός και η πνευματική ευθύνη της έγκαιρης εγρήγορσης
Διάλογος με έναν κληρικό.
Με ιδιαίτερο σεβασμό προς τον λόγιο συνομιλητή μας (αρχιμανδρίτη π. Αθηναγόρα Σουπουρτζή), προς την ιερατική του ιδιότητα και προς τον συνοδικό θεσμό, θεωρούμε αναγκαίο να διευκρινίσουμε ότι η διαφωνία μας δεν στηρίζεται στην απλουστευτική θέση ότι κάθε διοικητικός αριθμός αποτελεί αυτομάτως το «χάραγμα» της Αποκαλύψεως. Ούτε ισχυριζόμαστε ότι κάθε τεχνολογικό μέσο είναι εκ φύσεως κακό ή ότι η χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας συνιστά αφ’ εαυτής άρνηση της πίστεως.
Το πραγματικό ερώτημα είναι βαθύτερο: πότε οφείλει να αρχίζει η πνευματική, εκκλησιαστική και κοινωνική αντίσταση; Όταν ένας ολοκληρωμένος μηχανισμός εξαναγκασμού και αποκλεισμού έχει ήδη τεθεί σε λειτουργία ή όταν διακρίνουμε ότι οικοδομούνται σταδιακά οι αναγκαίες προϋποθέσεις του; Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η ουσιαστική διαφορά μας.
Α.- Δεν εξετάζουμε τον Προσωπικό Αριθμό απομονωμένο
Ο σεβαστός κληρικός αντιμετωπίζει τον Προσωπικό Αριθμό κυρίως ως ένα συγκεκριμένο διοικητικό αναγνωριστικό. Υπό αυτήν την απομονωμένη θεώρηση είναι ευχερές να υποστηριχθεί ότι ένας αριθμός, αυτός καθαυτός, δεν έχει θεολογικό περιεχόμενο. Πράγματι, κανείς αριθμός δεν είναι από μόνος του ούτε αγαθός ούτε κακός, ούτε μπορεί να αποτελεί αυτομάτως ομολογία ή άρνηση πίστεως.
Το ζήτημα, όμως, δεν είναι η αριθμητική μορφή του Π.Α. Το ζήτημα είναι η λειτουργία του μέσα στη συνολική αρχιτεκτονική που οικοδομείται.
Ο Προσωπικός Αριθμός προορίζεται να αποτελέσει το ενιαίο και μόνιμο αναγνωριστικό, μέσω του οποίου θα αντιστοιχίζονται και θα διασυνδέονται οι διαφορετικές πλευρές της διοικητικής και κοινωνικής παρουσίας του ανθρώπου. Συνδέεται με τη νέα ηλεκτρονική ταυτότητα, τα κρατικά μητρώα, τις ψηφιακές υπηρεσίες και, δυνητικά, με κάθε μελλοντική διαδικασία ηλεκτρονικής πιστοποίησης.
Δεν έχουμε, επομένως, ενώπιόν μας έναν ακόμη αριθμό μητρώου περιορισμένης χρήσεως. Έχουμε το κεντρικό «κλειδί» μιας υποδομής καθολικής ταυτοποίησης και διασύνδεσης. Η αξιολόγησή του δεν μπορεί να γίνεται μόνο με βάση το τι επιτρέπει σήμερα η νομοθεσία, αλλά και με βάση τη δύναμη που αποκτά το σύστημα για το αύριο.
Η τεχνολογία δεν πρέπει να κρίνεται μόνο από τη διακηρυγμένη σημερινή χρήση της. Πρέπει να κρίνεται και από τις δυνατότητες εξουσίας που συγκεντρώνει, ιδίως όταν οι δυνατότητες αυτές μπορούν αργότερα να ενεργοποιηθούν με μία απλή νομοθετική ή διοικητική μεταβολή.
Β. Άλλο η ταύτιση και άλλο η πνευματική συσχέτιση
Ο συνομιλητής μας ορθώς απορρίπτει την αυτόματη ταύτιση κάθε ηλεκτρονικού συστήματος ταυτοποίησης με το «χάραγμα». Συμφωνούμε ότι η προφητεία της Αποκαλύψεως δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται επιπόλαια, ούτε να μετατρέπεται σε εργαλείο φόβου.
Από αυτό, όμως, δεν ακολουθεί ότι απαγορεύεται κάθε πνευματική συσχέτιση των σύγχρονων εξελίξεων με την προφητική προειδοποίηση. Το 13ο κεφάλαιο της Αποκαλύψεως δεν περιγράφει απλώς έναν οποιονδήποτε αριθμό. Περιγράφει ένα σύστημα εξουσίας μέσα στο οποίο η δυνατότητα αγοράς και πώλησης εξαρτάται από την αποδοχή συγκεκριμένου σημείου και αριθμού.
Η ουσία, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο στον αριθμό. Βρίσκεται στη σύνδεση της ενιαίας αναγνώρισης του ανθρώπου, της υποχρεωτικής συμμετοχής σε ένα σύστημα, του ελέγχου των κοινωνικών και οικονομικών λειτουργιών και της δυνατότητας αποκλεισμού εκείνου που δεν συμμορφώνεται.
Δεν λέμε ότι ο σημερινός Π.Α. είναι ήδη το «χάραγμα». Λέμε ότι ο συνδυασμός μοναδικού αριθμού, καθολικής ηλεκτρονικής ταυτότητας, διασύνδεσης δεδομένων και αποκλειστικά ψηφιακής πιστοποίησης μπορεί να δημιουργήσει την τεχνική και διοικητική υποδομή ενός συστήματος που θα διαθέτει τα λειτουργικά χαρακτηριστικά τα οποία περιγράφονται στην Αποκάλυψη.
Η διάκριση αυτή είναι αποφασιστική. Δεν ταυτίζουμε αυθαίρετα. Δεν αδιαφορούμε, όμως, ούτε για την κατεύθυνση προς την οποία οδηγούνται τα πράγματα.
Γ. Η θεολογική διάσταση δεν αρχίζει μόνο με ρητή απαίτηση αρνήσεως της πίστεως
Σύμφωνα με την άποψη που ο σεβαστός κληρικός διατυπώνει, η θεολογική αξιολόγηση ενός μέτρου εξαρτάται κυρίως από το εάν αυτό συνδέεται με εξαναγκασμό της συνείδησης, περιορισμό της θρησκευτικής ομολογίας ή αποκλεισμό από βασικές κοινωνικές και οικονομικές λειτουργίες λόγω θρησκευτικών πεποιθήσεων.
Τα κριτήρια αυτά είναι ασφαλώς σοβαρά. Είναι, όμως, υπερβολικά στενά αν εφαρμοσθούν αποκλειστικά.
Η προσβολή της ελευθερίας του προσώπου δεν αρχίζει μόνο όταν το κράτος ζητήσει από τον χριστιανό να αρνηθεί ρητώς τον Χριστό. Πνευματικό ζήτημα ανακύπτει και όταν διαμορφώνεται ένα περιβάλλον καθολικού ελέγχου, μέσα στο οποίο ο άνθρωπος παύει σταδιακά να αντιμετωπίζεται ως ελεύθερο και ανεπανάληπτο πρόσωπο και μετατρέπεται σε πλήρως καταγράψιμη, προβλέψιμη και διαχειρίσιμη ψηφιακή οντότητα.
Η ορθόδοξη ανθρωπολογία δεν ενδιαφέρεται μόνο για την ελευθερία της εξωτερικής θρησκευτικής ομολογίας. Ενδιαφέρεται για το αυτεξούσιο, για την ελευθερία της συνείδησης, για την ανεπανάληπτη αξία του προσώπου και για την αποτροπή κάθε εξουσίας που επιδιώκει να κυριαρχήσει ολοκληρωτικά επάνω στον άνθρωπο.
Επομένως, η καθολική προφιλοποίηση, η αλγοριθμική χειραγώγηση και η δυνατότητα κοινωνικού αποκλεισμού δεν είναι απλώς τεχνικά προβλήματα ή ζητήματα προστασίας προσωπικών δεδομένων. Αφορούν άμεσα την ελευθερία του ανθρώπινου προσώπου και, ως εκ τούτου, διαθέτουν αναμφισβήτητη πνευματική και θεολογική διάσταση.
Δ. Οι τρεις βαθμίδες του κινδύνου
Είναι χρήσιμο να διακρίνουμε τρεις διαφορετικές συνέπειες της ψηφιακής μεταστοιχείωσης.
Η πρώτη είναι η προφιλοποίηση και ο εντοπισμός του πολίτη μέσω της συγκέντρωσης και καθολικής διασύνδεσης των πληροφοριών του. Εδώ απειλείται πρωτίστως η ιδιωτικότητα.
Η δεύτερη είναι η δυνατότητα επηρεασμού των αποφάσεων, των προτιμήσεων και των απόψεών του μέσω αλγορίθμων. Εδώ απειλείται το ανεπηρέαστο της κρίσης και, τελικά, το ίδιο το αυτεξούσιο.
Η τρίτη και σοβαρότερη είναι η δημιουργία του αποκλειστικά ψηφιακού πολίτη: του ανθρώπου που, εάν δεν διαθέτει τον απαιτούμενο αριθμό και την ηλεκτρονική ταυτότητα και δεν πιστοποιείται μέσω αυτών, δεν μπορεί να εργάζεται, να συναλλάσσεται, να ταξιδεύει, να λαμβάνει δημόσιες υπηρεσίες ή να ασκεί θεμελιώδη δικαιώματα.
Στην τρίτη αυτή βαθμίδα ο αριθμός και η ηλεκτρονική ταυτότητα παύουν να είναι απλά μέσα διευκόλυνσης. Γίνονται όροι κοινωνικής υπάρξεως. Ο φυσικός άνθρωπος δεν αρκεί πλέον να εμφανισθεί ενώπιον της Πολιτείας ως πρόσωπο. Πρέπει να αναγνωρισθεί προηγουμένως από το ψηφιακό σύστημα. Εάν το σύστημα δεν τον πιστοποιεί, θα είναι κοινωνικά σαν να μην υπάρχει.
Αυτό είναι το έσχατο σημείο. Αυτή είναι η κόκκινη γραμμή.
Και ακριβώς επειδή ο κληρικός αναγνωρίζει ότι ο αποκλεισμός από βασικές κοινωνικές και οικονομικές λειτουργίες αποτελεί κρίσιμο στοιχείο θεολογικής αξιολόγησης, η μεταξύ μας διαφωνία περιορίζεται κυρίως στο πότε πρέπει να αντιδράσουμε. Εκείνος φαίνεται να τοποθετεί την αποφασιστική κρίση όταν ο αποκλεισμός θα έχει ήδη θεσπισθεί. Εμείς υποστηρίζουμε ότι πρέπει να εμποδίσουμε εγκαίρως την ολοκλήρωση της υποδομής που θα καταστήσει τον αποκλεισμό τεχνικά εύκολο και πολιτικά εφαρμόσιμο.
Ε. Η αρχή της προαιρετικότητας είναι η ασφαλής δοκιμασία
Εάν ο Προσωπικός Αριθμός και η ηλεκτρονική ταυτότητα είναι πράγματι απλώς μέσα διοικητικής διευκόλυνσης, γιατί πρέπει να είναι υποχρεωτικά;
Γιατί να μην παρέχεται στον πολίτη η δυνατότητα να εξυπηρετείται και να πιστοποιείται με εναλλακτικό, μη ηλεκτρονικό τρόπο; Γιατί να μην προστατεύεται θεσμικά το δικαίωμα εκείνου που, για λόγους συνείδησης, ιδιωτικότητας ή ασφάλειας, δεν επιθυμεί να ενταχθεί σε ένα ενιαίο ψηφιακό σύστημα;
Η προαιρετικότητα αποτελεί το καθαρότερο κριτήριο των πραγματικών προθέσεων ενός συστήματος. Όσο το ψηφιακό μέσο είναι επιλογή, παραμένει εργαλείο στην υπηρεσία του ανθρώπου. Όταν γίνεται υποχρεωτικό και αποκλειστικό, ο άνθρωπος τίθεται στην υπηρεσία του συστήματος.
Η απαίτηση της «ΕΞΟΔΟΥ» δεν είναι η κατάργηση της τεχνολογίας ούτε η απαγόρευση της ψηφιακής εξυπηρέτησης για όσους την επιθυμούν. Είναι η κατοχύρωση της προαιρετικότητας, η διατήρηση φυσικών και αναλογικών τρόπων συναλλαγής και το δικαίωμα του πολίτη να υπάρχει και να συμμετέχει στην κοινωνία χωρίς υποχρεωτική ψηφιακή ταυτότητα και καθολικό προσωπικό αναγνωριστικό.
Αυτή η θέση είναι και δημοκρατικά και ποιμαντικά ισορροπημένη. Δεν επιβάλλει την άρνηση σε κανέναν, αλλά δεν επιτρέπει ούτε την επιβολή της αποδοχής σε όλους.
ΣΤ. Η συνοδική διαβεβαίωση δεν κλείνει οριστικά τον προβληματισμό
Τιμούμε τον συνοδικό θεσμό και δεν παραγνωρίζουμε τη βαρύτητα της απόφασης της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου. Ωστόσο, η ΔΙΣ δεν ταυτίζεται με την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας, αλλά αποτελεί διαρκές διοικητικό όργανο περιορισμένης σύνθεσης και συγκεκριμένων αρμοδιοτήτων. Επομένως, η κρίση της για τον Προσωπικό Αριθμό δεν μπορεί να εμφανίζεται ως οριστική και αμετάκλητη συνοδική απόφαση ολόκληρης της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Πολύ περισσότερο δεν αποκλείει την περαιτέρω θεολογική εξέταση του ζητήματος ούτε δεσμεύει τη συνείδηση των πιστών σαν να επρόκειτο για απόφαση δογματικού χαρακτήρα.
Δεν ξέρουμε αν έγινε διάλογος μεταξύ των μελών της, ούτε ποιες γνώμες/τάσεις διαμορφώθηκαν. Η κρίση της αφορά τον Προσωπικό Αριθμό υπό τα δεδομένα που τέθηκαν τότε ενώπιόν της από τον εκπρόσωπο του Κράτους και το νομικό της σύμβουλο. Εάν τεθούν όμως υπόψη της Συνόδου της Ιεραρχίας άλλα στοιχεία για τη λειτουργία του, την έκταση της διασύνδεσης, το βαθμό υποχρεωτικότητας και κυρίως για τις συνέπειες της μη αποδοχής του, οφείλει να επανεξετασθεί και η αξιολόγησή του.
Επιπλέον, η θεολογική κρίση δεν μπορεί να είναι ανεξάρτητη από την τεχνική και νομική πραγματικότητα. Εάν η τεχνική ενημέρωση στην ΔΙΣ περιορίσθηκε στην περιγραφή του μέτρου ως διοικητικής διευκόλυνσης, χωρίς πλήρη εξέταση της μελλοντικής διαλειτουργικότητας, της δυνατότητας καθολικής διασύνδεσης και του ενδεχόμενου αποκλεισμού, τότε και η θεολογική διαβεβαίωση αναγκαστικά εκδόθηκε μέσα σε περιορισμένο πραγματικό πλαίσιο.
Το ζήτημα δεν είναι αν η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας έχει αρμοδιότητα να εκφέρει θεολογική κρίση. Ασφαλώς και έχει. Το ερώτημα είναι αν όταν κληθεί να αποφανθεί θα έχει τεθεί ενώπιόν της ολόκληρη η αρχιτεκτονική και όλες οι πιθανές συνέπειες του συστήματος, ώστε η κρίση της να καλύπτει όχι μόνο τον σημερινό Π.Α., αλλά και τη σύνδεσή του με τις ηλεκτρονικές ταυτότητες και κυρίως τη μελλοντική μετατροπή του διδύμου αυτού σε υποχρεωτική πύλη κοινωνικής συμμετοχής.
Άλλωστε, η ίδια η συνοδική παράδοση δεν καταργεί την προσωπική ευθύνη, τη φωνή της συνείδησης και την υποχρέωση ποιμένων και πιστών να επισημαίνουν εγκαίρως έναν αναδυόμενο κίνδυνο. Η υπακοή στην Εκκλησία δεν είναι πνευματική αδράνεια ούτε παραίτηση από τη διάκριση και τη νήψη. Υπενθυμίζουμε ότι δεν είναι λίγες οι αποφάσεις Συνόδων που τις απέρριψε η εκκλησιαστική συνείδηση (βλ. περί ληστρικών συνόδων).
Ζ. Δεν αρκεί να αντιδράσουμε όταν θα είναι πλέον αργά
Κανένα ολοκληρωτικό σύστημα δεν εμφανίζεται εξαρχής με την τελική του μορφή. Οικοδομείται σταδιακά[1], με επιμέρους μέτρα που παρουσιάζονται ως ουδέτερα, χρήσιμα και απολύτως αναγκαία. Πρώτα δημιουργείται το μοναδικό αναγνωριστικό. Έπειτα διασυνδέονται τα μητρώα. Στη συνέχεια οι υπηρεσίες μεταφέρονται αποκλειστικά στο ψηφιακό περιβάλλον. Τελικά η ψηφιακή πιστοποίηση γίνεται αναγκαίος όρος πρόσβασης σε δικαιώματα και αγαθά.
Σε κάθε στάδιο μπορεί να υποστηρίζεται ότι «δεν έχει ακόμη συμβεί κάτι θεολογικά επιλήψιμο». Όταν, όμως, ολοκληρωθεί η αλυσίδα, ο άνθρωπος που θα θελήσει να αρνηθεί ίσως βρεθεί ήδη χωρίς πραγματική δυνατότητα επιλογής.
Η χριστιανική νήψη δεν είναι πανικός, ούτε συνωμοσιολογία. Είναι η ικανότητα να διακρίνουμε τις εξελίξεις πριν φθάσουν στην τελική τους μορφή. Ο συνετός δεν περιμένει να εκδηλωθεί ολόκληρο το κακό για να αναγνωρίσει την κατεύθυνσή του. Εξετάζει τα σημεία, τις δυνατότητες, τις εξαρτήσεις που δημιουργούνται και τις ελευθερίες που βαθμιαία καταργούνται.
Γι’ αυτό η θέση μας δεν είναι ότι «ο Π.Α. είναι ήδη το χάραγμα». Είναι ότι δεν πρέπει να επιτρέψουμε να γίνει, μαζί με την υποχρεωτική ηλεκτρονική ταυτότητα, το αναγκαίο εργαλείο ενός συστήματος μέσα στο οποίο κανείς δεν θα μπορεί να αγοράζει, να πωλεί, να εργάζεται ή να συμμετέχει κοινωνικά χωρίς την ψηφιακή έγκρισή του.
Η.- Συμπέρασμα
Συμφωνούμε με τον σεβαστό κληρικό ότι χρειάζεται θεολογική σοβαρότητα, αποφυγή εύκολων ταυτίσεων και σεβασμός προς τον συνοδικό θεσμό. Διαφωνούμε, όμως, με την ιδέα ότι ο πνευματικός προβληματισμός μπορεί να ανασταλεί έως ότου εμφανισθεί ρητός εξαναγκασμός της συνείδησης ή ολοκληρωμένος κοινωνικός αποκλεισμός.
Το θεολογικό ζήτημα δεν αρχίζει μόνο στο τέλος της διαδρομής. Αρχίζει από τη στιγμή που ο άνθρωπος παύει να αποτελεί το μέτρο της τεχνολογίας και η συμμετοχή του στην κοινωνία αρχίζει να εξαρτάται από την υπαγωγή του σε ένα καθολικό ψηφιακό σύστημα.
Η ιδιωτικότητα είναι μεγάλο αγαθό. Το ανεπηρέαστο της κρίσης και το αυτεξούσιο είναι ακόμη μεγαλύτερα. Η τελική, όμως, κόκκινη γραμμή είναι να μην καταστεί η ψηφιακή ταυτότητα και ο αριθμός όρος κοινωνικής υπάρξεως.
Κάθε δημοκρατικός πολίτης έχει καθήκον να υπερασπισθεί αυτή τη γραμμή. Ο χριστιανός έχει επιπλέον πνευματικό χρέος να βρίσκεται σε διαρκή νήψη. Όχι για να ορίσει αυθαίρετα ημερομηνίες και ταυτίσεις, αλλά για να μη συναινέσει, από αμέλεια ή εφησυχασμό, στην οικοδόμηση ενός μηχανισμού που αύριο θα μπορεί να απαιτήσει από τον άνθρωπο την πλήρη υποταγή του.
[1] Για την πορεία εξοικείωσης από την «κάρτα» στο «σφράγισμα» βλ. σχετικά τη διδασκαλία του Οσίου Παϊσίου σε: Γ. Αποστολάκη, «Η διδασκαλία του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου περί ηλεκτρονικών ταυτοτήτων υπό το φως της πατερικής εσχατολογίας», https://www.iepomenimera.gr/index.php/el/ekklisia-kai-theologia/georgios-apostolakis-i-didaskalia-tou-osiou-paisiou-tou-agioreitou-peri-ilektronikon-taftotiton-ypo-to-fos-tis-paterikis-esxatologias.

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο: info@iepomenimera.gr