



Όταν η «οικουμενική» αποστολή γίνεται γεωπολιτική αντιπροσωπεία
Η επίσκεψη του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών στην Ουκρανία και η άνιση εκκλησιαστική ευαισθησία απέναντι στους διωκόμενους πιστούς του Μητροπολίτη Ονουφρίου
Η επίσκεψη αντιπροσωπείας του «Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών» στην Ουκρανία, από τις 14 έως τις 17 Ιουλίου 2026, υπό τον γενικό γραμματέα του, καθηγητή Jerry Pillay, παρουσιάστηκε ως αποστολή αλληλεγγύης προς τον ουκρανικό λαό και υποστήριξης της ειρήνης.
Κανείς δεν αμφισβητεί το χριστιανικό καθήκον συμπαραστάσεως προς έναν λαό που δοκιμάζεται από τη ρωσική εισβολή, με τους θανάτους, τις καταστροφές και την προσφυγιά που αυτή προκάλεσε. Ούτε μπορεί να μένει χωρίς κριτική η θρησκευτική δικαιολόγηση του πολέμου από τη ρωσική εκκλησιαστική ηγεσία. Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού: στην επιλεκτικότητα της εκκλησιαστικής ευαισθησίας και στην ευκολία με την οποία η αλληλεγγύη προς έναν λαό μετατρέπεται σε επικύρωση της κρατικής και γεωπολιτικής γραμμής της ηγεσίας του.
Δύο συνομιλίες, αλλά όχι ίση αντιμετώπιση
Στις 15 Ιουλίου η αντιπροσωπεία του ΠΣΕ συναντήθηκε με το Πανουκρανικό Συμβούλιο Εκκλησιών και Θρησκευτικών Οργανώσεων και πραγματοποίησε ιδιαίτερη επίσκεψη στην κατοικία του Επιφανίου, επικεφαλής της αποκαλούμενης Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας. Η συνάντηση προβλήθηκε αναλυτικά και συνοδεύθηκε από φωτογραφικό υλικό. Εκεί εκφράστηκε η «ακλόνητη υποστήριξη» προς την Ουκρανία και καταδικάστηκε η ρωσική επιθετικότητα ως παράνομη, ανήθικη και απολύτως απαράδεκτη.
Μετά την ολοκλήρωση της επισκέψεως, το ίδιο το ΠΣΕ ανακοίνωσε ότι πραγματοποιήθηκαν «στοχευμένες συνομιλίες» τόσο με την Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία του Μητροπολίτη Ονουφρίου όσο και με την Εκκλησία του Επιφανίου. Η διευκρίνιση είναι ουσιώδης: δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η αντιπροσωπεία αρνήθηκε κάθε επικοινωνία με την Εκκλησία του Ονουφρίου.
Ωστόσο, η ανακοίνωση δεν κατονομάζει τους εκπροσώπους της, δεν αναφέρει συνάντηση με τον ίδιο τον Μητροπολίτη και δεν εκθέτει όσα καταγγέλθηκαν για αφαιρέσεις ναών, διώξεις κληρικών, έρευνες σε μονές, συλλήψεις, διοικητικές πιέσεις και το νομοθετικό πλαίσιο που απειλεί την υπόστασή της. Για τη μία πλευρά υπήρξαν ιδιαίτερη επίσκεψη, ονομαστική προβολή και φωτογραφίες· για την άλλη, μία συνοπτική αναφορά χωρίς πρόσωπα, περιεχόμενο ή δημόσια δέσμευση προστασίας των δικαιωμάτων της.
Η διαφορά δεν είναι απλώς επικοινωνιακή. Στην εκκλησιαστική διπλωματία, οι συναντήσεις, οι εικόνες, οι ανακοινώσεις και οι αποσιωπήσεις παράγουν θεσμικό και εκκλησιολογικό αποτέλεσμα.
Άκουσαν τους διωκόμενους – αλλά ποιον πίστεψαν;
Ο Jerry Pillay ανέφερε ότι συζητήθηκαν οι σχέσεις Εκκλησίας και κράτους και οι συνέπειες της νέας ουκρανικής νομοθεσίας. Πρόσθεσε, όμως, ότι η αντιπροσωπεία άκουσε την απάντηση της κυβερνήσεως και τη διαβεβαίωση του Πανουκρανικού Συμβουλίου Εκκλησιών ότι η ρύθμιση «δεν απειλεί τη θρησκευτική ελευθερία στην Ουκρανία».
Εδώ βρίσκεται η ουσία. Η αντιπροσωπεία συνομίλησε και με τις δύο πλευρές, αλλά ως τελικό συμπέρασμα πρόβαλε τη διαβεβαίωση της κρατικής και θεσμικής ουκρανικής πλευράς. Δεν πληροφορούμαστε τι ακριβώς της κατήγγειλαν οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας του Ονουφρίου ούτε πώς αξιολογήθηκαν οι καταγγελίες τους. Εάν η συνομιλία με τους διωκόμενους δεν αφήνει ίχνος στο τελικό ανακοινωθέν, ενώ η άρνηση των διώξεων προβάλλεται ως καθησυχαστική απάντηση, η ακρόαση κινδυνεύει να αποδειχθεί προσχηματική.
Δεν αρκεί να ακούσεις τον διωκόμενο. Οφείλεις να ερευνήσεις όσα καταγγέλλει και να υπερασπιστείς δημόσια τα δικαιώματά του. Διαφορετικά, η «ισόρροπη ακρόαση» γίνεται διαδικαστικό άλλοθι για ένα ήδη προειλημμένο πολιτικό συμπέρασμα. «Ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με», λέγει το Ευαγγέλιο — όχι για μια τυπική ακρόαση, αλλά για την αναγνώριση του ίδιου του Χριστού στο πρόσωπο του πάσχοντος.
Μια εκκλησιαστική πληγή που παραμένει ανοικτή
Το ΠΣΕ δεν είναι ορθόδοξη Σύνοδος και δεν έχει κανονική αρμοδιότητα να αναγνωρίζει αυτοκεφαλίες. Ωστόσο, η ιδιαίτερη συνάντηση με τον Επιφάνιο και η απουσία αντίστοιχης ορατής συναντήσεως με τον Ονούφριο δημιουργούν την εντύπωση ότι η μία πλευρά αποτελεί την επίσημη και διεθνώς αποδεκτή εκκλησιαστική έκφραση της Ουκρανίας, ενώ η άλλη μια προβληματική κοινότητα, της οποίας οι ισχυρισμοί ακούγονται χωρίς να κρίνονται άξιοι δημοσιότητας.
Η χορήγηση αυτοκεφαλίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στη νέα ουκρανική εκκλησιαστική δομή δεν θεράπευσε το σχίσμα. Ο Επιφάνιος απέκτησε τον Τόμο και την αναγνώριση ορισμένων τοπικών Εκκλησιών, όχι όμως πανορθόδοξη αποδοχή. Απέναντί του παραμένει η ιστορική Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία υπό τον Μητροπολίτη Ονούφριο, η οποία ήταν κανονικά συνδεδεμένη με το Πατριαρχείο Μόσχας.
Η ιστορική αυτή σχέση δεν καθιστά τους πιστούς της συλλογικά υπεύθυνους ούτε για τη ρωσική εισβολή ούτε για τις θεολογικές δικαιολογήσεις της από τον Πατριάρχη Κύριλλο. Η Εκκλησία του Ονουφρίου έχει καταδικάσει τον πόλεμο και διακηρύξει την οργανωτική της ανεξαρτησία από τη Μόσχα, μολονότι η έκταση και οι κανονικές συνέπειες αυτής της απομακρύνσεως αμφισβητούνται. Οι πιστοί δεν μπορεί να υποχρεώνονται να αποδείξουν τον πατριωτισμό τους εγκαταλείποντας την Εκκλησία στην οποία βαπτίστηκαν, κοινώνησαν και έζησαν την πνευματική τους ζωή.
Το ΠΣΕ ανάμεσα στη μεσολάβηση και στην επικύρωση
Το 2022 το ΠΣΕ είχε συναντηθεί ονομαστικά τόσο με τον Επιφάνιο όσο και με τον Ονούφριο. Και τώρα συνομίλησε με εκπροσώπους και των δύο πλευρών. Το ερώτημα όμως παραμένει: λειτούργησε ως πραγματικός μεσολαβητής ή ως θεσμικός επικυρωτής της κυρίαρχης πλευράς;
Μπορεί να μιλά για συμφιλίωση χωρίς να δημοσιοποιεί ούτε μία καταγγελία της διωκόμενης κοινότητας; Να υπερασπίζεται τη θρησκευτική ελευθερία, αρκούμενο στη διαβεβαίωση εκείνων που κατηγορούνται ότι την περιορίζουν; Να καταδικάζει —ορθώς— την εργαλειοποίηση της Εκκλησίας από τη Μόσχα, αλλά να παραβλέπει την εργαλειοποίηση της θρησκείας από το Κίεβο; Η χριστιανική αλήθεια δεν μεταβάλλεται ανάλογα με τη γεωπολιτική πλευρά που παραβιάζει τα δικαιώματα των πιστών.
Μια πραγματικά εκκλησιαστική αποστολή όφειλε να συναντήσει ονομαστικά και ισότιμα τους δύο επικεφαλής, να δημοσιοποιήσει τις θέσεις και των δύο πλευρών, να ζητήσει ανεξάρτητη διερεύνηση των καταγγελιών, να απαιτήσει την παύση κάθε βίαιης ή διοικητικής μεταβιβάσεως ναών και να καλέσει σε διάλογο χωρίς προαπαιτούμενο την εξαφάνιση της άλλης πλευράς. Αντί γι’ αυτό, το τελικό μήνυμα συνέπεσε με την επίσημη θέση ότι η νέα νομοθεσία δεν απειλεί τη θρησκευτική ελευθερία.
Η συμμετοχή του Μητροπολίτη Νέας Ιωνίας Γαβριήλ
Ιδιαίτερη σημασία για την Εκκλησία της Ελλάδος έχει η συμμετοχή του Μητροπολίτη Νέας Ιωνίας, Φιλαδελφείας, Ηρακλείου και Χαλκηδόνος κ. Γαβριήλ, μέλους της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΣΕ και της Επιτροπής των Εκκλησιών για τις Διεθνείς Υποθέσεις. Πρόκειται για ιεράρχη με έντονη παρουσία στον οργανωμένο οικουμενικό διάλογο, το όνομα του οποίου αναφέρεται συχνά σε εκκλησιαστικά δημοσιεύματα μεταξύ όσων ενδέχεται να διαδραματίσουν μελλοντικά πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαδοχή του αρχιεπισκοπικού θρόνου.
Τίθεται, επομένως, εύλογο ερώτημα: ποια θέση εξέφρασε κατά τις συνομιλίες; Ζήτησε ανεξάρτητη διερεύνηση των καταγγελιών της Εκκλησίας του Ονουφρίου; Έθεσε το ζήτημα των αφαιρέσεων ναών και των διώξεων κληρικών; Διατύπωσε επιφύλαξη απέναντι στη διαβεβαίωση ότι η νέα νομοθεσία δεν απειλεί τη θρησκευτική ελευθερία ή αποδέχθηκε χωρίς δημόσια διαφοροποίηση το τελικό συμπέρασμα; Η απάντηση αφορά όχι μόνο τον ίδιο, αλλά και τον εκκλησιολογικό προσανατολισμό που εκπέμπει διεθνώς η Εκκλησία της Ελλάδος.
Να γίνουν ορατοί εκείνοι που η εξουσία θέλει αόρατους
Η επίσκεψη του ΠΣΕ δεν αγνόησε απολύτως την Εκκλησία του Ονουφρίου. Τη συνάντησε, σύμφωνα με την τελική ανακοίνωση. Δεν γνωρίζουμε, όμως, ποιοι μίλησαν εκ μέρους της, τι κατήγγειλαν και τι απάντηση έλαβαν. Το ΠΣΕ πρόβαλε αναλυτικά τις κρατικές θέσεις και τη συνάντηση με τον Επιφάνιο, αλλά άφησε σχεδόν αόρατη τη μαρτυρία της άλλης πλευράς. Καταδίκασε τον ρωσικό πόλεμο, όχι όμως με ανάλογη σαφήνεια τον εσωτερικό εκκλησιαστικό καταναγκασμό. Αυτή δεν είναι ισότιμη μέριμνα· είναι επιλεκτική ευαισθησία.
Εάν το ΠΣΕ θέλει να υπηρετήσει την ειρήνη, δεν αρκεί να επαναλαμβάνει τη γλώσσα της διεθνούς πολιτικής. Οφείλει να μεταφέρει δημόσια τη μαρτυρία των αποκλεισμένων, να ερευνά τις καταγγελίες τους και να υπερασπίζεται τα δικαιώματά τους. Διότι η Εκκλησία δεν καλείται να επιλέξει τον γεωπολιτικά χρήσιμο. Καλείται να αναγνωρίσει στο πρόσωπο κάθε διωκόμενου τον ίδιο τον Χριστό.
Δεν υπάρχουν σχόλια
Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και ειδικότερα η αδυναμία του άξονα ΗΠΑ–Ισραήλ να επιβληθεί στρατιωτικά στο Ιράν δεν αποτελεί ένα ακόμη επεισόδιο μιας περιφερειακής κρίσης. Συνιστά μια καμπή. Ένα σημείο καμπής γεωπολιτικό, ηθικό και ιστορικό.
Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, η Δύση δεν εμφανίζεται ως αδιαμφισβήτητος ρυθμιστής των εξελίξεων. Η στρατιωτική της υπεροχή δεν μεταφράστηκε σε πολιτική επικράτηση. Οι «κανονιοφόροι» δεν επέβαλαν τη θέλησή τους. Και αυτό, όσο κι αν επιχειρείται να συγκαλυφθεί επικοινωνιακά, συνιστά ήττα, όχι μόνο στρατιωτική σε επίπεδο επιχειρήσεων, αλλά βαθύτερα ηθική και πολιτική.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι χαρακτηριστική: σπουδή για «μπάλωμα» της πραγματικότητας, κατασκευή αφηγήματος επιτυχίας, παράλληλα με συνέχιση των εχθροπραξιών σε άλλα μέτωπα, όπως οι βομβαρδισμοί στον Λίβανο. Μια εκεχειρία που πριν καν στερεωθεί, υπονομεύεται. Όχι από ανάγκη άμυνας, αλλά από αδυναμία αποδοχής του γεγονότος ότι η επιβολή απέτυχε.
Ταυτόχρονα, στο εσωτερικό των ΗΠΑ και του Ισραήλ διακρίνεται μια κρίση πολιτική, στρατηγική, ακόμη και ταυτότητας. Οι αντιφάσεις της πολιτικής ηγεσίας, η κόπωση της κοινής γνώμης, αλλά και η αδυναμία να παραχθεί ένα πειστικό αφήγημα «νίκης», αποκαλύπτουν τα όρια ενός μοντέλου που επί δεκαετίες στηριζόταν στην ισχύ και μόνο.
Η φωνή που διέκοψε τη σιωπή
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, αποκτά ιδιαίτερη σημασία η παρέμβαση του Πάπα Λέοντος ΙΔ'. Δεν πρόκειται απλώς για μια ακόμη έκκληση υπέρ της ειρήνης. Πρόκειται για μια σαφή καταγγελία της ίδιας της λογικής που γεννά τον πόλεμο: «Φτάνει πια η ειδωλολατρία του Εγώ και του χρήματος. Φτάνει πια ο πόλεμος. Η αληθινή δύναμη είναι η υπηρεσία της ζωής».
Η παρέμβαση αυτή έχει τρία χαρακτηριστικά που την καθιστούν βαρύνουσα:
Σε μια εποχή όπου οι περισσότεροι θεσμοί σιωπούν ή ευθυγραμμίζονται, η φωνή αυτή λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι υπάρχει ακόμη ένας λόγος που δεν υποτάσσεται στη στρατηγική των ισχυρών. Ειλικρινά, η θαρραλέα τοποθέτηση του Πάπα μας εξέπληξε. Και μη μου πείτε ότι τον «έβαλαν» οι Ιρανοί, οι Ρώσοι ή οι Κινέζοι!
Η εκκωφαντική σιωπή των «ημετέρων»
Η στάση αυτή, όμως, αναδεικνύει ακόμη περισσότερο ένα άλλο γεγονός: τη σχεδόν καθολική σιωπή μεγάλου μέρους της ορθόδοξης εκκλησιαστικής ηγεσίας στον ελληνικό χώρο.
Εκεί όπου θα ανέμενε κανείς λόγο παρηγορίας, προφητική καταγγελία της αδικίας και υπεράσπιση της ειρήνης, κυριαρχεί μια αμηχανία ή, χειρότερα, μια «ουδετερότητα» που στην πράξη λειτουργεί ως σιωπηρή αποδοχή.
Η αντίθεση είναι εμφανής. Από τη μία, ένας προκαθήμενος που μιλά για «ειδωλολατρία του χρήματος» και καλεί σε τερματισμό του πολέμου. Από την άλλη, η απουσία λόγου από εκείνους που φέρουν την ίδια ευθύνη μαρτυρίας.
Και το ερώτημα τίθεται αμείλικτα: Πότε η σιωπή παύει να είναι ουδετερότητα και γίνεται συνενοχή;
Η πολιτική σύγκρουση: Τραμπ εναντίον ηθικής
Η αντίδραση του Ντόναλντ Τραμπ στη θέση του Πάπα αποκαλύπτει ακόμη βαθύτερες διεργασίες.
Δεν πρόκειται απλώς για μια προσωπική αντιπαράθεση. Πρόκειται για σύγκρουση δύο αντιλήψεων. Από τη μία, η πολιτική που θεμελιώνεται στην ισχύ, την οικονομία, την «επιτυχία». Από την άλλη, η ηθική που θέτει όρια στην ισχύ και υπερασπίζεται τη ζωή.
Η δήλωση ότι «δεν είναι μέγας θαυμαστής» του Πάπα, συνοδευόμενη από επιθέσεις περί «φιλελευθερισμού» και «αφέλειας», δείχνει κάτι βαθύτερο: ότι η πολιτική εξουσία δεν ανέχεται πλέον ούτε καν τη συμβολική ηθική κριτική.
Η εικόνα που ο Τραμπ ανάρτησε, παρουσιάζοντας τον εαυτό του σε σχεδόν «μεσσιανικό» ρόλο, συμπυκνώνει αυτή τη μετατόπιση. Φανερώνει μια πολιτική που δεν δέχεται ανώτερη αρχή, ούτε πνευματική, ούτε ηθική.
Στην ουσία, πρόκειται για μια υπέρβαση ακόμη και των παραδοσιακών ορίων της Δύσης. Αν παλαιότερα ο παπισμός αποτελούσε σημείο αναφοράς, σήμερα αμφισβητείται ανοικτά, στο όνομα μιας νέας ιδεολογίας ισχύος που συχνά συνδέεται με τον λεγόμενο «χριστιανοσιωνισμό».

Το Ιράν και το τέλος της βεβαιότητας της ισχύος
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η στάση και η αντοχή του Ιράν αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.
Το Ιράν δεν αντιμετώπισε απλώς μια επίθεση. Αντιμετώπισε έναν αντίπαλο με συντριπτική υπεροχή στρατιωτική, τεχνολογική, επικοινωνιακή.
Και όμως, δεν λύγισε. Δεν κατέρρευσε. Αντεπιτέθηκε, προξενώντας ζημιές. Αυτό που αναδείχθηκε δεν είναι μόνο στρατιωτικό. Είναι κάτι βαθύτερο: η ύπαρξη ασύμμετρης ισχύος που δεν μετριέται σε όπλα.
Ο ιρανικός λαός είναι υπόδειγμα για κάθε πατριωτική συνείδηση. Συσπειρώθηκε σε μια πατριωτική βάση υπεράσπισης της χώρας του. Βγήκε στους δρόμους. Στήριξε κρίσιμες υποδομές. Αψήφησε τελεσίγραφα.
Και, κυρίως, εξέφρασε μια στάση που δύσκολα γίνεται κατανοητή στη Δύση: ότι οι υλικές καταστροφές αποκαθίστανται, αλλά η απώλεια της ψυχής και της ελευθερίας δεν αναπληρώνεται.
Το μήνυμα που μένει
Η σύγκρουση αυτή δεν έχει τελειώσει. Ο πόλεμος, όπως όλα δείχνουν, θα συνεχιστεί με απρόσμενες εξελίξεις. Δεν ξέρουμε τι θα γίνει τελικά. Όμως ένα γεγονός έχει ήδη καταγραφεί: ο άξονας ΗΠΑ–Ισραήλ δεν κατόρθωσε να επιβληθεί.
Και αυτό αλλάζει τα πάντα. Αλλάζει το γεωπολιτικό τοπίο. Αποκαλύπτει τα όρια της ισχύος. Φορτώνει τη Δύση με μια βαριά ηθική και πολιτική ήττα. Δείχνει σε όλους τους λαούς ότι ένας λαός, όταν έχει ταυτότητα, πίστη και αίσθηση ελευθερίας, μπορεί να αντισταθεί ακόμη και στους ισχυρότερους. Γιατί, τελικά, η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τους ισχυρούς. Γράφεται και από εκείνους που αρνούνται να υποταχθούν.

Όταν καταρρέουν τα προσχήματα, αποκαλύπτεται το πραγματικό πρόσωπο της εξουσίας.
Και σήμερα, αυτό που βλέπουμε δεν είναι στρατηγική· είναι επικίνδυνος τυχοδιωκτισμός.
Ο πόλεμος κατά του Ιράν δεν ξεκίνησε για λόγους άμυνας.
Δεν ήταν «αναγκαία απάντηση».
Ήταν επιλογή. Και μάλιστα προσωπική.
Ο Τραμπ, με τις αντιφάσεις και την πολιτική του αστάθεια,
δεν ενεργεί ως ηγέτης με σχέδιο, αλλά ως εκτελεστής μιας ατζέντας που δεν του ανήκει.
Πίσω από τις μεγάλες κουβέντες περί «απειλής»,
κρύβεται μια βαθύτερη πραγματικότητα:
η πλήρης ευθυγράμμιση με τις επιδιώξεις του Ισραήλ
και η εκτέλεση της στρατηγικής Νετανιάχου για σύγκρουση και εξουδετέρωση του Ιράν.
Ο λεγόμενος «χριστιανοσιωνισμός» δεν είναι απλώς ιδεολογία.
Είναι πολιτικό εργαλείο επιρροής – και στην περίπτωση αυτή, καθοριστικός παράγοντας.
Έτσι γράφονται οι πόλεμοι σήμερα:
όχι από λαούς, αλλά από κύκλους ισχύος που χρησιμοποιούν ηγέτες ως μοχλούς.
Το αποτέλεσμα;
Ένας πόλεμος καταστροφικός, χωρίς καθαρό τέλος,
με απρόβλεπτες συνέπειες για ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Και το πιο επικίνδυνο;
Δεν υπάρχει σταθερότητα στην απόφαση.
Υπάρχει μόνο βούληση – και αυτή αλλάζει από στιγμή σε στιγμή.
Αυτό δεν είναι ηγεσία.
Είναι ρίσκο με όρους παγκόσμιας καταστροφής.

ΟΧΙ ΑΠΟ ΕΕ ΚΑΙ ΝΑΤΟ ΣΤΗΝ ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΤΡΑΜΠ ΝΑ ΣΤΕΙΛΟΥΝ ΠΟΛΕΜΙΚΑ ΠΛΟΙΑ ΣΤΑ ΣΤΕΝΑ ΤΟΥ ΟΡΜΟΥΖ
Και η Κίνα τι κάνει;
Ενώ οι τίτλοι των ειδήσεων μονοπωλούνται από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν, το Πεκίνο ακολουθεί μια στρατηγική που πολλοί χαρακτηρίζουν ως «εκκωφαντική σιωπή» ή «προσεκτική αναμονή». Τι πραγματικά συμβαίνει όμως πίσω από τις κλειστές πόρτες της κινεζικής διπλωματίας;
Η Διπλωματία του «Φρένου»
Η Κίνα, μέσω του Υπουργού Εξωτερικών Wang Yi, έχει καταδικάσει τις επιθέσεις και τη στοχοποίηση της ιρανικής κυριαρχίας, καλώντας σε άμεση κατάπαυση του πυρός. Το Πεκίνο προειδοποιεί ότι η βία δεν λύνει προβλήματα και ότι μια απόπειρα «αλλαγής καθεστώτος» στην Τεχεράνη δεν θα έχει λαϊκή στήριξη.

Το Ενεργειακό Στοίχημα
Γιατί η Κίνα δεν παίρνει πιο ενεργή θέση; Η απάντηση κρύβεται στο πετρέλαιο. Το Πεκίνο απορροφά σχεδόν το 80-90% των ιρανικών εξαγωγών αργού. Οποιαδήποτε πλήρης αποσταθεροποίηση ή κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ θα ήταν καταστροφική για την κινεζική οικονομία, η οποία ήδη παλεύει με χαμηλή εγχώρια κατανάλωση.
«Σύμμαχος» στα λόγια, αλλά στην πράξη;
Παρά τις στενές σχέσεις, η Κίνα αποδεικνύεται ένας «διστακτικός θεατής».
Α)Λέει όχι σε στρατιωτική εμπλοκή: Δεν υπάρχουν ενδείξεις αποστολής στρατευμάτων ή προηγμένου οπλισμού (παρά τις φήμες για πυραύλους CM-302).
Β) Παρέχει περιορισμένη στήριξη: Η βοήθειά της φαίνεται να περιορίζεται σε διπλωματική διαμεσολάβηση και παροχή ανταλλακτικών, αποφεύγοντας την απευθείας σύγκρουση με την Ουάσινγκτον.
Γ) Παίρνει μαθήματα πολέμου: Το Πεκίνο μελετά προσεκτικά τη χρήση AI και τις τακτικές των ΗΠΑ στις επιθέσεις, εξάγοντας συμπεράσματα για μελλοντικές δικές του προκλήσεις (π.χ. Ταϊβάν).
Η Κίνα λοιπόν παίζει το «μακρύ παιχνίδι». Θέλει το Ιράν όρθιο ως ενεργειακό εταίρο και αντίβαρο στην αμερικανική επιρροή, αλλά δεν είναι διατεθειμένη να θυσιάσει τη δική της οικονομική σταθερότητα για χάρη της Τεχεράνης. Για το Πεκίνο, ο πόλεμος αυτός είναι μια επικίνδυνη ισορροπία μεταξύ της ανάγκης για φθηνή ενέργεια και της αποφυγής ενός παγκόσμιου ολοκαυτώματος.
Και αν το Ιράν κλείσει τα στενά του Ορμούζ, όπως τα πράγματα δείχνουν;
Αν κλείσουν τα Στενά του Ορμούζ, το παιχνίδι αλλάζει επίπεδο. Δεν μιλάμε πια για διπλωματικές ανακοινώσεις, αλλά για έναν ενεργειακό στραγγαλισμό που η Κίνα δεν μπορεί να αγνοήσει.
Το «Κόκκινο Κουμπί» της Παγκόσμιας Οικονομίας
Τα Στενά του Ορμούζ είναι η σημαντικότερη αρτηρία πετρελαίου στον κόσμο. Για το Πεκίνο, το κλείσιμό τους σημαίνει κατ’ αρχήν άμεση απειλή για την επιβίωση. Η Κίνα εισάγει περίπου το 15% του πετρελαίου της από τον Περσικό Κόλπο μέσω αυτών των στενών. Συνεπάγεται εκτόξευση τιμών. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να στείλει την τιμή του βαρελιού πάνω από τα $150, προκαλώντας πληθωριστικό σοκ που θα «πάγωνε» την κινεζική βιομηχανία.
Θα έστελνε το Πεκίνο το Ναυτικό του;
Εδώ είναι το μεγάλο ερώτημα. Μέχρι τώρα, η Κίνα αποφεύγει την απευθείας στρατιωτική εμπλοκή.
Όμως, αν τα πλοία της δεν μπορούν να περάσουν; Ίσως ενεργοποιηθεί συνοδεία νηοπομπών. Είναι πιθανό το κινεζικό ναυτικό να ξεκινήσει περιπολίες για να προστατεύσει τα τάνκερ του, όπως έκανε παλαιότερα στον Κόλπο του Άντεν κατά των πειρατών. Πιθανότατα, θα ασκήσει πίεση στο Ιράν. Παρόλο που το Ιράν θα χρησιμοποιούσε το κλείσιμο των Στενών ως όπλο κατά της Δύσης, η Κίνα θα ήταν ο πρώτος «φίλος» που θα ασκούσε τεράστια παρασκηνιακή πίεση στην Τεχεράνη να ανοίξει τις διόδους, καθώς το κόστος για το Πεκίνο θα ήταν δυσβάσταχτο.
Το «Plan B» μέσω Ρωσίας και Κεντρικής Ασίας
Σε μια τέτοια κρίση, η Κίνα θα στρεφόταν ακόμα πιο έντονα στους αγωγούς από τη Ρωσία και την Κεντρική Ασία, προσπαθώντας να παρακάμψει τις θαλάσσιες οδούς. Ωστόσο, αυτοί οι δρόμοι δεν επαρκούν για να καλύψουν το σύνολο των αναγκών της.
Με λίγα λόγια: Το κλείσιμο των Στενών είναι ο «εφιάλτης» που θα μπορούσε να αναγκάσει την Κίνα να εγκαταλείψει τον ρόλο του ουδέτερου παρατηρητή και να πάρει θέση — είτε ως ειρηνοποιός, είτε ως ενεργός προστάτης των συμφερόντων της.
Ένας Θεός ξέρει τι θα γίνει …. Θα δούμε απρόσμενα πράγματα.

https://twitter.com/i/status/2032196929417879861
«ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΜΕΣΣΙΑ;»
Η μεσσιανική ρητορική Netanyahu και ο κίνδυνος μιας αποκαλυπτικής γεωπολιτικής.
"We will make it to the return of the Messiah, but this will not happen next Thursday." - Netanyahu
Οι πρόσφατες δηλώσεις του Ισραηλινού πρωθυπουργού Benjamin Netanyahu δεν περιορίζονται σε μια συνηθισμένη γεωπολιτική ανάλυση της σύγκρουσης με το Iran.
Σε δημόσιες τοποθετήσεις και μηνύματά του, ο πόλεμος παρουσιάζεται με όρους που παραπέμπουν σε ιστορική και ακόμη και μεσσιανική προοπτική: ως μια σύγκρουση που μπορεί να ανοίξει έναν νέο δρόμο για τη Μέση Ανατολή και να φέρει μια εποχή «λύτρωσης» από τις απειλές που αντιμετωπίζει το Ισραήλ.
Η χρήση τέτοιων εκφράσεων δεν είναι απλώς ρητορική υπερβολή. Στην εβραϊκή πολιτική παράδοση η έννοια της λύτρωσης και της έλευσης του αναμενόμενου Μεσσία συνδέεται με την ιστορική αποκατάσταση και ασφάλεια του λαού του Ισραήλ. Όταν όμως τέτοιες έννοιες μπαίνουν στο λεξιλόγιο μιας σύγχρονης στρατιωτικής σύγκρουσης, η πολιτική αποκτά μια επικίνδυνη διάσταση.
Η αντιπαράθεση μεταξύ Israel και Iran δεν παρουσιάζεται πλέον μόνο ως σύγκρουση ισχύος. Τείνει να εμφανίζεται ως ιστορική αναμέτρηση καλού και κακού, ως ένα γεγονός που μπορεί να αλλάξει την πορεία της ιστορίας.
Και εδώ βρίσκεται ο κίνδυνος.
Η κλασική γεωπολιτική βασίζεται στον υπολογισμό συμφερόντων και στην αποφυγή ανεξέλεγκτων συγκρούσεων. Η μεσσιανική ρητορική, αντίθετα, οδηγεί συχνά σε μια λογική όπου ο πόλεμος εμφανίζεται ως αναγκαίο βήμα για μια «ιστορική αποστολή».
Όταν η πολιτική αρχίζει να μιλά τη γλώσσα της αποκαλυπτικής προσδοκίας, τότε η διπλωματία υποχωρεί και η κλιμάκωση μοιάζει σχεδόν αναπόφευκτη.
Το πραγματικό ερώτημα λοιπόν δεν είναι μόνο στρατιωτικό. Είναι αν η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή παραμένει μια υπόθεση ψυχρού γεωπολιτικού υπολογισμού —
ή αν αρχίζει να μετατρέπεται σε πόλεμο που τροφοδοτείται από μεσσιανικές προσδοκίες και αποκαλυπτικές αφηγήσεις.
Η ιστορία έχει δείξει ότι οι πιο επικίνδυνοι πόλεμοι δεν αρχίζουν όταν οι ηγέτες υπολογίζουν ψυχρά τη δύναμή τους — αλλά όταν πιστεύουν ότι υπηρετούν την ίδια την ιστορία ή ακόμη και τον Θεό.

Με βάση όσα έχουν δημοσιευθεί σήμερα, οι τρεις προϋποθέσεις που έθεσε ο πρόεδρος του Ιράν Μασούντ Πεζεσκιάν είναι: αναγνώριση των «νόμιμων δικαιωμάτων» του Ιράν, καταβολή αποζημιώσεων και «στέρεες διεθνείς εγγυήσεις» ότι δεν θα υπάρξει νέα επίθεση στο μέλλον. Τη διατύπωση αυτή την έκανε ο ίδιος δημόσια, ενώ παράλληλα ιρανικές πηγές και αναλύσεις τη συνδέουν με την πάγια ιρανική θέση περί κυριαρχίας και δικαιώματος σε ειρηνικό πυρηνικό πρόγραμμα.
Τι σηματοδοτούν αυτές οι προϋποθέσεις; Πρώτον, ότι η Τεχεράνη δεν ζητά απλώς μια «παύση πυρός», αλλά ένα πολιτικό τέλος του πολέμου που να μην εμφανίζεται ως ιρανική ήττα. Η φράση «νόμιμα δικαιώματα» είναι σκόπιμα ευρεία, αλλά πολύ πιθανό να σημαίνει τουλάχιστον αναγνώριση της κρατικής κυριαρχίας του Ιράν και κάποια μορφή αποδοχής του δικαιώματός του σε ειρηνικό πυρηνικό εμπλουτισμό υπό όρους. Δεύτερον, οι αποζημιώσεις δείχνουν ότι η ιρανική ηγεσία θέλει να μετατρέψει το κόστος των πληγμάτων σε διεθνές και νομικοπολιτικό ζήτημα. Τρίτον, οι εγγυήσεις μη επανάληψης δείχνουν ότι το Ιράν θεωρεί άχρηστη μια εκεχειρία χωρίς μηχανισμό αποτροπής νέου γύρου επιθέσεων.
Άρα, το βασικό συμπέρασμα είναι ότι οι Ιρανοί δεν δείχνουν διάθεση για άνευ όρων υποχώρηση. Το μήνυμά τους είναι: «τερματισμός ναι, αλλά όχι με όρους συνθηκολόγησης». Θέλουν μια έξοδο από τον πόλεμο που να κατοχυρώνει αποτρεπτικά το καθεστώς και να επιτρέπει στην ηγεσία να εμφανίσει τη λήξη ως πολιτική αντοχή και όχι ως ταπεινωτική ήττα. Αυτό ταιριάζει και με άλλες πρόσφατες ιρανικές τοποθετήσεις ότι δεν αναζητούν απλώς μια προσωρινή εκεχειρία, αλλά δεσμεύσεις ότι οι επιθέσεις δεν θα επαναληφθούν.
Είναι πρόθυμες οι ΗΠΑ και το Ισραήλ να τις ικανοποιήσουν; Με τα σημερινά δεδομένα, μάλλον όχι πλήρως. Ο Τραμπ δήλωσε ότι ο πόλεμος θα τελειώσει «σύντομα» και ότι μπορεί να τελειώσει «όποτε το θελήσει», αλλά δεν έχει δείξει πρόθεση να μιλήσει για αποζημιώσεις προς το Ιράν. Αντιθέτως, τις προηγούμενες ημέρες ζητούσε ακόμη και «άνευ όρων παράδοση», ενώ έχει πει ότι το τέλος του πολέμου θα είναι «αμοιβαία απόφαση» με τον Νετανιάχου.
Και από ισραηλινής πλευράς η εικόνα δεν δείχνει αποδοχή των ιρανικών όρων. Ισραηλινοί αξιωματούχοι δηλώνουν ότι δεν υπάρχει σαφές τέλος ακόμη και ότι η επιχείρηση μπορεί να συνεχιστεί χωρίς χρονικό όριο μέχρι να επιτευχθούν οι στόχοι της. Αυτό είναι σχεδόν το αντίθετο από την ιρανική απαίτηση για δεσμευτικές εγγυήσεις μη επανάληψης.
Η δική μου εκτίμηση είναι η εξής: οι ιρανικές προϋποθέσεις δεν είναι απλώς όροι ειρήνης, αλλά όροι διαπραγματευτικής αναβάθμισης. Δηλαδή, η Τεχεράνη επιχειρεί να ανεβάσει το σημείο εκκίνησης οποιασδήποτε μεσολάβησης, ώστε ακόμη κι αν δεν πάρει αποζημιώσεις ή πλήρεις εγγυήσεις, να πετύχει κάτι ενδιάμεσο: αναγνώριση ρόλου, περιορισμένες εγγυήσεις ασφαλείας, ίσως και ένα πλαίσιο για κυρώσεις ή πυρηνικό συμβιβασμό.
Συνολικά, αυτές οι προϋποθέσεις σηματοδοτούν τρία πράγματα: ότι το Ιράν θεωρεί πως άντεξε το πρώτο σοκ του πολέμου, ότι δεν δέχεται να λήξει η σύγκρουση με αμερικανοϊσραηλινούς μονομερείς όρους, και ότι επιδιώκει μια «πολιτική νίκη επιβίωσης». Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ δύσκολα θα δεχθούν αυτούσιες αυτές τις απαιτήσεις, ιδίως τις αποζημιώσεις και τις δεσμευτικές εγγυήσεις. Επομένως, πιο πιθανό φαίνεται όχι ένα καθαρό deal πάνω στους ιρανικούς όρους, αλλά μια σκληρή διαπραγμάτευση όπου κάθε πλευρά θα προσπαθήσει να παρουσιάσει τη λήξη του πολέμου ως δική της επιτυχία.
Αν βέβαια λήξει ο πόλεμος...

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο: info@iepomenimera.gr