



Η Ευρώπη στον δρόμο της πολεμικής οικονομίας
Μέρος Γ΄
Το 5% του ΑΕΠ: πόσο κοστίζει η νέα Ευρώπη των εξοπλισμών;
Στο πρώτο μέρος εξετάσαμε αν υπάρχουν επαρκή στοιχεία ότι η Ρωσία επιδιώκει πράγματι έναν γενικευμένο πόλεμο με την Ευρώπη. Στο δεύτερο είδαμε ποιοι οικονομικοί και θεσμικοί παράγοντες ενισχύονται από τη νέα εξοπλιστική πραγματικότητα. Στο τρίτο και τελευταίο μέρος αφήνουμε τις γενικές έννοιες και περνάμε στους αριθμούς: τι σημαίνει στην πράξη το 5% του ΑΕΠ για τις μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες και, κυρίως, για την Ελλάδα.
Οι αριθμοί των διεθνών συνόδων έχουν ένα πλεονέκτημα.
Ακούγονται ακίνδυνοι. «5% του ΑΕΠ για την άμυνα και την ασφάλεια έως το 2035». Ένα ποσοστό. Μια τεχνική διατύπωση.
Μόνο που πίσω από το ποσοστό κρύβονται εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ κάθε χρόνο.
Στη Σύνοδο της Χάγης το 2025, τα κράτη του ΝΑΤΟ συμφώνησαν να κινηθούν έως το 2035 σε συνολικές αμυντικές και συναφείς δαπάνες ύψους 5% του ΑΕΠ: τουλάχιστον 3,5% για τις βασικές στρατιωτικές ανάγκες και έως 1,5% για υποδομές, κυβερνοασφάλεια, πολιτική ανθεκτικότητα και αμυντική βιομηχανία. Η πορεία αυτή θα επανεξεταστεί το 2029.
Ας μεταφράσουμε λοιπόν το ποσοστό σε χρήμα.
Τι σημαίνει το 5%;
Με βάση τα ονομαστικά ΑΕΠ του 2025, η εικόνα είναι περίπου η ακόλουθη:
Γερμανία: ΑΕΠ περίπου 4,47 τρισ. ευρώ. Το 5% αντιστοιχεί σε περίπου 223,5 δισ. ευρώ τον χρόνο.
Γαλλία: ΑΕΠ περίπου 2,99 τρισ. ευρώ. Το 5% αντιστοιχεί σε περίπου 149,6 δισ. ευρώ τον χρόνο.
Ιταλία: ΑΕΠ περίπου 2,265 τρισ. ευρώ. Το 5% αντιστοιχεί σε περίπου 113,3 δισ. ευρώ τον χρόνο.
Ελλάδα: ΑΕΠ περίπου 248,4 δισ. ευρώ. Το 5% αντιστοιχεί σε περίπου 12,4 δισ. ευρώ τον χρόνο.
Οι αριθμοί αυτοί είναι ενδεικτικοί, επειδή έως το 2035 τα ΑΕΠ θα έχουν μεταβληθεί και επειδή το 5% δεν αφορά αποκλειστικά τις στενές στρατιωτικές δαπάνες. Αλλά δείχνουν το μέγεθος.
Μόνο για αυτές τις τέσσερις χώρες, με βάση το σημερινό ΑΕΠ, μιλάμε για σχεδόν 500 δισ. ευρώ ετησίως σε αμυντικές και συναφείς δαπάνες.
Για την Ελλάδα το ποσοστό είναι ακόμη πιο βαρύ
Για μια μεγάλη οικονομία, με ΑΕΠ πολλών τρισεκατομμυρίων, τα ποσά είναι τεράστια σε απόλυτους αριθμούς.
Για την Ελλάδα όμως το ζήτημα έχει διαφορετική διάσταση.
Η χώρα μας έχει πολύ μικρότερη οικονομική βάση και ήδη διατηρεί υψηλές αμυντικές δαπάνες λόγω των ιδιαίτερων γεωπολιτικών συνθηκών της.
Το 5% ενός ΑΕΠ περίπου 248 δισ. ευρώ σημαίνει πάνω από 12 δισ. ευρώ κάθε χρόνο.
Και εδώ πρέπει να γίνει μια σημαντική διευκρίνιση: δεν σημαίνει ότι όλο αυτό το ποσό θα προστεθεί από το μηδέν στις σημερινές δαπάνες.
Η Ελλάδα ήδη δαπανά σημαντικό ποσοστό του ΑΕΠ για την άμυνα, ενώ στο νέο 5% θα μπορούν να συνυπολογίζονται και ορισμένες δαπάνες υποδομών, κυβερνοασφάλειας και πολιτικής ανθεκτικότητας.
Αλλά η κατεύθυνση είναι σαφής: πολύ μεγαλύτερο μέρος του εθνικού πλούτου θα δεσμεύεται επί μακρόν για την άμυνα και την ασφάλεια.
Και από πού θα βρεθούν τα χρήματα;
Εδώ αρχίζει η πραγματική πολιτική συζήτηση. Το κράτος δεν δημιουργεί χρήματα από το μηδέν χωρίς συνέπειες.
Οι πρόσθετες δαπάνες μπορούν να χρηματοδοτηθούν με έναν ή περισσότερους τρόπους: με υψηλότερους φόρους, με περισσότερο δημόσιο χρέος, με περιορισμό άλλων δαπανών, ή με ισχυρότερη οικονομική ανάπτυξη που θα αυξήσει το συνολικό ΑΕΠ. Στην πράξη πιθανότατα θα χρησιμοποιηθεί ένας συνδυασμός αυτών.
Και επομένως η επιλογή του 5% δεν είναι απλώς στρατιωτική. Είναι και βαθιά κοινωνική και δημοσιονομική επιλογή. Γιατί κάθε δισεκατομμύριο που κατευθύνεται σε μια προτεραιότητα δεν μπορεί ταυτόχρονα να δαπανηθεί σε μια άλλη.
Δεν σημαίνει βέβαια ότι τα χρήματα της άμυνας «αφαιρούνται αυτομάτως» από τα νοσοκομεία ή τα σχολεία. Σημαίνει όμως ότι όλοι αυτοί οι τομείς ανταγωνίζονται μέσα στον ίδιο κρατικό προϋπολογισμό.
Το πραγματικό ερώτημα είναι η αναλογία
Η άμυνα δεν είναι πολυτέλεια. Κανένα κράτος δεν μπορεί να στηρίζει την ασφάλειά του στην καλή διάθεση των άλλων.
Αλλά ακριβώς επειδή η ασφάλεια είναι αναγκαία, πρέπει να συζητούμε νηφάλια πόση ασφάλεια αγοράζουμε, με ποιο κόστος και απέναντι σε ποια συγκεκριμένη απειλή.
Το 2% ήταν κάποτε το όριο που παρουσιαζόταν ως αναγκαίο. Τώρα γίνεται 5%. Αύριο;
Η ερώτηση δεν είναι ρητορική.
Διότι όταν μια κοινωνία συνηθίσει να αντιμετωπίζει τις στρατιωτικές δαπάνες ως διαρκώς αυξανόμενη ανάγκη, χρειάζεται κάποια στιγμή να ορίσει και ένα όριο.
Εκεί καταλήγει όλη η τριλογία
Στο πρώτο μέρος ρωτήσαμε: Γιατί ακριβώς θα ήθελε η Ρωσία έναν γενικευμένο πόλεμο με την Ευρώπη;
Στο δεύτερο: Ποιοι αποκτούν οικονομική και θεσμική ισχύ όσο η Ευρώπη εξοπλίζεται;
Και τώρα φθάνουμε στο τρίτο: Ποιος πληρώνει;
Η απάντηση είναι απλή. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες. Και γι’ αυτό έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν όχι μόνο πόσα θα πληρώσουν, αλλά και γιατί.
Να γνωρίζουν ποια είναι η απειλή. Πόσο άμεση είναι. Πόσο πιθανή είναι. Ποια στρατηγική αποτροπής απαιτεί. Και αν η απάντηση είναι πράγματι η μεταφορά ενός τόσο μεγάλου μέρους του ευρωπαϊκού πλούτου προς την άμυνα.
Η Ευρώπη έχει ασφαλώς καθήκον να μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της.
Αλλά έχει και ένα δεύτερο καθήκον: να μην επιτρέψει στον φόβο του πολέμου να γίνει μόνιμος μηχανισμός που θα καθορίζει την οικονομία, την κοινωνία και τελικά το μέλλον της.
Γιατί η ασφάλεια υπηρετεί την κοινωνία. Δεν μπορεί η κοινωνία να καταλήξει να υπάρχει για να υπηρετεί την ασφάλεια.
Δεν υπάρχουν σχόλια
Η Ευρώπη στον δρόμο της πολεμικής οικονομίας
Μέρος Β΄
Ποιος κερδίζει από τον φόβο του πολέμου;
Στο πρώτο μέρος της τριλογίας εξετάσαμε αν υπάρχουν επαρκή στοιχεία ότι η Ρωσία επιδιώκει έναν γενικευμένο πόλεμο με την Ευρώπη. Στο δεύτερο θέτουμε ένα διαφορετικό ερώτημα: ποιοι ενισχύονται οικονομικά, πολιτικά και θεσμικά από τη μεγάλη ευρωπαϊκή στροφή προς τους εξοπλισμούς; Στο τρίτο θα δούμε τι σημαίνει αυτή η στροφή σε πραγματικούς αριθμούς για τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ελλάδα.
Το ερώτημα χρειάζεται προσοχή. Δεν σημαίνει ότι όποιος κερδίζει από τους εξοπλισμούς δημιούργησε και την απειλή. Ούτε ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν έχουν λόγους ανησυχίας μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Όταν όμως εκατοντάδες δισεκατομμύρια αλλάζουν κατεύθυνση, νέες βιομηχανίες αναπτύσσονται και θεσμοί αποκτούν μεγαλύτερη ισχύ, ο πολίτης δικαιούται να ρωτήσει: πού πηγαίνουν τα χρήματα και ποιοι ισχυροποιούνται;
Μια ιστορική στροφή
Στη Σύνοδο της Χάγης το 2025 τα κράτη του ΝΑΤΟ συμφώνησαν να κινηθούν έως το 2035 προς συνολικές αμυντικές και συναφείς δαπάνες ύψους 5% του ΑΕΠ: 3,5% για βασικές στρατιωτικές ανάγκες και έως 1,5% για υποδομές, ανθεκτικότητα, δίκτυα και αμυντική βιομηχανία.
Δεν πρόκειται επομένως για μια πρόσκαιρη αύξηση αγορών οπλικών συστημάτων. Πρόκειται για μακροχρόνια ανακατεύθυνση δημόσιων πόρων.
Οι πρώτοι ωφελημένοι είναι προφανώς οι αμυντικές βιομηχανίες.
Η σουηδική Saab, για παράδειγμα, ανακοίνωσε το 2026 αύξηση νέων παραγγελιών κατά 141% και άνοδο πωλήσεων σχεδόν 30%. Παράλληλα, ακόμη και εταιρείες έξω από την παραδοσιακή πολεμική βιομηχανία εξετάζουν πλέον την παραγωγή στρατιωτικών οχημάτων, drones και άλλων αμυντικών εφαρμογών.
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι οι εταιρείες αυτές δημιουργούν τον φόβο του πολέμου. Δείχνει όμως ότι η τεράστια αύξηση των εξοπλισμών δημιουργεί αντίστοιχα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα.
Από την αμυντική δαπάνη στην αμυντική οικονομία
Η βαθύτερη αλλαγή βρίσκεται αλλού.
Το ΝΑΤΟ δεν ζητεί μόνο περισσότερες αγορές όπλων. Ζητεί αύξηση παραγωγής: νέα εργοστάσια, περισσότερα πυρομαχικά, αεράμυνα, πυραύλους, τεθωρακισμένα και μεγαλύτερη βιομηχανική δυναμικότητα.
Και εδώ βρίσκεται η διαφορά. Άλλο είναι μια προσωρινή αύξηση στρατιωτικών δαπανών λόγω κρίσης και άλλο η δημιουργία μόνιμης παραγωγικής υποδομής, η οποία για να επιβιώσει χρειάζεται διαρκείς παραγγελίες.
Ένα εργοστάσιο πυρομαχικών χρειάζεται συμβόλαια. Μια γραμμή παραγωγής πυραύλων χρειάζεται νέες παραγγελίες. Οι εργαζόμενοι χρειάζονται συνέχεια της παραγωγής και οι τοπικές οικονομίες αποκτούν συμφέρον από τη διατήρησή της.
Έτσι οι εξοπλισμοί μετατρέπονται σταδιακά από ζήτημα άμυνας σε ζήτημα ανάπτυξης, θέσεων εργασίας και βιομηχανικής πολιτικής.
Δεν κερδίζουν μόνο οι βιομηχανίες
Η νέα πραγματικότητα ενισχύει και το θεσμικό οικοδόμημα της ευρωπαϊκής άμυνας: υπουργεία Άμυνας, στρατιωτικά επιτελεία, μηχανισμούς του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κοινές προμήθειες, στρατιωτικές υποδομές και προγράμματα παραγωγής.
Μπορεί κάποιος να θεωρεί αυτή την εξέλιξη αναγκαία. Δεν είναι όμως πολιτικά ουδέτερη. Μεταβάλλει τις προτεραιότητες της Ευρώπης.
Παράλληλα, η επίκληση εξωτερικού κινδύνου διευκολύνει τις κυβερνήσεις να δικαιολογούν αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες, νέο δημόσιο χρέος ή περιορισμό άλλων δημοσιονομικών επιλογών.
Και αυτό δεν σημαίνει ότι επινοούν την απειλή. Σημαίνει ότι ο φόβος ενός εξωτερικού κινδύνου δημιουργεί πολιτικό χώρο για αποφάσεις που σε διαφορετικές συνθήκες θα συναντούσαν μεγαλύτερη κοινωνική αντίσταση.
Γι' αυτό όσο μεγαλύτερες είναι οι θυσίες που ζητούνται από τους πολίτες, τόσο αυστηρότερη πρέπει να είναι και η απαίτηση τεκμηρίωσής τους.
Μια νέα πολιτική οικονομία
Όταν οι στρατιωτικές δαπάνες παγιώνονται, δημιουργείται ένα ολόκληρο οικοσύστημα: βιομηχανίες, εργοστάσια, εργαζόμενοι, ερευνητικά προγράμματα, κρατικές συμβάσεις, ευρωπαϊκά κονδύλια και στρατιωτικοί μηχανισμοί.
Κάθε τμήμα αυτού του συστήματος αποκτά φυσιολογικά συμφέρον από τη συνέχισή του. Δεν χρειάζεται καμία θεωρία συνωμοσίας. Αρκεί η δυναμική των συμφερόντων.
Και εδώ εμφανίζεται μια κρίσιμη ασυμμετρία. Οι εξοπλισμοί έχουν εργοστάσια, συμβάσεις, προϋπολογισμούς και θέσεις εργασίας. Η αποκλιμάκωση δεν διαθέτει αντίστοιχο οικονομικό οικοσύστημα. Κανένα εργοστάσιο δεν εξαρτάται από την παραγωγή λιγότερων πυραύλων. Καμία μεγάλη σύμβαση δεν υπογράφεται επειδή μειώθηκε η διεθνής ένταση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι επιδιώκεται ο πόλεμος. Σημαίνει όμως ότι, όταν εδραιώνεται μια μόνιμη οικονομία στρατιωτικής προετοιμασίας, η ειρήνη και η αποκλιμάκωση δεν διαθέτουν τα ίδια υλικά κίνητρα.
Το πραγματικό ερώτημα
Το σωστό ερώτημα λοιπόν δεν είναι: «Ποιος κατασκευάζει τη ρωσική απειλή;»
Δεν έχουμε στοιχεία για μια τέτοια απάντηση.
Το σοβαρό ερώτημα είναι διαφορετικό: Ποιοι αποκτούν μεγαλύτερη οικονομική, πολιτική και θεσμική δύναμη όσο η Ευρώπη οργανώνεται γύρω από μια μακροχρόνια στρατιωτική αντιπαράθεση;
Και ακόμη περισσότερο: Πώς διασφαλίζουμε ότι τα συμφέροντα που δημιουργεί αυτή η νέα πραγματικότητα δεν θα αρχίσουν κάποτε να επηρεάζουν και την πολιτική που τη συντηρεί;
Γιατί στο τέλος κάποιος χρηματοδοτεί ολόκληρο αυτό το οικοδόμημα. Ο πολίτης.
Και εδώ αρχίζει το τρίτο και τελευταίο μέρος της τριλογίας: Τι σημαίνει στην πράξη το 5% του ΑΕΠ; Πόσα δισεκατομμύρια σημαίνει για τη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ιταλία; Και πόσα για την Ελλάδα, η οποία ήδη διαθέτει μεγάλο μέρος του εθνικού της πλούτου στην άμυνα;Γιατί οι αριθμοί των συνόδων κορυφής ακούγονται αφηρημένοι. Όταν όμως μεταφραστούν σε πραγματικά δισεκατομμύρια, γίνεται αντιληπτό το μέγεθος της αλλαγής.

Η Ευρώπη στον δρόμο της πολεμικής οικονομίας
Μέρος Α΄
Πέστε μου έναν λόγο γιατί η Ρωσία θέλει να κάνει πόλεμο με την Ευρώπη
Το κείμενο αυτό είναι το πρώτο μιας τριλογίας για τη μεγάλη στροφή της Ευρώπης προς την πολεμική οικονομία. Στο πρώτο μέρος εξετάζεται αν υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία ότι η Ρωσία επιδιώκει πράγματι πόλεμο με την Ευρώπη. Στο δεύτερο θα δούμε ποιοι ωφελούνται πολιτικά, θεσμικά και οικονομικά από τη μονιμοποίηση του φόβου του πολέμου. Και στο τρίτο θα επιχειρήσουμε να μεταφράσουμε σε πραγματικούς αριθμούς τι σημαίνει το νέο όριο του 5% του ΑΕΠ για τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ελλάδα.
«Το να αμφισβητεί κανείς την απειλή που συνιστά η Ρωσία για την Ευρώπη είναι ανεύθυνο», δήλωσε ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ στις 29 Σεπτεμβρίου.
Η φράση προκαλεί εντύπωση όχι μόνο επειδή χαρακτηρίζει τη Ρωσία ως μείζονα απειλή, αλλά επειδή περίπου ενοχοποιεί και την ίδια την αμφισβήτηση.
Και όμως, όταν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες καλούνται να αυξήσουν δραστικά τις στρατιωτικές δαπάνες, να αναπτύξουν πολεμική βιομηχανία και να προετοιμαστούν για μακροχρόνια αντιπαράθεση, τότε η αμφισβήτηση δεν είναι ανευθυνότητα. Είναι υποχρέωση.
Και το πρώτο ερώτημα είναι απλό: Πέστε μου έναν συγκεκριμένο λόγο για τον οποίο η Ρωσία θέλει να κάνει πόλεμο με την Ευρώπη.
Όχι γιατί μπορεί να τον κάνει. Όχι γιατί διαθέτει στρατό, πυραύλους και πυρηνικά όπλα.
Ρωτώ: ποιο συμφέρον θα εξυπηρετούσε ένας τέτοιος πόλεμος; Τι θα κέρδιζε η Ρωσία;
Εδάφη; Είναι ήδη η μεγαλύτερη χώρα του κόσμου.
Πρώτες ύλες; Διαθέτει τεράστια αποθέματα ενέργειας και φυσικών πόρων.
Αγορές; Ένας πόλεμος με την Ευρώπη θα κατέστρεφε ό,τι απέμεινε από τις οικονομικές και ενεργειακές σχέσεις της.
Πολιτική επιρροή; Πώς ακριβώς θα αποκτούσε περισσότερη επιρροή στη Γερμανία, στη Γαλλία ή στην Ιταλία βομβαρδίζοντάς τες;
Και κυρίως: γιατί να επιλέξει μια σύγκρουση με το ΝΑΤΟ, γνωρίζοντας ότι αυτή μπορεί να εξελιχθεί σε γενικευμένο ή ακόμη και πυρηνικό πόλεμο;
«Μα εισέβαλε στην Ουκρανία»
Είναι το ισχυρότερο αντεπιχείρημα. Και είναι σοβαρό.
Η εισβολή της 24ης Φεβρουαρίου 2022 απέδειξε ότι η Ρωσία είναι διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ για γεωπολιτικούς στόχους. Αυτό κανείς δεν μπορεί να το αγνοήσει. Αλλά από εδώ μέχρι το συμπέρασμα ότι «η Ρωσία θέλει να εισβάλει στην Ευρώπη» υπάρχει ένα κρίσιμο κενό.
Η Ουκρανία δεν είναι κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ. Επίθεση σε χώρα του ΝΑΤΟ δεν θα σήμαινε έναν ακόμη περιφερειακό πόλεμο. Θα σήμαινε κίνδυνο άμεσης αναμέτρησης με ολόκληρη τη Συμμαχία.
Άρα το πραγματικό ερώτημα παραμένει: Γιατί να το επιδιώξει αυτό η Μόσχα;
Η εισβολή στην Ουκρανία είχε ήδη ένα αποτέλεσμα αντίθετο προς βασικά ρωσικά συμφέροντα: η Φινλανδία και η Σουηδία εγκατέλειψαν τη στρατιωτική τους ουδετερότητα και εντάχθηκαν στο ΝΑΤΟ.
Γιατί λοιπόν η Ρωσία να επιλέξει ένα ακόμη μεγαλύτερο βήμα, που θα οδηγούσε σε ακόμη βαθύτερη συσπείρωση όλης της Ευρώπης εναντίον της;
Άλλο δυνατότητα, άλλο πρόθεση
Εδώ βρίσκεται η ουσία.
Το ότι ένα κράτος έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει ζημιά δεν σημαίνει ότι έχει και την πρόθεση να το κάνει.
Η Γαλλία και η Βρετανία διαθέτουν πυρηνικά όπλα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τεράστια στρατιωτική ισχύ στην Ευρώπη. Δεν συμπεραίνουμε από αυτό ότι ετοιμάζονται να επιτεθούν στη Ρωσία.
Γιατί λοιπόν η ρωσική στρατιωτική ισχύς θεωρείται από μόνη της απόδειξη επικείμενης επίθεσης;
Μπορεί να δικαιολογεί επαγρύπνηση. Μπορεί να δικαιολογεί αποτροπή. Μπορεί να δικαιολογεί ισχυρή άμυνα. Δεν αποδεικνύει όμως επιθετική πρόθεση.
Και αυτό έχει σημασία, γιατί ακόμη και υπηρεσίες και κυβερνήσεις χωρών που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή απέναντι στη Ρωσία δεν λένε σήμερα ότι επίκειται άμεση συμβατική επίθεση στο ΝΑΤΟ.
Προειδοποιούν για σαμποτάζ, κυβερνοεπιθέσεις, παραβιάσεις, drones και άλλες υβριδικές ενέργειες.
Αυτό είναι σοβαρό. Αλλά είναι κάτι διαφορετικό από το: «Η Ρωσία ετοιμάζεται να εισβάλει στην Ευρώπη».
Η Ευρώπη όμως ήδη οργανώνεται για μια νέα εποχή
Στη Σύνοδο της Χάγης το 2025, τα κράτη του ΝΑΤΟ συμφώνησαν να κινηθούν έως το 2035 προς συνολικές αμυντικές και σχετικές δαπάνες ύψους 5% του ΑΕΠ.
Πρόκειται για ιστορική αλλαγή. Δεν μιλάμε πια απλώς για αύξηση ενός στρατιωτικού προϋπολογισμού. Μιλάμε για αναδιοργάνωση της ευρωπαϊκής οικονομίας γύρω από την άμυνα, τις υποδομές ασφαλείας, την αμυντική βιομηχανία και την πολεμική ετοιμότητα.
Και ακριβώς επειδή η αλλαγή αυτή είναι τόσο μεγάλη, απαιτείται μεγαλύτερη τεκμηρίωση. Δεν αρκεί η λέξη «απειλή».
Πρέπει να γνωρίζουμε: Ποια απειλή; Σε ποιο χρονικό ορίζοντα;
Με ποια στοιχεία; Και με ποια πραγματική πιθανότητα;
Ο κίνδυνος να δημιουργήσουμε αυτό που φοβόμαστε
Υπάρχει και κάτι ακόμη. Η ιστορία γνωρίζει καλά το λεγόμενο δίλημμα ασφαλείας.
Ο ένας εξοπλίζεται επειδή φοβάται τον άλλον. Ο άλλος βλέπει τους εξοπλισμούς και φοβάται περισσότερο. Απαντά με νέους εξοπλισμούς. Και κάθε πλευρά θεωρεί τις κινήσεις της άλλης απόδειξη ότι είχε εξαρχής δίκιο να φοβάται.
Έτσι μπορεί να δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος στον οποίο κανείς δεν επιδιώκει αρχικά τον πόλεμο, αλλά όλοι προετοιμάζονται γι’ αυτόν τόσο έντονα ώστε αυξάνουν τον κίνδυνο να συμβεί.
Γι’ αυτό χρειάζεται ψυχραιμία.
Η Ρωσία δεν είναι ακίνδυνη. Η Ευρώπη έχει κάθε δικαίωμα να προστατεύεται. Αλλά άλλο η άμυνα και η αποτροπή και άλλο η καλλιέργεια της βεβαιότητας ότι ο μεγάλος πόλεμος είναι σχεδόν αναπόφευκτος.
Το ερώτημα παραμένει
Δεν ζητώ να εμπιστευθούμε τον Πούτιν. Δεν ζητώ να αφοπλιστεί η Ευρώπη.
Ζητώ κάτι πολύ απλούστερο: αν μας λέτε ότι η Ρωσία θέλει να επιτεθεί στην Ευρώπη, δείξτε μας το κίνητρο, τον στρατηγικό στόχο και τα συγκεκριμένα στοιχεία της πρόθεσης.
Διαφορετικά κινδυνεύουμε να κάνουμε ένα πολύ σοβαρό λάθος: να μετατρέψουμε έναν πιθανό κίνδυνο σε βεβαιότητα, τη βεβαιότητα σε φόβο, και τον φόβο σε μόνιμη πολιτική και οικονομική κατάσταση.
Και τότε προκύπτει το δεύτερο μεγάλο ερώτημα: Όταν η Ευρώπη οργανώνει οικονομίες και κοινωνίες γύρω από την προσδοκία μιας μακροχρόνιας στρατιωτικής αντιπαράθεσης, ποιοι ωφελούνται από αυτή τη νέα πραγματικότητα;
Αυτό θα είναι το αντικείμενο του δεύτερου μέρους: «Ποιος κερδίζει από τον φόβο του πολέμου;»

Όταν η «οικουμενική» αποστολή γίνεται γεωπολιτική αντιπροσωπεία
Η επίσκεψη του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών στην Ουκρανία και η άνιση εκκλησιαστική ευαισθησία απέναντι στους διωκόμενους πιστούς του Μητροπολίτη Ονουφρίου
Η επίσκεψη αντιπροσωπείας του «Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών» στην Ουκρανία, από τις 14 έως τις 17 Ιουλίου 2026, υπό τον γενικό γραμματέα του, καθηγητή Jerry Pillay, παρουσιάστηκε ως αποστολή αλληλεγγύης προς τον ουκρανικό λαό και υποστήριξης της ειρήνης.
Κανείς δεν αμφισβητεί το χριστιανικό καθήκον συμπαραστάσεως προς έναν λαό που δοκιμάζεται από τη ρωσική εισβολή, με τους θανάτους, τις καταστροφές και την προσφυγιά που αυτή προκάλεσε. Ούτε μπορεί να μένει χωρίς κριτική η θρησκευτική δικαιολόγηση του πολέμου από τη ρωσική εκκλησιαστική ηγεσία. Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού: στην επιλεκτικότητα της εκκλησιαστικής ευαισθησίας και στην ευκολία με την οποία η αλληλεγγύη προς έναν λαό μετατρέπεται σε επικύρωση της κρατικής και γεωπολιτικής γραμμής της ηγεσίας του.
Δύο συνομιλίες, αλλά όχι ίση αντιμετώπιση
Στις 15 Ιουλίου η αντιπροσωπεία του ΠΣΕ συναντήθηκε με το Πανουκρανικό Συμβούλιο Εκκλησιών και Θρησκευτικών Οργανώσεων και πραγματοποίησε ιδιαίτερη επίσκεψη στην κατοικία του Επιφανίου, επικεφαλής της αποκαλούμενης Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας. Η συνάντηση προβλήθηκε αναλυτικά και συνοδεύθηκε από φωτογραφικό υλικό. Εκεί εκφράστηκε η «ακλόνητη υποστήριξη» προς την Ουκρανία και καταδικάστηκε η ρωσική επιθετικότητα ως παράνομη, ανήθικη και απολύτως απαράδεκτη.
Μετά την ολοκλήρωση της επισκέψεως, το ίδιο το ΠΣΕ ανακοίνωσε ότι πραγματοποιήθηκαν «στοχευμένες συνομιλίες» τόσο με την Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία του Μητροπολίτη Ονουφρίου όσο και με την Εκκλησία του Επιφανίου. Η διευκρίνιση είναι ουσιώδης: δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η αντιπροσωπεία αρνήθηκε κάθε επικοινωνία με την Εκκλησία του Ονουφρίου.
Ωστόσο, η ανακοίνωση δεν κατονομάζει τους εκπροσώπους της, δεν αναφέρει συνάντηση με τον ίδιο τον Μητροπολίτη και δεν εκθέτει όσα καταγγέλθηκαν για αφαιρέσεις ναών, διώξεις κληρικών, έρευνες σε μονές, συλλήψεις, διοικητικές πιέσεις και το νομοθετικό πλαίσιο που απειλεί την υπόστασή της. Για τη μία πλευρά υπήρξαν ιδιαίτερη επίσκεψη, ονομαστική προβολή και φωτογραφίες· για την άλλη, μία συνοπτική αναφορά χωρίς πρόσωπα, περιεχόμενο ή δημόσια δέσμευση προστασίας των δικαιωμάτων της.
Η διαφορά δεν είναι απλώς επικοινωνιακή. Στην εκκλησιαστική διπλωματία, οι συναντήσεις, οι εικόνες, οι ανακοινώσεις και οι αποσιωπήσεις παράγουν θεσμικό και εκκλησιολογικό αποτέλεσμα.
Άκουσαν τους διωκόμενους – αλλά ποιον πίστεψαν;
Ο Jerry Pillay ανέφερε ότι συζητήθηκαν οι σχέσεις Εκκλησίας και κράτους και οι συνέπειες της νέας ουκρανικής νομοθεσίας. Πρόσθεσε, όμως, ότι η αντιπροσωπεία άκουσε την απάντηση της κυβερνήσεως και τη διαβεβαίωση του Πανουκρανικού Συμβουλίου Εκκλησιών ότι η ρύθμιση «δεν απειλεί τη θρησκευτική ελευθερία στην Ουκρανία».
Εδώ βρίσκεται η ουσία. Η αντιπροσωπεία συνομίλησε και με τις δύο πλευρές, αλλά ως τελικό συμπέρασμα πρόβαλε τη διαβεβαίωση της κρατικής και θεσμικής ουκρανικής πλευράς. Δεν πληροφορούμαστε τι ακριβώς της κατήγγειλαν οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας του Ονουφρίου ούτε πώς αξιολογήθηκαν οι καταγγελίες τους. Εάν η συνομιλία με τους διωκόμενους δεν αφήνει ίχνος στο τελικό ανακοινωθέν, ενώ η άρνηση των διώξεων προβάλλεται ως καθησυχαστική απάντηση, η ακρόαση κινδυνεύει να αποδειχθεί προσχηματική.
Δεν αρκεί να ακούσεις τον διωκόμενο. Οφείλεις να ερευνήσεις όσα καταγγέλλει και να υπερασπιστείς δημόσια τα δικαιώματά του. Διαφορετικά, η «ισόρροπη ακρόαση» γίνεται διαδικαστικό άλλοθι για ένα ήδη προειλημμένο πολιτικό συμπέρασμα. «Ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με», λέγει το Ευαγγέλιο — όχι για μια τυπική ακρόαση, αλλά για την αναγνώριση του ίδιου του Χριστού στο πρόσωπο του πάσχοντος.
Μια εκκλησιαστική πληγή που παραμένει ανοικτή
Το ΠΣΕ δεν είναι ορθόδοξη Σύνοδος και δεν έχει κανονική αρμοδιότητα να αναγνωρίζει αυτοκεφαλίες. Ωστόσο, η ιδιαίτερη συνάντηση με τον Επιφάνιο και η απουσία αντίστοιχης ορατής συναντήσεως με τον Ονούφριο δημιουργούν την εντύπωση ότι η μία πλευρά αποτελεί την επίσημη και διεθνώς αποδεκτή εκκλησιαστική έκφραση της Ουκρανίας, ενώ η άλλη μια προβληματική κοινότητα, της οποίας οι ισχυρισμοί ακούγονται χωρίς να κρίνονται άξιοι δημοσιότητας.
Η χορήγηση αυτοκεφαλίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στη νέα ουκρανική εκκλησιαστική δομή δεν θεράπευσε το σχίσμα. Ο Επιφάνιος απέκτησε τον Τόμο και την αναγνώριση ορισμένων τοπικών Εκκλησιών, όχι όμως πανορθόδοξη αποδοχή. Απέναντί του παραμένει η ιστορική Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία υπό τον Μητροπολίτη Ονούφριο, η οποία ήταν κανονικά συνδεδεμένη με το Πατριαρχείο Μόσχας.
Η ιστορική αυτή σχέση δεν καθιστά τους πιστούς της συλλογικά υπεύθυνους ούτε για τη ρωσική εισβολή ούτε για τις θεολογικές δικαιολογήσεις της από τον Πατριάρχη Κύριλλο. Η Εκκλησία του Ονουφρίου έχει καταδικάσει τον πόλεμο και διακηρύξει την οργανωτική της ανεξαρτησία από τη Μόσχα, μολονότι η έκταση και οι κανονικές συνέπειες αυτής της απομακρύνσεως αμφισβητούνται. Οι πιστοί δεν μπορεί να υποχρεώνονται να αποδείξουν τον πατριωτισμό τους εγκαταλείποντας την Εκκλησία στην οποία βαπτίστηκαν, κοινώνησαν και έζησαν την πνευματική τους ζωή.
Το ΠΣΕ ανάμεσα στη μεσολάβηση και στην επικύρωση
Το 2022 το ΠΣΕ είχε συναντηθεί ονομαστικά τόσο με τον Επιφάνιο όσο και με τον Ονούφριο. Και τώρα συνομίλησε με εκπροσώπους και των δύο πλευρών. Το ερώτημα όμως παραμένει: λειτούργησε ως πραγματικός μεσολαβητής ή ως θεσμικός επικυρωτής της κυρίαρχης πλευράς;
Μπορεί να μιλά για συμφιλίωση χωρίς να δημοσιοποιεί ούτε μία καταγγελία της διωκόμενης κοινότητας; Να υπερασπίζεται τη θρησκευτική ελευθερία, αρκούμενο στη διαβεβαίωση εκείνων που κατηγορούνται ότι την περιορίζουν; Να καταδικάζει —ορθώς— την εργαλειοποίηση της Εκκλησίας από τη Μόσχα, αλλά να παραβλέπει την εργαλειοποίηση της θρησκείας από το Κίεβο; Η χριστιανική αλήθεια δεν μεταβάλλεται ανάλογα με τη γεωπολιτική πλευρά που παραβιάζει τα δικαιώματα των πιστών.
Μια πραγματικά εκκλησιαστική αποστολή όφειλε να συναντήσει ονομαστικά και ισότιμα τους δύο επικεφαλής, να δημοσιοποιήσει τις θέσεις και των δύο πλευρών, να ζητήσει ανεξάρτητη διερεύνηση των καταγγελιών, να απαιτήσει την παύση κάθε βίαιης ή διοικητικής μεταβιβάσεως ναών και να καλέσει σε διάλογο χωρίς προαπαιτούμενο την εξαφάνιση της άλλης πλευράς. Αντί γι’ αυτό, το τελικό μήνυμα συνέπεσε με την επίσημη θέση ότι η νέα νομοθεσία δεν απειλεί τη θρησκευτική ελευθερία.
Η συμμετοχή του Μητροπολίτη Νέας Ιωνίας Γαβριήλ
Ιδιαίτερη σημασία για την Εκκλησία της Ελλάδος έχει η συμμετοχή του Μητροπολίτη Νέας Ιωνίας, Φιλαδελφείας, Ηρακλείου και Χαλκηδόνος κ. Γαβριήλ, μέλους της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΣΕ και της Επιτροπής των Εκκλησιών για τις Διεθνείς Υποθέσεις. Πρόκειται για ιεράρχη με έντονη παρουσία στον οργανωμένο οικουμενικό διάλογο, το όνομα του οποίου αναφέρεται συχνά σε εκκλησιαστικά δημοσιεύματα μεταξύ όσων ενδέχεται να διαδραματίσουν μελλοντικά πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαδοχή του αρχιεπισκοπικού θρόνου.
Τίθεται, επομένως, εύλογο ερώτημα: ποια θέση εξέφρασε κατά τις συνομιλίες; Ζήτησε ανεξάρτητη διερεύνηση των καταγγελιών της Εκκλησίας του Ονουφρίου; Έθεσε το ζήτημα των αφαιρέσεων ναών και των διώξεων κληρικών; Διατύπωσε επιφύλαξη απέναντι στη διαβεβαίωση ότι η νέα νομοθεσία δεν απειλεί τη θρησκευτική ελευθερία ή αποδέχθηκε χωρίς δημόσια διαφοροποίηση το τελικό συμπέρασμα; Η απάντηση αφορά όχι μόνο τον ίδιο, αλλά και τον εκκλησιολογικό προσανατολισμό που εκπέμπει διεθνώς η Εκκλησία της Ελλάδος.
Να γίνουν ορατοί εκείνοι που η εξουσία θέλει αόρατους
Η επίσκεψη του ΠΣΕ δεν αγνόησε απολύτως την Εκκλησία του Ονουφρίου. Τη συνάντησε, σύμφωνα με την τελική ανακοίνωση. Δεν γνωρίζουμε, όμως, ποιοι μίλησαν εκ μέρους της, τι κατήγγειλαν και τι απάντηση έλαβαν. Το ΠΣΕ πρόβαλε αναλυτικά τις κρατικές θέσεις και τη συνάντηση με τον Επιφάνιο, αλλά άφησε σχεδόν αόρατη τη μαρτυρία της άλλης πλευράς. Καταδίκασε τον ρωσικό πόλεμο, όχι όμως με ανάλογη σαφήνεια τον εσωτερικό εκκλησιαστικό καταναγκασμό. Αυτή δεν είναι ισότιμη μέριμνα· είναι επιλεκτική ευαισθησία.
Εάν το ΠΣΕ θέλει να υπηρετήσει την ειρήνη, δεν αρκεί να επαναλαμβάνει τη γλώσσα της διεθνούς πολιτικής. Οφείλει να μεταφέρει δημόσια τη μαρτυρία των αποκλεισμένων, να ερευνά τις καταγγελίες τους και να υπερασπίζεται τα δικαιώματά τους. Διότι η Εκκλησία δεν καλείται να επιλέξει τον γεωπολιτικά χρήσιμο. Καλείται να αναγνωρίσει στο πρόσωπο κάθε διωκόμενου τον ίδιο τον Χριστό.

Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και ειδικότερα η αδυναμία του άξονα ΗΠΑ–Ισραήλ να επιβληθεί στρατιωτικά στο Ιράν δεν αποτελεί ένα ακόμη επεισόδιο μιας περιφερειακής κρίσης. Συνιστά μια καμπή. Ένα σημείο καμπής γεωπολιτικό, ηθικό και ιστορικό.
Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, η Δύση δεν εμφανίζεται ως αδιαμφισβήτητος ρυθμιστής των εξελίξεων. Η στρατιωτική της υπεροχή δεν μεταφράστηκε σε πολιτική επικράτηση. Οι «κανονιοφόροι» δεν επέβαλαν τη θέλησή τους. Και αυτό, όσο κι αν επιχειρείται να συγκαλυφθεί επικοινωνιακά, συνιστά ήττα, όχι μόνο στρατιωτική σε επίπεδο επιχειρήσεων, αλλά βαθύτερα ηθική και πολιτική.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι χαρακτηριστική: σπουδή για «μπάλωμα» της πραγματικότητας, κατασκευή αφηγήματος επιτυχίας, παράλληλα με συνέχιση των εχθροπραξιών σε άλλα μέτωπα, όπως οι βομβαρδισμοί στον Λίβανο. Μια εκεχειρία που πριν καν στερεωθεί, υπονομεύεται. Όχι από ανάγκη άμυνας, αλλά από αδυναμία αποδοχής του γεγονότος ότι η επιβολή απέτυχε.
Ταυτόχρονα, στο εσωτερικό των ΗΠΑ και του Ισραήλ διακρίνεται μια κρίση πολιτική, στρατηγική, ακόμη και ταυτότητας. Οι αντιφάσεις της πολιτικής ηγεσίας, η κόπωση της κοινής γνώμης, αλλά και η αδυναμία να παραχθεί ένα πειστικό αφήγημα «νίκης», αποκαλύπτουν τα όρια ενός μοντέλου που επί δεκαετίες στηριζόταν στην ισχύ και μόνο.
Η φωνή που διέκοψε τη σιωπή
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, αποκτά ιδιαίτερη σημασία η παρέμβαση του Πάπα Λέοντος ΙΔ'. Δεν πρόκειται απλώς για μια ακόμη έκκληση υπέρ της ειρήνης. Πρόκειται για μια σαφή καταγγελία της ίδιας της λογικής που γεννά τον πόλεμο: «Φτάνει πια η ειδωλολατρία του Εγώ και του χρήματος. Φτάνει πια ο πόλεμος. Η αληθινή δύναμη είναι η υπηρεσία της ζωής».
Η παρέμβαση αυτή έχει τρία χαρακτηριστικά που την καθιστούν βαρύνουσα:
Σε μια εποχή όπου οι περισσότεροι θεσμοί σιωπούν ή ευθυγραμμίζονται, η φωνή αυτή λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι υπάρχει ακόμη ένας λόγος που δεν υποτάσσεται στη στρατηγική των ισχυρών. Ειλικρινά, η θαρραλέα τοποθέτηση του Πάπα μας εξέπληξε. Και μη μου πείτε ότι τον «έβαλαν» οι Ιρανοί, οι Ρώσοι ή οι Κινέζοι!
Η εκκωφαντική σιωπή των «ημετέρων»
Η στάση αυτή, όμως, αναδεικνύει ακόμη περισσότερο ένα άλλο γεγονός: τη σχεδόν καθολική σιωπή μεγάλου μέρους της ορθόδοξης εκκλησιαστικής ηγεσίας στον ελληνικό χώρο.
Εκεί όπου θα ανέμενε κανείς λόγο παρηγορίας, προφητική καταγγελία της αδικίας και υπεράσπιση της ειρήνης, κυριαρχεί μια αμηχανία ή, χειρότερα, μια «ουδετερότητα» που στην πράξη λειτουργεί ως σιωπηρή αποδοχή.
Η αντίθεση είναι εμφανής. Από τη μία, ένας προκαθήμενος που μιλά για «ειδωλολατρία του χρήματος» και καλεί σε τερματισμό του πολέμου. Από την άλλη, η απουσία λόγου από εκείνους που φέρουν την ίδια ευθύνη μαρτυρίας.
Και το ερώτημα τίθεται αμείλικτα: Πότε η σιωπή παύει να είναι ουδετερότητα και γίνεται συνενοχή;
Η πολιτική σύγκρουση: Τραμπ εναντίον ηθικής
Η αντίδραση του Ντόναλντ Τραμπ στη θέση του Πάπα αποκαλύπτει ακόμη βαθύτερες διεργασίες.
Δεν πρόκειται απλώς για μια προσωπική αντιπαράθεση. Πρόκειται για σύγκρουση δύο αντιλήψεων. Από τη μία, η πολιτική που θεμελιώνεται στην ισχύ, την οικονομία, την «επιτυχία». Από την άλλη, η ηθική που θέτει όρια στην ισχύ και υπερασπίζεται τη ζωή.
Η δήλωση ότι «δεν είναι μέγας θαυμαστής» του Πάπα, συνοδευόμενη από επιθέσεις περί «φιλελευθερισμού» και «αφέλειας», δείχνει κάτι βαθύτερο: ότι η πολιτική εξουσία δεν ανέχεται πλέον ούτε καν τη συμβολική ηθική κριτική.
Η εικόνα που ο Τραμπ ανάρτησε, παρουσιάζοντας τον εαυτό του σε σχεδόν «μεσσιανικό» ρόλο, συμπυκνώνει αυτή τη μετατόπιση. Φανερώνει μια πολιτική που δεν δέχεται ανώτερη αρχή, ούτε πνευματική, ούτε ηθική.
Στην ουσία, πρόκειται για μια υπέρβαση ακόμη και των παραδοσιακών ορίων της Δύσης. Αν παλαιότερα ο παπισμός αποτελούσε σημείο αναφοράς, σήμερα αμφισβητείται ανοικτά, στο όνομα μιας νέας ιδεολογίας ισχύος που συχνά συνδέεται με τον λεγόμενο «χριστιανοσιωνισμό».

Το Ιράν και το τέλος της βεβαιότητας της ισχύος
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η στάση και η αντοχή του Ιράν αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.
Το Ιράν δεν αντιμετώπισε απλώς μια επίθεση. Αντιμετώπισε έναν αντίπαλο με συντριπτική υπεροχή στρατιωτική, τεχνολογική, επικοινωνιακή.
Και όμως, δεν λύγισε. Δεν κατέρρευσε. Αντεπιτέθηκε, προξενώντας ζημιές. Αυτό που αναδείχθηκε δεν είναι μόνο στρατιωτικό. Είναι κάτι βαθύτερο: η ύπαρξη ασύμμετρης ισχύος που δεν μετριέται σε όπλα.
Ο ιρανικός λαός είναι υπόδειγμα για κάθε πατριωτική συνείδηση. Συσπειρώθηκε σε μια πατριωτική βάση υπεράσπισης της χώρας του. Βγήκε στους δρόμους. Στήριξε κρίσιμες υποδομές. Αψήφησε τελεσίγραφα.
Και, κυρίως, εξέφρασε μια στάση που δύσκολα γίνεται κατανοητή στη Δύση: ότι οι υλικές καταστροφές αποκαθίστανται, αλλά η απώλεια της ψυχής και της ελευθερίας δεν αναπληρώνεται.
Το μήνυμα που μένει
Η σύγκρουση αυτή δεν έχει τελειώσει. Ο πόλεμος, όπως όλα δείχνουν, θα συνεχιστεί με απρόσμενες εξελίξεις. Δεν ξέρουμε τι θα γίνει τελικά. Όμως ένα γεγονός έχει ήδη καταγραφεί: ο άξονας ΗΠΑ–Ισραήλ δεν κατόρθωσε να επιβληθεί.
Και αυτό αλλάζει τα πάντα. Αλλάζει το γεωπολιτικό τοπίο. Αποκαλύπτει τα όρια της ισχύος. Φορτώνει τη Δύση με μια βαριά ηθική και πολιτική ήττα. Δείχνει σε όλους τους λαούς ότι ένας λαός, όταν έχει ταυτότητα, πίστη και αίσθηση ελευθερίας, μπορεί να αντισταθεί ακόμη και στους ισχυρότερους. Γιατί, τελικά, η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τους ισχυρούς. Γράφεται και από εκείνους που αρνούνται να υποταχθούν.

Όταν καταρρέουν τα προσχήματα, αποκαλύπτεται το πραγματικό πρόσωπο της εξουσίας.
Και σήμερα, αυτό που βλέπουμε δεν είναι στρατηγική· είναι επικίνδυνος τυχοδιωκτισμός.
Ο πόλεμος κατά του Ιράν δεν ξεκίνησε για λόγους άμυνας.
Δεν ήταν «αναγκαία απάντηση».
Ήταν επιλογή. Και μάλιστα προσωπική.
Ο Τραμπ, με τις αντιφάσεις και την πολιτική του αστάθεια,
δεν ενεργεί ως ηγέτης με σχέδιο, αλλά ως εκτελεστής μιας ατζέντας που δεν του ανήκει.
Πίσω από τις μεγάλες κουβέντες περί «απειλής»,
κρύβεται μια βαθύτερη πραγματικότητα:
η πλήρης ευθυγράμμιση με τις επιδιώξεις του Ισραήλ
και η εκτέλεση της στρατηγικής Νετανιάχου για σύγκρουση και εξουδετέρωση του Ιράν.
Ο λεγόμενος «χριστιανοσιωνισμός» δεν είναι απλώς ιδεολογία.
Είναι πολιτικό εργαλείο επιρροής – και στην περίπτωση αυτή, καθοριστικός παράγοντας.
Έτσι γράφονται οι πόλεμοι σήμερα:
όχι από λαούς, αλλά από κύκλους ισχύος που χρησιμοποιούν ηγέτες ως μοχλούς.
Το αποτέλεσμα;
Ένας πόλεμος καταστροφικός, χωρίς καθαρό τέλος,
με απρόβλεπτες συνέπειες για ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Και το πιο επικίνδυνο;
Δεν υπάρχει σταθερότητα στην απόφαση.
Υπάρχει μόνο βούληση – και αυτή αλλάζει από στιγμή σε στιγμή.
Αυτό δεν είναι ηγεσία.
Είναι ρίσκο με όρους παγκόσμιας καταστροφής.

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο: info@iepomenimera.gr