



Όταν το αρχείο γίνεται καταφύγιο της εξουσίας
Η τρίτη άρνηση της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου να ερευνήσει ουσιαστικά το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν κλείνει την υπόθεση. Ανοίγει ένα ακόμη βαθύτερο ζήτημα: ποιος φυλάσσει τελικά τη νομιμότητα όταν η κορυφή της εισαγγελικής αρχής αρνείται επίμονα να την αναζητήσει;
Για τρίτη φορά η ηγεσία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου αρνείται να ανασύρει από το αρχείο τη δικογραφία των τηλεφωνικών υποκλοπών. Απορρίφθηκαν τα σχετικά αιτήματα του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, του πρώην υπουργού Χρήστου Σπίρτζη, του δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη και του δικηγόρου Ζαχαρία Κεσσέ, ο οποίος εκπροσωπεί θύματα των παρακολουθήσεων.
Η αιτιολογία είναι ότι δεν εμφανίσθηκαν «νέα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία», ικανά να δικαιολογήσουν την εφαρμογή του άρθρου 43 παρ. 6 ΚΠΔ και την επανεξέταση της υπόθεσης. Επικαλείται, μάλιστα, η Εισαγγελία ένα είδος «οιονεί δεδικασμένου», το οποίο υποτίθεται ότι απορρέει από τις προηγούμενες πράξεις αρχειοθέτησης και δεν επιτρέπει διαφορετική αξιολόγηση του ίδιου αποδεικτικού υλικού. Αυτό είναι, σε αδρές γραμμές, το σκεπτικό της νέας απορριπτικής πράξης.
Τυπικά, η εξήγηση εμφανίζεται νομικά τακτοποιημένη. Ουσιαστικά, όμως, αφήνει αναπάντητο το μείζον ερώτημα: Μπορεί μία διάταξη που αποβλέπει στην ασφάλεια του δικαίου να μετατρέπεται σε απροσπέλαστο τείχος προστασίας μιας ελλιπούς έρευνας;
Μετά την καταδίκη, τίποτε δεν είναι όπως πριν
Μεσολάβησε η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε ύστερα από 39 δικασίμους και έκρινε ενόχους τους Ταλ Ντίλιαν, Σάρα Χάμου, Φέλιξ Μπίτζιο και Γιάννη Λαβράνο για σειρά πράξεων σχετικών με τις παράνομες παρακολουθήσεις. Στους τέσσερις κατηγορουμένους επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης 126 ετών και 8 μηνών στον καθένα, με εκτιτέα τα οκτώ έτη και αναστολή μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Η απόφαση δεν είναι ακόμη αμετάκλητη· είναι όμως υπαρκτή δικαστική κρίση, προϊόν μακράς ακροαματικής διαδικασίας και εκτενούς αποδεικτικής έρευνας. Τα στοιχεία της καταδικαστικής απόφασης είναι συγκεκριμένα.
Δεν αρκεί, επομένως, να απαντά η Εισαγγελία ότι η ίδια η καταδίκη δεν αποτελεί αυτομάτως «νέο στοιχείο». Αυτό μπορεί να είναι τυπικά ορθό, αλλά αποφεύγει την ουσία.
Το κρίσιμο δεν είναι μόνο το διατακτικό της απόφασης. Είναι οι καταθέσεις, τα έγγραφα, οι ηλεκτρονικές επικοινωνίες, οι πραγματικές διαπιστώσεις και οι διασυνδέσεις που αναδείχθηκαν κατά τη δημόσια ακροαματική διαδικασία. Είναι, ακόμη, ο ισχυρισμός του ίδιου του Ταλ Ντίλιαν σε δικαστικό έγγραφο ότι το Predator είχε πωληθεί στις ελληνικές αρχές, στοιχείο που αποτέλεσε βάση νέου αιτήματος για ανάσυρση της δικογραφίας.
Εάν όλα αυτά θεωρούνται ήδη γνωστά και επαρκώς αξιολογημένα, τότε γεννάται ένα ακόμη βαρύτερο ερώτημα: Πώς είναι δυνατόν η μία δικαστική διαδικασία να καταλήγει σε βαριές καταδίκες, ενώ η κορυφαία εισαγγελική αρχή εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει τίποτε ουσιωδώς νέο που να αξίζει περαιτέρω έρευνα;
Η αντίφαση δεν θεραπεύεται με τη λέξη «αρχείο».
Η επίκληση του «οιονεί δεδικασμένου»
Ιδιαίτερα προβληματική είναι η επίκληση ενός «οιονεί δεδικασμένου» που προκύπτει από τις προηγούμενες αρχειοθετήσεις.
Το δεδικασμένο αποτελεί θεμελιώδη εγγύηση της έννομης τάξης όταν στηρίζεται σε δικαστική κρίση που εκδόθηκε μετά από πλήρη διαδικασία. Δεν μπορεί όμως να προσλαμβάνει την ίδια ακαμψία μια εισαγγελική πράξη αρχειοθέτησης προκαταρκτικής εξέτασης. Διαφορετικά, η αρχική αξιολόγηση της Εισαγγελίας καθίσταται πρακτικά απρόσβλητη, ακόμη και όταν μεταγενέστερες δικαστικές εξελίξεις αποκαλύπτουν ότι το πραγματικό έδαφος πάνω στο οποίο στηρίχθηκε ήταν ανεπαρκές ή εσφαλμένο.
Η διάταξη του άρθρου 43 παρ. 6 ΚΠΔ δεν θεσπίστηκε για να εξασφαλίζει την αθανασία των εισαγγελικών πορισμάτων. Επιτρέπει ακριβώς την ανάσυρση μιας υπόθεσης όταν αναφαίνονται νέα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία. Και η έννοια του «νέου στοιχείου» δεν πρέπει να ερμηνεύεται με τέτοια στενότητα ώστε να αποκλείει οτιδήποτε απειλεί να ανατρέψει την προηγούμενη εισαγγελική κρίση.
Όταν τίθεται υπό αμφισβήτηση η ίδια η λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, η ερμηνεία των δικονομικών διατάξεων οφείλει να υπηρετεί την αποκάλυψη της αλήθειας, όχι να προσφέρει προσχήματα για την αποφυγή της.
Τρεις αρχειοθετήσεις δεν αποτελούν σύμπτωση
Μία αρχειοθέτηση μπορεί να θεωρηθεί αποτέλεσμα διαφορετικής νομικής ή αποδεικτικής εκτίμησης. Η δεύτερη δημιουργεί εύλογα ερωτήματα. Η τρίτη, και μάλιστα μετά από όσα αποκαλύφθηκαν στη δίκη του Predator, συγκροτεί πλέον μια σταθερή θεσμική στάση: την απόφαση να μην ερευνηθεί περαιτέρω η ενδεχόμενη σύνδεση του παράνομου λογισμικού με κρατικούς μηχανισμούς και πολιτικά κέντρα.
Δεν διαθέτουμε έγγραφο που να αποδεικνύει ότι ο πρωθυπουργός έδωσε εντολή στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Αυτό πρέπει να λέγεται με ακρίβεια. Η Δικαιοσύνη, κατά το Σύνταγμα, είναι ανεξάρτητη και η απόφαση φέρει ακέραιη την ευθύνη του εισαγγελικού λειτουργού που την εξέδωσε.
Πολιτικά, όμως, το αποτέλεσμα είναι αδύνατον να αγνοηθεί: η διαδοχική άρνηση ουσιαστικής έρευνας λειτουργεί αντικειμενικά ως προστασία της κυβέρνησης Μητσοτάκη από την πλήρη διερεύνηση του σοβαρότερου ίσως θεσμικού σκανδάλου της μεταπολιτευτικής περιόδου.
Και όταν το ίδιο αποτέλεσμα επαναλαμβάνεται με αξιοθαύμαστη συνέπεια, παρά τις δικαστικές καταδίκες, τις νέες αποκαλύψεις, τα αιτήματα των θυμάτων και την καθολική σχεδόν απαίτηση της αντιπολίτευσης, η πολιτική πεποίθηση ότι πρόκειται για συμμόρφωση προς την κυβερνητική ανάγκη της συγκάλυψης παύει να είναι αυθαίρετη υποψία. Γίνεται εύλογο συμπέρασμα που γεννά η ίδια η συμπεριφορά των θεσμών.
Δεν προστατεύεται η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης με την απαίτηση να σιωπά η κοινωνία. Προστατεύεται όταν οι αποφάσεις της είναι τόσο πειστικές, πλήρεις και ουσιαστικές, ώστε να μην αφήνουν χώρο στην υπόνοια της πολιτικής εξάρτησης.
Η Δικαιοσύνη δεν κρίνεται μόνο από τη νομιμοφάνεια
Το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν είναι μία συνηθισμένη ποινική υπόθεση. Αφορά την παρακολούθηση πολιτικών προσώπων, υπουργών, δημοσιογράφων, στρατιωτικών και άλλων πολιτών. Αγγίζει την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, η οποία υπήχθη απευθείας στον πρωθυπουργό. Αφορά τον σκληρό πυρήνα του κράτους δικαίου: το απόρρητο των επικοινωνιών, την πολιτική ελευθερία, τη δημοκρατική λειτουργία και την προστασία του πολίτη απέναντι στην αυθαιρεσία της εκτελεστικής εξουσίας.
Σε τέτοιες υποθέσεις η Δικαιοσύνη δεν αρκεί να είναι τυπικά νομότυπη. Οφείλει να είναι θαρραλέα, ουσιαστική και πειστική.
Δεν καλείται να «παρακάμψει» τον νόμο ούτε να κατασκευάσει ανύπαρκτα αποδεικτικά στοιχεία. Οφείλει, όμως, να ερμηνεύσει τις δικονομικές δυνατότητες σύμφωνα με τον σκοπό τους, να αξιολογήσει αυτοτελώς όσα αναδείχθηκαν στη δίκη και να διατάξει κάθε αναγκαία έρευνα, χωρίς να προεξοφλεί ότι τίποτε νέο δεν πρόκειται να βρεθεί. Διότι νέα στοιχεία συχνά προκύπτουν ακριβώς από τις ανακριτικές πράξεις που τώρα ζητούνται και απορρίπτονται.
Το επιχείρημα «δεν ερευνούμε επειδή δεν υπάρχουν ήδη νέα στοιχεία» κινδυνεύει να καταλήξει σε έναν φαύλο κύκλο: δεν διατάσσονται νέες έρευνες, επομένως δεν προκύπτουν νέα στοιχεία· και επειδή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία, δεν διατάσσονται έρευνες.
Αυτό δεν είναι αποτελεσματική απονομή της Δικαιοσύνης. Είναι θεσμική ακινησία με προκαθορισμένο αποτέλεσμα.
Δεν μπαίνει η δημοκρατία στο αρχείο
Ο εισαγγελικός θεσμός χάνει την αξιοπιστία του όταν εμφανίζεται πρόθυμος να εξαντλήσει κάθε δικονομική ακροβασία για να αποφύγει τον ουσιαστικό έλεγχο μιας υπόθεσης, αλλά όχι την ίδια επιμονή για να φθάσει μέχρι την πλήρη αλήθεια.
Η εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη δεν επιβάλλεται με ανακοινώσεις ούτε απαιτείται ως πράξη πίστης από τους πολίτες. Κατακτάται με πράξεις ανεξαρτησίας, με πλήρεις έρευνες και με την απόδειξη ότι κανένα πρόσωπο και καμία εξουσία δεν βρίσκονται υπεράνω του νόμου.
Η τρίτη αρχειοθέτηση δεν θάβει μόνο μία δικογραφία. Θάβει ακόμη ένα τμήμα της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τον εισαγγελικό και τον δικαστικό θεσμό.
Και τελικά, το ερώτημα που μένει δεν είναι μόνο ποιος χρησιμοποίησε το Predator και ποιοι γνώριζαν. Είναι ακόμη πιο θεμελιώδες: Μπορεί η Δικαιοσύνη να ελέγξει την εξουσία ή έχει επιλέξει να την προφυλάξει;
Όσο δεν δίνεται καθαρή και πειστική απάντηση, το σκάνδαλο δεν κλείνει. Απλώς μεταφέρεται από τον φάκελο των υποκλοπών στον ακόμη βαρύτερο φάκελο της κρίσης του κράτους δικαίου.
Δεν υπάρχουν σχόλια
Κάθε καλοκαίρι, όταν η Ελλάδα τυλίγεται στις φλόγες, η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από τον καύσωνα, τους ανέμους και τα εναέρια μέσα πυρόσβεσης. Είναι, όμως, αυτή όλη η αλήθεια;
Η απάντηση είναι όχι.
Οι μεγάλες πυρκαγιές των τελευταίων ημερών φέρνουν στην επιφάνεια ένα πολύ βαθύτερο πρόβλημα: την προοδευτική εγκατάλειψη της ελληνικής υπαίθρου και τη διατάραξη της φυσικής ισορροπίας ανάμεσα στον άνθρωπο και το δάσος.
Για αιώνες, τα ελληνικά δάση δεν ήταν ακατοίκητοι χώροι. Ήταν ζωντανά οικοσυστήματα, όπου άνθρωποι, κτηνοτρόφοι, υλοτόμοι, ρητινοσυλλέκτες και μελισσοκόμοι συνυπήρχαν με τη φύση. Η παρουσία τους λειτουργούσε ως ένας φυσικός μηχανισμός πρόληψης των πυρκαγιών.
Ιδιαίτερα η εκτατική κτηνοτροφία αποτελούσε τον καλύτερο «δασοπυροσβέστη». Τα κοπάδια καθάριζαν καθημερινά τα δασολίβαδα από τα ξερά χόρτα, τους θάμνους και τη χαμηλή βλάστηση. Με άλλα λόγια, αφαιρούσαν τη βασική καύσιμη ύλη που επιτρέπει σε μια μικρή φωτιά να εξελιχθεί σε πύρινο όλεθρο.
Σήμερα, όμως, η εικόνα αυτή έχει σχεδόν εξαφανιστεί.
Η ελληνική ύπαιθρος ερημώνει. Οι νέοι εγκαταλείπουν τα χωριά, η κτηνοτροφία συρρικνώνεται, τα κοπάδια λιγοστεύουν και τα δασολίβαδα μένουν ακαλλιέργητα και αβόσκητα. Κάθε χρόνο συσσωρεύονται τεράστιες ποσότητες ξερής βιομάζας, μετατρέποντας τα δάση σε μια απέραντη πυριτιδαποθήκη που περιμένει έναν σπινθήρα.
Αλλά και ένα δεύτερο φαινόμενο επιδείνωσε δραματικά την κατάσταση.
Τις τελευταίες δεκαετίες ο άνθρωπος εισέβαλε μαζικά μέσα στο δασικό οικοσύστημα. Η ανεξέλεγκτη εκτός σχεδίου δόμηση, οι διάσπαρτοι οικισμοί, οι εξοχικές κατοικίες και η άναρχη ανάπτυξη δημιούργησαν μια επικίνδυνη ζώνη συνάντησης κατοικίας και δάσους.
Έτσι, όταν ξεσπά μια πυρκαγιά, δεν απειλεί πλέον μόνο το φυσικό περιβάλλον. Απειλεί αμέσως ανθρώπινες ζωές, περιουσίες και ολόκληρους οικισμούς. Οι πυροσβεστικές δυνάμεις αναγκάζονται δικαιολογημένα να δώσουν προτεραιότητα στη διάσωση ανθρώπων και σπιτιών, με αποτέλεσμα πολλές φορές να χάνεται πολύτιμος χρόνος για την ανάσχεση της φωτιάς μέσα στο δάσος.
Με άλλα λόγια, δημιουργήσαμε μόνοι μας τις συνθήκες ώστε μια φυσική καταστροφή να μετατρέπεται σε εθνική τραγωδία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η κλιματική αλλαγή δεν παίζει ρόλο. Τον παίζει, και μάλιστα σημαντικό. Όμως η κλιματική αλλαγή εξηγεί γιατί οι φωτιές γίνονται πιο έντονες. Δεν εξηγεί γιατί βρίσκουν μπροστά τους τόσο τεράστια ποσότητα καύσιμης ύλης ούτε γιατί εξαπλώνονται ανεμπόδιστα μέσα σε εγκαταλελειμμένα τοπία.
Η πρόληψη δεν αρχίζει όταν απογειώνονται τα Canadair.
Αρχίζει τον χειμώνα. Αρχίζει με την αναγέννηση της ελληνικής υπαίθρου. Με την ενίσχυση της κτηνοτροφίας. Με την επιστροφή ανθρώπων στα χωριά. Με τη βόσκηση των δασολιβάδων. Με τη διαχείριση των δασών. Με τον καθαρισμό της βλάστησης. Με κανόνες στη δόμηση μέσα στις δασικές περιοχές.
Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη πυροσβεστική δύναμη της χώρας να μην είναι τα αεροπλάνα ούτε τα ελικόπτερα.
Ίσως να είναι ο ίδιος ο άνθρωπος της υπαίθρου. Ο βοσκός. Ο αγρότης. Ο δασεργάτης. Ο άνθρωπος που ζει καθημερινά μέσα στο δάσος, το γνωρίζει, το φροντίζει και το κρατά ζωντανό.
Γιατί το δάσος δεν σώζεται μόνο με καταστολή. Σώζεται πρωτίστως με παρουσία. Και η μεγαλύτερη εγκατάλειψη της εποχής μας δεν είναι των δασών.
Είναι η εγκατάλειψη των ανθρώπων που τα κρατούσαν ζωντανά.

Κόμματα-μπαταχτσήδες δεν μπορούν να κυβερνούν μια χώρα
Πάνω από 1,15 δισ. ευρώ τα τραπεζικά δάνεια Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ – Η οικονομική ασυδοσία ως υπόδειγμα εξουσίας
Υπάρχουν αριθμοί που δεν περιγράφουν απλώς μια οικονομική κατάσταση. Αποκαλύπτουν ένα ολόκληρο σύστημα εξουσίας.
Στις 31 Δεκεμβρίου 2025 τα τραπεζικά δάνεια της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ ανέρχονταν συνολικά σε 1.152.753.278,20 ευρώ. Η Νέα Δημοκρατία όφειλε στις τράπεζες 592.950.327,28 ευρώ και το ΠΑΣΟΚ 559.802.950,92 ευρώ. Μέσα σε έναν μόλις χρόνο, το άθροισμα των τραπεζικών τους υποχρεώσεων αυξήθηκε κατά περισσότερα από 122 εκατομμύρια ευρώ. Δεν μειώθηκε. Δεν σταθεροποιήθηκε. Εκτοξεύθηκε.
Δεν πρόκειται, επομένως, για μια παλιά εκκρεμότητα που βαίνει προς εξόφληση. Πρόκειται για ένα χρέος που αναπαράγεται, διογκώνεται και, με βάση τα πραγματικά οικονομικά δεδομένα των οφειλετών, εμφανίζεται πρακτικά ανεξόφλητο.
Και οι οφειλέτες δεν είναι δύο ιδιωτικές επιχειρήσεις. Είναι τα δύο κόμματα που κυβέρνησαν τη χώρα επί δεκαετίες, διαμόρφωσαν το τραπεζικό και νομοθετικό σύστημα και εξακολουθούν να διεκδικούν το δικαίωμα να διδάσκουν στους πολίτες «δημοσιονομική υπευθυνότητα».
Ποιος εξαρτάται από ποιον;
Το πρώτο ζήτημα είναι βαθιά δημοκρατικό.
Μπορεί ένα κόμμα εξουσίας, και μάλιστα το κυβερνών κόμμα, να οφείλει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ στις τράπεζες και συγχρόνως να ισχυρίζεται ότι αποφασίζει ανεξάρτητα για την εποπτεία, τη φορολογία, την ανακεφαλαιοποίηση και τη νομοθετική προστασία του τραπεζικού συστήματος;
Η δημοκρατία δεν απειλείται μόνο όταν αποκαλύπτεται μια άμεση συναλλαγή. Υπονομεύεται και όταν δημιουργείται μια τόσο ισχυρή σχέση οικονομικής εξάρτησης, ώστε η πολιτική αυτονομία του οφειλέτη να καθίσταται αντικειμενικά αμφίβολη.
Πώς μπορεί ο πολίτης να είναι βέβαιος ότι ένα κόμμα που χρωστά σε μια τράπεζα εξακόσια εκατομμύρια ευρώ θα νομοθετήσει ελεύθερα απέναντί της; Ποιος ελέγχει ποιον; Το κόμμα την τράπεζα ή η τράπεζα το κόμμα;
Ακόμη και αν δεν αποδεικνύεται συγκεκριμένο αντάλλαγμα, η ίδια η σχέση είναι θεσμικά νοσηρή. Τα κόμματα οφείλουν να είναι οικονομικά αυτοτελή, ώστε να παραμένουν πολιτικά ελεύθερα. Διαφορετικά, η λαϊκή κυριαρχία κινδυνεύει να μετατραπεί σε τραπεζική επικυριαρχία.
Για τα κόμματα «ρύθμιση», για τον πολίτη πλειστηριασμός
Η πρόκληση γίνεται μεγαλύτερη όταν συγκρίνουμε τη μεταχείριση των κομματικών οφειλετών με εκείνη των απλών πολιτών.
Για τον οικογενειάρχη που έχασε μέρος του εισοδήματός του, για τον άνεργο, τον μικροεπαγγελματία ή τον συνταξιούχο που αδυνατεί να πληρώσει μερικές δεκάδες χιλιάδες ευρώ, το σύστημα δεν επιδεικνύει αντίστοιχη μακροθυμία. Το δάνειό του μεταβιβάζεται μαζί με χιλιάδες άλλα σε funds, συχνά σε ένα μικρό κλάσμα της ονομαστικής του αξίας. Στη συνέχεια, εταιρείες διαχείρισης απαιτούν πολλαπλάσια ποσά, δεσμεύουν λογαριασμούς και επισπεύδουν πλειστηριασμούς ακόμη και πρώτης κατοικίας.
Το πολιτικό σύστημα που διαμόρφωσαν και υπηρέτησαν η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ επέτρεψε τη δημιουργία αυτής της βιομηχανίας αναγκαστικών εκτελέσεων, διατήρησε την απουσία ουσιαστικής γενικής προστασίας της πρώτης κατοικίας και εξόπλισε τους servicers με εκτεταμένες εξουσίες.
Ο πολίτης βλέπει το δάνειό του να πωλείται σε εξευτελιστική τιμή, χωρίς να του παρέχεται ουσιαστικά η δυνατότητα να το εξαγοράσει με ανάλογους όρους. Τα κόμματα, αντιθέτως, βλέπουν ένα χρέος άνω του ενός δισεκατομμυρίου να αυξάνεται επί χρόνια χωρίς να εμφανίζεται απέναντί τους η ίδια καταδιωκτική μηχανή.
Για τον πολίτη υπάρχει ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός. Για τα κόμματα υπάρχει η πολιτική ανοχή.
Για τον μικροοφειλέτη υπάρχει η κατάσχεση λογαριασμού. Για τα κόμματα υπάρχει η αέναη «ρύθμιση».
Αυτό δεν είναι ισονομία. Είναι ταξική και πολιτική μεροληψία.
Το «ρυθμισμένο και ενήμερο» παραμύθι
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Νίκος Ανδρουλάκης επαναλαμβάνουν ότι τα δάνεια των κομμάτων τους είναι «ρυθμισμένα» και ότι οι ρυθμίσεις «εξυπηρετούνται».
Αλλά οι λέξεις κρίνονται από τους ισολογισμούς.
Όταν το τραπεζικό χρέος δεν μειώνεται αλλά αυξάνεται κατά δεκάδες εκατομμύρια ευρώ κάθε χρόνο, τι ακριβώς σημαίνει «εξυπηρετείται»; Όταν οι καταβολές δεν επαρκούν ούτε για να ανακόψουν τη διόγκωση των τόκων, πώς μπορεί να παρουσιάζεται στον λαό η εικόνα ενός δήθεν συνεπούς οφειλέτη;
Μπορεί τυπικά να καταβάλλονται κάποιες συμφωνημένες δόσεις. Αυτό όμως δεν αναιρεί την οικονομική ουσία: το κεφάλαιο δεν απομειώνεται και το συνολικό χρέος καλπάζει. Μια ρύθμιση χωρίς ρεαλιστική προοπτική εξόφλησης δεν αποτελεί αποπληρωμή. Αποτελεί μηχανισμό χρονικής μετάθεσης και συγκάλυψης του προβλήματος.
Αν ένας πολίτης δήλωνε «συνεπής», ενώ το χρέος του αυξανόταν κάθε χρόνο κατά 12% ή 13%, οι ίδιες τράπεζες θα τον χαρακτήριζαν μη βιώσιμο. Όταν όμως πρόκειται για τα δύο ιστορικά κόμματα εξουσίας, η ίδια πραγματικότητα βαφτίζεται «ενήμερη ρύθμιση».
Δεν είναι απλώς δημιουργική λογιστική. Είναι πολιτική εξαπάτηση.
Το πονηρό ακαταδίωκτο
Η υπόθεση γίνεται ακόμη πιο προκλητική αν θυμηθούμε την πορεία των ποινικών ερευνών για τα κομματικά δάνεια.
Το 2019 είχαν ασκηθεί διώξεις για κακουργηματική απιστία σε βάρος δεκάδων τραπεζικών στελεχών και για ηθική αυτουργία σε βάρος κομματικών υπευθύνων. Οι δανειοδοτήσεις είχαν πραγματοποιηθεί με εξασφάλιση μελλοντικές κρατικές επιχορηγήσεις, των οποίων όμως η πραγματική απόδοση εξαρτιόταν από τα εκλογικά ποσοστά των κομμάτων. Είχε μάλιστα κριθεί εισαγγελικά ότι αυτή η εξασφάλιση δεν ήταν επαρκής. Η σχετική υπόθεση των κομματικών δανείων αφορούσε δανειοδοτήσεις της περιόδου 2005–2011.
Ακολούθησε το 2019 η αλλαγή του Ποινικού Κώδικα, με την οποία η δίωξη για απιστία σε βάρος τραπεζικού ιδρύματος κατέστη δυνατή μόνο κατ’ έγκληση της ίδιας της τράπεζας. Δηλαδή, για να ερευνηθεί η ζημία της τράπεζας, έπρεπε να υποβάλει έγκληση η διοίκησή της εναντίον των στελεχών της.
Το αποτέλεσμα ήταν προβλέψιμο.
Το 2024 επανήλθε μεν, τυπικά, η αυτεπάγγελτη δίωξη, αλλά για αναδιαρθρώσεις ή διαγραφές δανείων τέθηκαν ειδικές προϋποθέσεις και απαιτείται έκθεση επιθεωρητών της Τράπεζας της Ελλάδος ήδη από την προκαταρκτική εξέταση. Το ισχύον πλαίσιο εξακολουθεί να παρέχει ιδιαίτερη προστασία σε κρίσιμες τραπεζικές αποφάσεις.
Έτσι, η αδράνεια απέναντι σε ένα κομματικό χρέος που σήμερα ξεπερνά το 1,15 δισ. ευρώ δεν προκαλεί την ποινική και θεσμική κινητοποίηση που θα ανέμενε κανείς. Το «ακαταδίωκτο» αποδεικνύεται τελικά πολύ πιο πονηρό από όσο παρουσιάστηκε: δεν προστατεύει απλώς τραπεζικά στελέχη από αβάσιμες διώξεις· μπορεί να λειτουργήσει και ως ασπίδα για την πολυετή ανοχή απέναντι σε τεράστια, διαρκώς διογκούμενα πολιτικά χρέη.
Δανείζονται γνωρίζοντας ότι δεν θα πληρώσουν
Υπάρχει, όμως, και κάτι βαθύτερο από τη νομική ή οικονομική πλευρά: το ζήτημα του πολιτικού ήθους.
Ένα κόμμα που ξοδεύει συστηματικά περισσότερα από όσα εισπράττει, που σωρεύει χρέη χωρίς ρεαλιστική δυνατότητα εξόφλησης και που συνεχίζει να λειτουργεί σαν να μην συμβαίνει τίποτε, διδάσκει στην κοινωνία την κουλτούρα του μπαταχτσή.
Και δεν μιλάμε για κόμματα που στερούνται πόρων. Μόνο για το 2026 η κρατική χρηματοδότηση ανέρχεται σε 14,8 εκατομμύρια ευρώ για τη Νέα Δημοκρατία και σχεδόν 5 εκατομμύρια ευρώ για το ΠΑΣΟΚ–ΚΙΝΑΛ. Συνολικά, τα κόμματα θα λάβουν πάνω από 40 εκατομμύρια ευρώ από τον κρατικό προϋπολογισμό. Τα επίσημα ποσά της χρηματοδότησης του 2026 είναι υπεραρκετά για μια σοβαρή, λιτή και δημοκρατική πολιτική λειτουργία.
Γιατί, λοιπόν, χρειάστηκαν εκατοντάδες εκατομμύρια δανεικών;
Πού δαπανήθηκαν;
Ποιοι προμηθευτές, ποιοι επικοινωνιολόγοι, ποια μέσα ενημέρωσης, ποιες διαφημιστικές εταιρείες και ποιοι κομματικοί μηχανισμοί πληρώθηκαν από αυτά;
Σε ποιες τσέπες κατέληξε το χρήμα, το οποίο σήμερα εμφανίζεται ως ανεξόφλητο τραπεζικό χρέος;
Ο λαός δικαιούται πλήρη, αναλυτική και ονομαστική απάντηση. Όχι μόνο γενικούς ισολογισμούς με συγκεντρωτικούς κωδικούς, αλλά πραγματικό δημόσιο έλεγχο της διαδρομής κάθε ευρώ.
Πρώτα να λογοδοτήσουν, μετά να ζητήσουν ψήφο
Ένα κόμμα που δεν μπορεί να διαχειριστεί τα δικά του οικονομικά δεν δικαιούται να εμφανίζεται ως εγγυητής της οικονομίας μιας ολόκληρης χώρας.
Ένα κόμμα που εξαρτάται από τις τράπεζες δεν μπορεί να πείσει ότι τις ελέγχει ανεξάρτητα.
Ένα κόμμα που απολαμβάνει πολυετή ανοχή δεν μπορεί να απαιτεί από τον πολίτη να παραδώσει το σπίτι του για μια ληξιπρόθεσμη οφειλή.
Και ένα κόμμα που ονομάζει «εξυπηρετούμενο» ένα χρέος το οποίο αυξάνεται ασταμάτητα δεν μπορεί να αξιώνει την εμπιστοσύνη του λαού.
Το ζήτημα των δανείων Νέας Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ δεν είναι λογιστική λεπτομέρεια. Είναι ζήτημα δημοκρατίας, ισονομίας, διαπλοκής και πολιτικής ηθικής.
Πάνω απ’ όλα, είναι το σύμβολο μιας εξουσίας που νομοθετεί αυστηρότητα για τους πολλούς και εξαιρέσεις για τον εαυτό της.
Δεν μπορείς να κυβερνάς μια χώρα ζητώντας από τον λαό συνέπεια, θυσίες και λιτότητα, όταν ο δικός σου κομματικός μηχανισμός λειτουργεί επί δεκαετίες με δανεικά που γνωρίζει ότι δεν πρόκειται να εξοφλήσει.
Αυτό δεν λέγεται απλώς οικονομική αποτυχία.
Λέγεται βαθιά πολιτική ανηθικότητα.

Χαμηλές βάσεις, ακόμη χαμηλότερες προσδοκίες
Ποιοι θα διδάξουν, θα ποιμάνουν και θα διοικήσουν την επόμενη Ελλάδα;
Οι βάσεις εισαγωγής του 2026 δεν αποτελούν απλώς έναν ακόμη πίνακα αριθμών. Είναι αποτύπωμα της κατάστασης της εκπαίδευσής μας, της κοινωνικής μας νοοτροπίας και, τελικά, του μέλλοντος που προετοιμάζουμε.
Η εικόνα είναι ανησυχητική. Στο Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ η βάση διαμορφώθηκε στα 8.975 μόρια και, από τις 148 θέσεις της γενικής σειράς, καλύφθηκαν μόλις 30. Έμειναν κενές 118, δηλαδή σχεδόν οκτώ στις δέκα. Στην Κοινωνική Θεολογία και Χριστιανικό Πολιτισμό η βάση περιορίστηκε στα 9.005 μόρια. Στο Πρόγραμμα Ιερατικών Σπουδών Ηρακλείου δεν καλύφθηκε ούτε μία από τις 40 θέσεις της γενικής σειράς. Η υποχώρηση επεκτείνεται στις φιλολογικές και ανθρωπιστικές σχολές, ενώ σοβαρά μηνύματα εκπέμπουν και οι βάσεις ορισμένων στρατιωτικών σχολών. Τα στοιχεία επιβεβαιώνονται από τους αναλυτικούς πίνακες των βάσεων και των κενών θέσεων του 2026.
Χρειάζεται, βεβαίως, μια αναγκαία διευκρίνιση: η βάση μιας σχολής είναι η βαθμολογία του τελευταίου εισαχθέντος· δεν περιγράφει όλους τους φοιτητές της, ούτε αποδεικνύει από μόνη της ότι όποιος εισήχθη με χαμηλά μόρια είναι ανίκανος να προοδεύσει. Επηρεάζεται επίσης από τη ζήτηση, τον αριθμό των θέσεων, την επαγγελματική προοπτική και τις προτιμήσεις των υποψηφίων. Όταν, όμως, το ίδιο φαινόμενο επαναλαμβάνεται, αφορά σχολές κρίσιμες για την πνευματική, εκπαιδευτική και εθνική ζωή και συνδυάζεται με εκατοντάδες κενές θέσεις, τότε παύει να είναι στατιστική λεπτομέρεια. Γίνεται σύμπτωμα.
Εκπαίδευση χωρίς παιδεία — και εκπαίδευση φτωχή
Επί χρόνια συγχέουμε την εκπαίδευση με την παιδεία. Η εκπαίδευση προσφέρει γνώσεις και δεξιότητες. Η παιδεία διαμορφώνει κρίση, ήθος, γλώσσα, ιστορική συνείδηση, αίσθηση ευθύνης και εσωτερική ελευθερία. Εμείς κατορθώσαμε να φτωχύνουμε και τις δύο.
Το σχολείο δυσκολεύεται πλέον να εξασφαλίσει ακόμη και τα στοιχειώδη: σωστή ανάγνωση, κατανοητή γραφή, συγκροτημένη σκέψη, βασική ιστορική γνώση, πειθαρχία στη μελέτη. Η αποστήθιση συνυπάρχει παράδοξα με την ημιμάθεια. Οι μαθητές περνούν από τάξη σε τάξη, παίρνουν απολυτήρια, εισάγονται ενίοτε σε πανεπιστημιακές σχολές, χωρίς πάντοτε να έχουν αποκτήσει τις βάσεις που απαιτεί η ανώτατη εκπαίδευση.
Το πανεπιστήμιο, αντί να αποτελεί την κορυφή μιας απαιτητικής μορφωτικής πορείας, μετατρέπεται συχνά σε χώρο διαχείρισης των ελλείψεων του σχολείου. Και όταν κι αυτό υποχωρεί στις απαιτήσεις του, ο τίτλος σπουδών αποσυνδέεται από την πραγματική γνώση.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Παιδιά που δεν διδάχθηκαν επαρκώς γλώσσα, ιστορία, λογική και κριτική σκέψη εισέρχονται σε σχολές που απαιτούν ακριβώς αυτά τα εφόδια. Αργότερα, ορισμένα από αυτά θα γίνουν δάσκαλοι, καθηγητές, θεολόγοι, νομικοί, αξιωματικοί, διοικητικοί ή πολιτικοί. Θα κληθούν, δηλαδή, να διδάξουν, να κρίνουν, να ποιμάνουν, να διοικήσουν, να υπερασπιστούν και να νομοθετήσουν.
Το πρόβλημα δεν είναι προσωπικό ούτε αφορά την αξία των νέων ως ανθρώπων. Είναι θεσμικό. Όταν ένα σύστημα απονέμει τίτλους χωρίς να εγγυάται αντίστοιχες γνώσεις, δεν υπηρετεί τη δημοκρατία· παράγει ψευδεπίγραφες ελίτ. Παράγει «ταγούς» χωρίς επαρκή πνευματικά εφόδια, οι οποίοι θα αναλάβουν τη διαποίμανση του λαού και τη διοίκηση του έθνους περισσότερο χάρη σε ένα χαρτί παρά χάρη στην πραγματική τους συγκρότηση.
Η Θεολογία, η Φιλολογία και οι στρατιωτικές σχολές δεν είναι οποιεσδήποτε σχολές
Η υποχώρηση αυτών των σχολών έχει ιδιαίτερο συμβολισμό.
Ο θεολόγος δεν διαχειρίζεται απλώς πληροφορίες περί θρησκείας. Καλείται να γνωρίζει Γραφή, Πατέρες, ιστορία, φιλοσοφία και γλώσσα, να διακρίνει το εκκλησιαστικό βίωμα από τη συνθηματολογία και να μιλήσει υπεύθυνα στις συνειδήσεις των νέων. Η Θεολογία χωρίς μόχθο, γνώση και πνευματική καλλιέργεια κινδυνεύει να γίνει είτε άχρωμη θρησκειολογία είτε στείρος φανατισμός.
Ο φιλόλογος θα διδάξει στα παιδιά μας ελληνικά, ιστορία και λογοτεχνία. Εάν ο ίδιος δεν κατέχει επαρκώς τη γλώσσα, δεν θα μεταδώσει απλώς λιγότερες γνώσεις. Θα αποκόψει την επόμενη γενιά από τη μνήμη και την πολιτιστική της συνέχεια.
Ο αξιωματικός και ο υπαξιωματικός, τέλος, δεν αρκεί να έχουν μόνο σωματική ικανότητα. Χρειάζονται κρίση, πειθαρχία, τεχνική γνώση, αίσθηση αποστολής και δυνατότητα λήψης αποφάσεων σε συνθήκες κινδύνου. Η εθνική άμυνα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως λύση επαγγελματικής αποκατάστασης για όποιον απλώς αναζητεί μια μόνιμη θέση.
Το πανεπιστήμιο δεν είναι μονόδρομος — η τέχνη δεν είναι υποβιβασμός
Εδώ χρειάζεται να ειπωθεί μια αλήθεια που για δεκαετίες φοβόμαστε: δεν είναι όλα τα παιδιά κατάλληλα για πανεπιστημιακές σπουδές, όπως δεν είναι όλα κατάλληλα για την ίδια τέχνη, το ίδιο επάγγελμα ή τον ίδιο τρόπο ζωής.
Αυτό δεν προσβάλλει κανέναν. Η ισότητα της ανθρώπινης αξίας δεν σημαίνει ταυτότητα ικανοτήτων και κλίσεων.
Αν ένα παιδί δεν αγαπά τα γράμματα, δεν αντέχει τη συστηματική μελέτη ή δεν έχει ακόμη αποκτήσει τις γνώσεις που απαιτεί μια επιστημονική σχολή, μην το σπρώχνετε στο πανεπιστήμιο μόνο και μόνο για να αποκτήσει ένα πτυχίο. Βοηθήστε το να γνωρίσει μια τέχνη. Να γίνει άριστος ηλεκτρολόγος, μηχανικός αυτοκινήτων, ψυκτικός, ξυλουργός, τεχνικός δικτύων, γεωργός, κτηνοτρόφος, μάγειρας ή τεχνίτης.
Δεν είναι κοινωνικά κατώτερος ο τεχνίτης από τον πτυχιούχο. Κατώτερη είναι μόνο η προχειρότητα, σε όποιο επάγγελμα και αν εμφανίζεται.
Ένας καλός τεχνίτης δημιουργεί, παράγει, λύνει πραγματικά προβλήματα, αποκτά αυτονομία και στηρίζει την οικονομία. Αντίθετα, ένας κακώς προετοιμασμένος πτυχιούχος μπορεί να περάσει χρόνια σε μια σχολή που δεν αγαπά, να αποκτήσει έναν τίτλο χωρίς αντίκρισμα και τελικά να βρεθεί άνεργος, απογοητευμένος και εξαρτημένος.
Η κατεύθυνση προς την τεχνική εκπαίδευση δεν πρέπει, βεβαίως, να αποτελεί τιμωρία για τον «αδύναμο μαθητή». Ούτε να γίνεται με αυταρχικές οικογενειακές αποφάσεις. Χρειάζονται έγκαιρη διάγνωση κλίσεων, σοβαρός επαγγελματικός προσανατολισμός και ουσιαστική συναπόφαση με το ίδιο το παιδί. Γιατί υπάρχουν μαθητές που αποτυγχάνουν στο σημερινό σχολείο, όχι επειδή στερούνται ικανότητας, αλλά επειδή διαθέτουν διαφορετική —πρακτική, δημιουργική ή τεχνική— ευφυΐα την οποία το σχολείο δεν αναγνωρίζει.
Τι πρέπει να αλλάξει
Η λύση δεν είναι να καταργήσουμε τις ανθρωπιστικές σχολές ούτε να ανεβάσουμε τεχνητά τις βάσεις. Η χώρα χρειάζεται θεολόγους, φιλολόγους, δασκάλους, νομικούς και αξιωματικούς, αλλά καλά μορφωμένους και πραγματικά καταρτισμένους.
Απαιτούνται:
Πάνω απ’ όλα, όμως, χρειάζεται αλλαγή νοοτροπίας. Να πάψουν οι γονείς να θεωρούν το πτυχίο οικογενειακό τρόπαιο και την τέχνη κοινωνική ήττα. Να πάψει το κράτος να κρύβει την ανεργία των νέων πίσω από ατελείωτες σπουδές και τίτλους. Και να πάψει το πανεπιστήμιο να υποκαθιστά το σχολείο ή να λειτουργεί ως μηχανισμός απονομής πιστοποιητικών.
Οι βάσεις του 2026 δεν μας λένε ότι τα παιδιά μας αξίζουν λιγότερο. Μας λένε ότι εμείς τους δίνουμε λιγότερα: λιγότερη γνώση, λιγότερη κατεύθυνση, λιγότερα πρότυπα, λιγότερες απαιτήσεις.
Κανένα παιδί δεν πρέπει να εγκαταλείπεται στην αμάθεια. Αλλά και κανένα παιδί δεν πρέπει να καταδικάζεται σε μια ψεύτικη πανεπιστημιακή διαδρομή για να ικανοποιήσει τη φιλοδοξία της οικογένειας ή τη στατιστική του κράτους. Χρειαζόμαστε τον άριστο επιστήμονα και τον άριστο τεχνίτη. Όχι τον κατ’ όνομα πτυχιούχο και τον απαξιωμένο χειρώνακτα.
Γιατί ένα έθνος δεν καταρρέει μόνο όταν χαμηλώνουν οι βάσεις των σχολών του. Καταρρέει όταν χαμηλώνει τις απαιτήσεις του από εκείνους που αύριο θα διδάξουν τα παιδιά του, θα υπηρετήσουν τους θεσμούς του, θα υπερασπιστούν την πατρίδα του και θα αναλάβουν την πνευματική και πολιτική του καθοδήγηση.

Η συνάντηση των ανθρώπων του Ματιού και των Τεμπών στο Σύνταγμα συγκλονίζει. Φανερώνει ότι πίσω από διαφορετικές τραγωδίες υπάρχει ένα κοινό νήμα: η κρατική ανεπάρκεια, η ατιμωρησία και η επίμονη αποφυγή της λογοδοσίας.
Ωστόσο, ως λαός εξακολουθούμε να μένουμε κυρίως στο συναίσθημα. Οργιζόμαστε, συμπαραστεκόμαστε, συγκεντρωνόμαστε —ακόμη και μεγαλειωδώς— και ύστερα επιστρέφουμε στην καθημερινότητά μας. Η δίκαιη αγανάκτηση εκτονώνεται, χωρίς να μεταστοιχειώνεται σε σταθερό πολιτικό αίτημα, οργανωμένη κοινωνική πίεση και διαρκή αγώνα για κάθαρση, δικαιοσύνη και θεσμική αλλαγή.
Και όταν αυτή η συλλογική δύναμη δεν αποκτά οργάνωση και πολιτική συνείδηση, κινδυνεύει να ιδιοποιηθεί από πρόσωπα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Μαρία Καρυστιανού, η οποία μετέτρεψε την τεράστια κοινωνική προβολή που απέκτησε μέσα από τον αγώνα των Τεμπών σε προσωπικό πολιτικό κεφάλαιο, εντάσσοντας μάλιστα το ονοματεπώνυμό της στον επίσημο τίτλο του νέου κόμματος: «Ελπίδα για τη Δημοκρατία – Μαρία Καρυστιανού – Ανεξάρτητο Κίνημα Πολιτών». Ένα λαϊκό αίτημα εκατομμυρίων καταλήγει έτσι σχεδόν σε πολιτικό προϊόν «με ονοματεπώνυμο» — κάτι σαν τη Λίλα Πάουζ της πολιτικής. Μόνο που η δικαιοσύνη για τα Τέμπη δεν είναι σοκολάτα για να αποκτήσει προσωπική ετικέτα.
Δεν είμαστε ανίκανοι· είμαστε πολιτικά απαίδευτοι και ανοργάνωτοι. Δεν έχουμε ακόμη μάθει να μετατρέπουμε το πένθος σε συνείδηση, τη συνείδηση σε συλλογική οργάνωση και την οργάνωση σε πολιτική δύναμη που επιβάλλει αλλαγές. Η μνήμη των νεκρών δεν ζητά μόνο συγκίνηση ούτε προσωπικούς πολιτικούς ρόλους. Ζητά δικαιοσύνη — και μια κοινωνία αποφασισμένη να την επιβάλει.

Κυβέρνηση ειδικού σκοπού για τη λογοδοσία;
Χωρίς κάθαρση, νέα αρχή δεν υπάρχει.
Επτά χρόνια διακυβέρνησης Μητσοτάκη δεν άφησαν πίσω τους απλώς έναν μακρύ κατάλογο σκανδάλων. Ανέδειξαν ένα ολόκληρο σύστημα εξουσίας, στο οποίο η αδιαφάνεια, η πελατειακή συναλλαγή, η συγκάλυψη και η θεσμική ατιμωρησία τείνουν να μεταβληθούν από παρεκτροπή σε κανονικότητα.
Δεν είναι ούτε δίκαιο ούτε σοβαρό να ισχυριστεί κανείς ότι η διαφθορά γεννήθηκε στην Ελλάδα το 2019. Η πελατειακή οργάνωση του κράτους, η κομματική νομή των δημόσιων πόρων και η προστασία των ισχυρών έχουν βαθιές ρίζες. Αυτό όμως που χαρακτηρίζει την επταετία της κυβέρνησης Μητσοτάκη είναι η πρωτοφανής έκταση, η ποικιλία και, κυρίως, η θεσμική θωράκιση αυτών των φαινομένων.
Δεν έχουμε πια μεμονωμένες υποθέσεις χρηματισμού ή προσωπικού πλουτισμού. Έχουμε ένα πλέγμα εξουσίας που εκτείνεται σχεδόν παντού: στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος, στις κρατικές συμβάσεις και απευθείας αναθέσεις, στις αγροτικές επιδοτήσεις, στην ενημέρωση, στις τηλεπικοινωνίες, στις μυστικές υπηρεσίες, στην ασφάλεια των μεταφορών, στην αστυνομική και διοικητική λειτουργία, ακόμη και στους ίδιους τους μηχανισμούς δικαστικού και κοινοβουλευτικού ελέγχου.
Η διαφθορά εδώ δεν είναι μόνον οικονομική. Είναι πολιτική, θεσμική και ηθική. Δεν εκδηλώνεται μόνο όταν κάποιος ιδιοποιείται δημόσιο χρήμα. Εκδηλώνεται και όταν η εξουσία παρακολουθεί τους αντιπάλους της, όταν χειραγωγεί την ενημέρωση, όταν αλλοιώνει τη λειτουργία των ελεγκτικών θεσμών, όταν δυσχεραίνει τη διερεύνηση μιας τραγωδίας ή όταν χρησιμοποιεί την κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να προστατεύσει κυβερνητικά πρόσωπα.
Από τη «Λίστα Πέτσα» στα Τέμπη
Από τις πρώτες ημέρες της πανδημίας, η περίφημη «Λίστα Πέτσα» ανέδειξε τη χρήση του δημόσιου χρήματος ως μέσου διαμόρφωσης ενός ευνοϊκού μιντιακού περιβάλλοντος. Ακολούθησαν η πλημμυρίδα των απευθείας αναθέσεων, η αδιαφάνεια σε συμβάσεις και προμήθειες, οι υποθέσεις Πάτση και άλλων κυβερνητικών στελεχών, οι καταγγελίες για σχέσεις οικονομικής εξάρτησης μεταξύ κράτους, επιχειρηματικών συμφερόντων και μέσων ενημέρωσης.
Ύστερα ήλθε το σκάνδαλο των υποκλοπών. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, δημοσιογράφοι, υπουργοί, ανώτατοι στρατιωτικοί και επιχειρηματίες βρέθηκαν στο στόχαστρο παρακολουθήσεων της ΕΥΠ ή του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator. Και όλα αυτά ενώ η ΕΥΠ είχε υπαχθεί, με μία από τις πρώτες πράξεις της κυβέρνησης του 2019, απευθείας στον πρωθυπουργό.
Η πολιτική ευθύνη ήταν επομένως αδιαμφισβήτητη, ακόμη και αν δεν αποδεικνυόταν προσωπική γνώση κάθε επιμέρους παρακολούθησης. Αντί όμως να φωτισθεί πλήρως η υπόθεση, το κράτος επικαλέστηκε το «απόρρητο», οι κοινοβουλευτικοί έλεγχοι προσέκρουσαν σε τείχος σιωπής και η έρευνα για ενδεχόμενες ευθύνες κρατικών προσώπων τέθηκε στο αρχείο. Χρειάστηκε η απόφαση ενός κατώτερου δικαστηρίου, τον Φεβρουάριο του 2026, για να καταδικαστούν τέσσερα πρόσωπα συνδεόμενα με την Intellexa και να διαβιβασθεί εκ νέου η υπόθεση για διερεύνηση βαρύτερων αδικημάτων, ακόμη και ενδεχόμενης κατασκοπείας. Η εξέλιξη αυτή αποδεικνύει ότι η υπόθεση δεν ήταν ούτε φαντασίωση ούτε «θεωρία συνωμοσίας». Ήταν ένα πραγματικό πλήγμα στη δημοκρατική λειτουργία της χώρας.
Στα Τέμπη, πάλι, δεν έχουμε μόνον την εγκληματική κατάρρευση του σιδηροδρομικού κράτους. Έχουμε τις πολιτικές ευθύνες για τη μη λειτουργία των συστημάτων ασφαλείας, την πολυδιάσπαση αρμοδιοτήτων, τις συμβάσεις που καθυστερούσαν και μια κυβέρνηση που, μετά τον θάνατο 57 ανθρώπων, έσπευσε αρχικά να ενοχοποιήσει σχεδόν αποκλειστικά τον σταθμάρχη.
Ακολούθησαν η αλλοίωση του τόπου του δυστυχήματος, οι αντιφατικές κυβερνητικές δηλώσεις, η επιλεκτική διαχείριση στοιχείων και η ενεργοποίηση ολόκληρου επικοινωνιακού μηχανισμού για την αποδυνάμωση των συγγενών. Είτε κάθε καταγγελία αποδειχθεί τελικά βάσιμη είτε όχι, η συνολική συμπεριφορά της εξουσίας δημιούργησε εύλογη και βαθιά κοινωνική πεποίθηση ότι δεν αναζητήθηκε εξαρχής ολόκληρη η αλήθεια, αλλά επιδιώχθηκε ο περιορισμός της πολιτικής ζημίας.
Η Δικαιοσύνη μεταξύ εξάρτησης και ατολμίας
Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται και το σοβαρότερο ίσως πρόβλημα: η στάση της ελληνικής Δικαιοσύνης.
Δεν είναι δίκαιο να ισοπεδώνεται ολόκληρο το δικαστικό σώμα. Υπάρχουν δικαστές και εισαγγελείς που επιτελούν με ευσυνειδησία και θάρρος το καθήκον τους. Υπάρχουν όμως και υποθέσεις στις οποίες η ανώτατη δικαστική ηγεσία έδωσε την εντύπωση ότι περισσότερο προστάτευσε τη θεσμική ηρεμία της κυβέρνησης παρά αναζήτησε μέχρι τέλους την αλήθεια. Σε άλλες περιπτώσεις, η Δικαιοσύνη κινήθηκε με τέτοια καθυστέρηση και ατολμία, ώστε ο χρόνος λειτούργησε υπέρ των ελεγχόμενων.
Αυτό είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο. Όταν ο πολίτης πιστεύει ότι ο νόμος εφαρμόζεται αυστηρά στον αδύναμο αλλά διστακτικά στον υπουργό, στον κομματικό παράγοντα ή στον οικονομικά ισχυρό, δεν κλονίζεται απλώς η εμπιστοσύνη του σε μερικούς δικαστικούς λειτουργούς. Καταρρέει η ίδια η πεποίθηση ότι η δημοκρατία διαθέτει κοινό κανόνα για όλους.
Η εξάρτηση της δικαστικής ηγεσίας από κυβερνητικές επιλογές, οι κλειστές διαδικασίες, η απουσία ουσιαστικής λογοδοσίας και η έλλειψη αποτελεσματικού ελέγχου των καθυστερήσεων καλλιεργούν ένα περιβάλλον στο οποίο η ατιμωρησία δεν χρειάζεται πάντοτε ωμή παρέμβαση. Αρκούν η αναβολή, η κατάτμηση των δικογραφιών, η επίκληση του απορρήτου, η παραγραφή ή μία πρόωρη αρχειοθέτηση.
Ο ΟΠΕΚΕΠΕ ως κορύφωση του συστήματος
Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι η μέχρι τώρα κορύφωση, επειδή αποκαλύπτει όχι μόνο τη διαφθορά πολιτικών και διοικητικών στελεχών, αλλά τη διάχυσή της σε ένα ευρύ κοινωνικό δίκτυο.
Εδώ δεν φαίνεται να δρούσε ένας απομονωμένος αξιωματούχος. Ερευνάται ένας μηχανισμός στον οποίο φερόμενοι ως αγρότες ή κτηνοτρόφοι δήλωναν ανύπαρκτα βοσκοτόπια, ζώα ή εκτάσεις που δεν κατείχαν, με τη συνδρομή υπαλλήλων, μεσαζόντων και πολιτικών παραγόντων. Οι ευρωπαϊκοί πόροι, αντί να ενισχύουν τους πραγματικούς παραγωγούς, μετατρέπονταν σε μέσο πελατειακής εξαγοράς και παράνομου πλουτισμού.
Αυτό εξηγεί και γιατί η διαφθορά κατόρθωσε να αποκτήσει τέτοιο κοινωνικό βάθος. Όταν το πολιτικό σύστημα διδάσκει επί δεκαετίες ότι το κράτος δεν είναι κοινό αγαθό αλλά λάφυρο, δημιουργεί γύρω του συνενοχές: πολίτες που αποδέχονται την παρανομία επειδή ωφελούνται, διοικητικούς υπαλλήλους που εξυπηρετούν, κομματάρχες που μεσολαβούν και πολιτικούς που μετατρέπουν το δημόσιο χρήμα σε εκλογική πελατεία.
Η κοινωνική συμμετοχή στην παρανομία δεν απαλλάσσει την πολιτική εξουσία. Την επιβαρύνει. Διότι η κορυφή είναι εκείνη που καθορίζει τους κανόνες, επιλέγει τις διοικήσεις, διαθέτει τους μηχανισμούς ελέγχου και, τελικά, ωφελείται πολιτικά από τη διανομή των προνομίων.
Στις 16 Ιουλίου 2026 η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία άσκησε διώξεις κατά 22 στελεχών της Νέας Δημοκρατίας, μεταξύ των οποίων τέσσερις εν ενεργεία βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, για πράξεις που φέρονται να τελέστηκαν το 2021. Οι κατηγορίες αφορούν, μεταξύ άλλων, απιστία, παράνομη διαχείριση ευρωπαϊκών πόρων, ψευδή βεβαίωση και απόπειρα ηλεκτρονικής απάτης. Για επτά άλλους βουλευτές οι καταγγελίες αρχειοθετήθηκαν λόγω ανεπάρκειας αποδεικτικών στοιχείων, ενώ άλλες έρευνες, για διαφορετικές περιόδους και πράξεις, συνεχίζονται.
Το τεκμήριο αθωότητας ισχύει απολύτως για κάθε κατηγορούμενο. Όμως δεν επιτρέπεται να μετατρέπεται σε τεκμήριο πολιτικής αθωότητας ολόκληρου του συστήματος. Η μη δίωξη ορισμένων προσώπων δεν εξαφανίζει ούτε τις διώξεις των υπολοίπων ούτε το οργανωμένο σχήμα απάτης που ερευνάται ούτε τις πολιτικές ευθύνες για τη λειτουργία του Οργανισμού επί σειρά ετών.
Όταν ο πρωθυπουργός επιτίθεται στον ελεγκτή
Αντί ο πρωθυπουργός να διαβεβαιώσει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα αφεθεί απερίσπαστη να ολοκληρώσει όλες τις έρευνές της, επέλεξε να υποστηρίξει ότι «φάνηκε να εμπλέκεται στον εσωτερικό κομματικό ανταγωνισμό».
Πρόκειται για θεσμικά βαρύτατη δήλωση. Ίσως για πρώτη φορά Έλληνας πρωθυπουργός στρέφεται τόσο ευθέως κατά ενός ανεξάρτητου ευρωπαϊκού εισαγγελικού θεσμού, την ώρα μάλιστα που αυτός ερευνά στελέχη του κυβερνώντος κόμματος. Ο κ. Μητσοτάκης δεν αρκέστηκε να υπερασπιστεί το τεκμήριο αθωότητας. Αμφισβήτησε την αμεροληψία του ίδιου του ελεγκτικού θεσμού, αποδίδοντάς του κομματική λειτουργία.
Η δήλωση είναι ακόμη πιο προβληματική επειδή η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία όχι μόνο άσκησε διώξεις σε τέσσερις βουλευτές, αλλά αρχειοθέτησε τις καταγγελίες για άλλους επτά. Δηλαδή έπραξε ακριβώς αυτό που οφείλει να πράττει ένας δικαστικός θεσμός: διέκρινε τις περιπτώσεις σύμφωνα με το αποδεικτικό υλικό. Ο πρωθυπουργός χρησιμοποίησε τις αρχειοθετήσεις ως επιχείρημα εναντίον εκείνου του ίδιου θεσμού που τις αποφάσισε, παραβλέποντας τις διώξεις και τις έρευνες που συνεχίζονται.
Τι σηματοδοτεί αυτή η επίθεση;
Μπορεί να αποτελεί προσπάθεια αλλαγής της πολιτικής ατζέντας: από ελεγχόμενη η κυβέρνηση να εμφανιστεί ως θύμα μιας δήθεν ευρωπαϊκής ανάμιξης. Μπορεί να αποβλέπει στην απονομιμοποίηση των εισαγγελέων πριν από την αποκάλυψη νέων στοιχείων. Μπορεί ακόμη να είναι μια προκαταβολική άμυνα απέναντι στον φόβο ότι ο έλεγχος θα επεκταθεί σε μεγαλύτερο βάθος, σε άλλες χρονικές περιόδους και σε υψηλότερα επίπεδα πολιτικής ευθύνης.
Δεν μπορούμε σήμερα να γνωρίζουμε τι θα αποκαλύψουν οι συνεχιζόμενες έρευνες. Η χρονική όμως στιγμή και το περιεχόμενο της επίθεσης επιτρέπουν ένα εύλογο πολιτικό ερώτημα: φοβάται το Μέγαρο Μαξίμου μια νέα, μεγαλύτερη σειρά διώξεων και αποκαλύψεων; Και επιχειρεί από τώρα να πείσει την κοινωνία ότι όσα ενδεχομένως ακολουθήσουν δεν αποτελούν απονομή δικαιοσύνης αλλά πολιτική δίωξη;
Η απάντηση ανήκει στα στοιχεία και στους εισαγγελείς. Σε ένα κράτος δικαίου, όμως, ο ελεγχόμενος δεν δικαιούται να εκφοβίζει, να απαξιώνει ή να απονομιμοποιεί τον ελεγκτή του.
Το «επιτελικό κράτος» ως σύστημα συγκέντρωσης και διάχυσης ευθύνης
Η αντίφαση του λεγόμενου επιτελικού κράτους είναι αποκαλυπτική. Όταν η κυβέρνηση παρουσιάζει επιτυχίες, αυτές αποδίδονται στην προσωπική αποτελεσματικότητα του πρωθυπουργού. Όταν όμως αποκαλύπτεται ένα σκάνδαλο, κανείς στο κέντρο της εξουσίας δεν γνώριζε τίποτε.
Για τις παρακολουθήσεις ευθύνονται υπηρεσιακοί παράγοντες. Για τα Τέμπη ο σταθμάρχης και οι χρόνιες παθογένειες. Για τον ΟΠΕΚΕΠΕ οι προηγούμενες κυβερνήσεις, οι διοικήσεις, οι υπάλληλοι και οι πολίτες. Για τις απευθείας αναθέσεις οι έκτακτες ανάγκες. Για κάθε αποτυχία υπάρχει ένας κατώτερος υπεύθυνος· για κάθε επιτυχία ένας πρωθυπουργός.
Αυτό δεν είναι επιτελικό κράτος. Είναι συγκεντρωτική άσκηση εξουσίας με αποκεντρωμένη ευθύνη.
Και αυτή ακριβώς είναι η ποιοτική μεταβολή της διαφθοράς: δεν χρειάζεται πια να αποδειχθεί ότι κάθε πολιτικός έλαβε προσωπικά χρήματα. Αρκεί ένα σύστημα να νέμεται το κράτος, να εξαγοράζει ανοχή, να παρακολουθεί αντιπάλους, να ελέγχει την πληροφορία και να αποτρέπει ή να καθυστερεί τη λογοδοσία. Η διαφθορά γίνεται τότε μέθοδος διακυβέρνησης.
Κυβέρνηση ειδικού σκοπού για τη λογοδοσία;
Οι επόμενες εκλογές δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως μία ακόμη αναμέτρηση για το ποιος θα διαχειριστεί καλύτερα την οικονομία ή θα μοιράσει περισσότερες παροχές. Το πρώτο πολιτικό πρόταγμα πρέπει να είναι η αποκατάσταση της νομιμότητας: Πλήρης αποκάλυψη όλων των υποθέσεων. Απρόσκοπτη πρόσβαση των ελεγκτικών αρχών στα στοιχεία. Κατάργηση κάθε προσχηματικού απορρήτου. Προστασία μαρτύρων και ερευνητών. Κοινοβουλευτικός έλεγχος χωρίς μεθοδεύσεις. Επιστροφή των παρανόμως καταβληθέντων ποσών. Παραπομπή κάθε υπευθύνου, όσο ψηλά και αν βρίσκεται. Δίκαιη και ταχεία δίκη από πραγματικά ανεξάρτητη Δικαιοσύνη.
Τα κόμματα που θα προσφέρουν ουσιαστική υπηρεσία στον τόπο δεν είναι απλώς εκείνα που θα απομακρύνουν εκλογικά τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Είναι εκείνα που θα δεσμευθούν να ελέγξουν σε βάθος τον μητσοτακισμό ως σύστημα εξουσίας — χωρίς συμψηφισμούς, χωρίς ασυλίες, χωρίς εκδικητικότητα, αλλά και χωρίς κουκούλωμα.
Υπό αυτή την έννοια, η σκέψη μιας κυβέρνησης ειδικού σκοπού δεν είναι ούτε παράλογη ούτε αντιδημοκρατική. Θα μπορούσε να αποτελέσει αναγκαία μεταβατική λύση, εφόσον στηριχθεί σε σαφή, περιορισμένη και δημόσια συμφωνία: αποκατάσταση των θεσμών, διασφάλιση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, συγκρότηση πραγματικών εξεταστικών και προανακριτικών επιτροπών, παράδοση όλων των στοιχείων στις αρμόδιες αρχές και θεσμικές εγγυήσεις ώστε κανένα κυβερνητικό κέντρο να μην μπορεί ξανά να ελέγχει τον ελεγκτή του.
Μια κυβέρνηση, βέβαια, δεν «δικάζει» ούτε προαποφασίζει ενοχές. Αυτό θα ήταν εξίσου αυταρχικό. Οφείλει όμως να άρει τα εμπόδια, να επιτρέψει την έρευνα, να διασφαλίσει ότι οι νόμιμοι δικαστές θα φθάσουν ανεπηρέαστοι μέχρι το τέλος και ότι η πολιτική εξουσία δεν θα προστατεύσει κανέναν.
Το αίτημα δεν είναι να αντικατασταθεί μία κομματική αυθαιρεσία από μία άλλη. Είναι να επανέλθει η ισχύς του νόμου πάνω από την ισχύ της κυβέρνησης.
Γιατί ένα πολιτικό σύστημα που δεν λογοδοτεί δεν αυτοδιορθώνεται. Αναπαράγεται. Και μια κοινωνία που συγχωρεί τη διαφθορά επειδή «όλοι τα ίδια κάνουν» παραιτείται τελικά από το δικαίωμά της στη δημοκρατία.
Η χώρα δεν χρειάζεται μόνον εναλλαγή προσώπων. Χρειάζεται αλήθεια, δικαιοσύνη και κάθαρση. Χωρίς αυτά, η επόμενη κυβέρνηση μπορεί να είναι διαφορετική· η εξουσία όμως θα παραμείνει ίδια.
Χωρίς λογοδοσία δεν υπάρχει κάθαρση. Και χωρίς κάθαρση, νέα αρχή δεν υπάρχει.

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο: info@iepomenimera.gr