



Η διαφθορά δεν αρχίζει στο υπουργικό γραφείο
Πριν διαφθαρεί το κράτος, έχει αρχίσει να διαφθείρεται η συνείδηση
Το πρωτοσέλιδο είναι από εκείνα που σε αναγκάζουν να σταθείς: «200 φορές μεγαλύτερη η διαφθορά από την εποχή του Τσοχατζόπουλου!».
Τη φράση είπε ο πρώην υπουργός Τάσος Γιαννίτσης, συγκρίνοντας τις διαστάσεις παλαιότερων υποθέσεων διαφθοράς με όσα εμφανίζονται σήμερα στη δημόσια ζωή. Δεν γνωρίζω αν το «διακόσιες φορές» μπορεί να αποτυπωθεί με την ακρίβεια ενός μαθηματικού μεγέθους. Ούτε έχει αυτό, κατά τη γνώμη μου, τη μεγαλύτερη σημασία.
Γιατί το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε είναι βαθύτερο. Η διαφορά με το παρελθόν δεν είναι πλέον μόνο ποσοτική. Είναι ποιοτική.
Κάποτε, όταν μιλούσαμε για διαφθορά, ο νους πήγαινε σχεδόν αυτομάτως στον πολιτικό που χρηματίζεται, στον κρατικό αξιωματούχο που παίρνει τη «μίζα», στον επιχειρηματία που αγοράζει μια δημόσια σύμβαση, στον δημόσιο λειτουργό που εκμεταλλεύεται τη θέση του.
Σήμερα φοβάμαι ότι η διαφθορά έχει απλωθεί πολύ περισσότερο. Έχει γίνει τρόπος σκέψεως. Και αυτό είναι πολύ πιο επικίνδυνο.
Δεν αρχίζει η διαφθορά όταν κάποιος βάλει στην τσέπη εκατομμύρια από ένα δημόσιο έργο. Αρχίζει πολύ νωρίτερα. Αρχίζει τη στιγμή που ο άνθρωπος πείθει τον εαυτό του ότι μπορεί να πάρει κάτι που δεν του ανήκει, αρκεί να μη συλληφθεί.
Όταν ο εργαζόμενος διαχειρίζεται χρήματα του εργοδότη του και κρατάει «κάτι λίγο» για τον εαυτό του. Όταν ο συνεταίρος κρύβει έσοδα από τον συνέταιρό του. Όταν κάποιος εξαπατά τον φίλο του επειδή πιστεύει ότι «δεν θα το καταλάβει». Όταν το παιδί παίρνει κρυφά χρήματα από τον γονέα του. Όταν ο αδελφός αδικεί τον αδελφό στην κληρονομία. Όταν ο επαγγελματίας χρεώνει εκείνο που δεν προσέφερε. Όταν κάποιος χρησιμοποιεί μια γνωριμία για να αποκτήσει εκείνο που κανονικά ανήκει σε άλλον. Όταν ο πολίτης ζητά το «ρουσφέτι» και ύστερα καταγγέλλει το πελατειακό κράτος.
Εκεί βρίσκεται ο πρώτος σπόρος. Τα εκατομμύρια έρχονται αργότερα.
Από τα δέκα ευρώ στα δέκα εκατομμύρια
Υπάρχει μια επικίνδυνη αυταπάτη: ότι άλλο πράγμα είναι η «μικρή παρανομία» του απλού ανθρώπου και άλλο η μεγάλη διαφθορά της εξουσίας.
Η διαφορά είναι ασφαλώς τεράστια ως προς τις συνέπειες. Δεν είναι όμως πάντοτε διαφορετική ως προς τον εσωτερικό μηχανισμό. Η αρχή είναι η ίδια: «Μπορώ να το κάνω; Θα γλιτώσω; Τότε γιατί όχι;»
Και όταν αυτή η λογική γίνει κοινωνικώς ανεκτή, ο άνθρωπος που σήμερα καταχράται εκατό ευρώ δεν αποκτά αυτομάτως άλλη ηθική επειδή αύριο θα βρεθεί να διαχειρίζεται εκατό εκατομμύρια. Απλώς αλλάζει το μέγεθος της ευκαιρίας.
Γι' αυτό και η πολιτική διαφθορά δεν πέφτει από τον ουρανό. Οι πολιτικοί δεν γεννιούνται σε κάποιον άλλον πλανήτη. Βγαίνουν από την ίδια κοινωνία, ανατρέφονται μέσα στις ίδιες αξίες, μαθαίνουν τις ίδιες δικαιολογίες και συχνά υιοθετούν την ίδια ανοχή προς το «μικρό κακό», ώσπου το μικρό γίνεται μεγάλο.
Βεβαίως εδώ υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά. Όσο μεγαλύτερη είναι η εξουσία, τόσο μεγαλύτερη είναι και η ευθύνη. Ο πολίτης που κλέβει εκατό ευρώ αδικεί κάποιον άνθρωπο. Εκείνος όμως που καταχράται δημόσιο χρήμα μπορεί να αδικεί έναν ολόκληρο λαό. Και δεν κλέβει απλώς χρήματα.
Όποιος κλέβει την Άμυνα, αφαιρεί Άμυνα
Αυτό είναι κάτι που συχνά ξεχνάμε όταν ακούμε για εκατομμύρια.
Το δημόσιο χρήμα δεν είναι ένας αφηρημένος αριθμός στον προϋπολογισμό. Είναι νοσοκομεία. Είναι σχολεία. Είναι φάρμακα. Είναι δρόμοι. Είναι κοινωνική πρόνοια. Είναι πυροσβεστικά μέσα. Είναι ασθενοφόρα. Είναι εθνική άμυνα. Επομένως εκείνος που ιδιοποιείται ή σπαταλά παράνομα ένα εκατομμύριο από την Υγεία δεν αφαιρεί απλώς ένα εκατομμύριο από ένα λογιστικό βιβλίο. Αφαιρεί εξετάσεις, κλίνες, προσωπικό, θεραπείες. Και όποιος καταχράται χρήματα προορισμένα για την άμυνα της χώρας, απομειώνει την ίδια την αμυντική της δυνατότητα.
Εδώ η διαφθορά παύει να είναι απλώς οικονομικό έγκλημα. Γίνεται ζήτημα κοινωνικής ασφάλειας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, εθνικής ασφάλειας.
Κανένας χώρος δεν διαθέτει πιστοποιητικό ηθικής ακεραιότητας
Και θα ήταν υποκρισία να περιορίσουμε το φαινόμενο στην πολιτική.
Η διαφθορά μπορεί να εισχωρήσει παντού όπου υπάρχει χρήμα, εξουσία, επιρροή ή δυνατότητα διαχείρισης ανθρώπων και πραγμάτων. Στον επιχειρηματικό κόσμο. Στα συνδικάτα. Στα πανεπιστήμια. Στα μέσα ενημέρωσης. Στον αθλητισμό. Στους επαγγελματικούς συλλόγους. Στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Ακόμη και σε εκκλησιαστικά όργανα και διοικήσεις, τα οποία ασφαλώς δεν καθίστανται, μόνο λόγω του θρησκευτικού τους χαρακτήρα, άτρωτα απέναντι στις ανθρώπινες αδυναμίες. Όπου η φιλοδοξία, το χρήμα, οι εξαρτήσεις και η προσωπική ισχύς υπερνικούν τη διακονία και το ήθος, μπορεί να εμφανιστούν οι ίδιες παθογένειες. Η διαφθορά δεν φοβάται ούτε αξιώματα ούτε τίτλους ούτε στολές ούτε ράσα.
Φοβάται ένα πράγμα: τη συνείδηση που δεν εξαγοράζεται.
Το βαθύτερο πρόβλημα είναι η ηθική αποσύνθεση
Γι' αυτό πιστεύω ότι κάνουμε λάθος όταν θεωρούμε τη διαφθορά αποκλειστικά θεσμικό πρόβλημα.
Χρειαζόμαστε ασφαλώς ελεγκτικούς μηχανισμούς, ανεξάρτητες αρχές, δικαστικό έλεγχο, διαφάνεια, λογοδοσία και πραγματικές κυρώσεις. Οι διεθνείς αξιολογήσεις εξακολουθούν άλλωστε να καταγράφουν την ανάγκη ενίσχυσης των μηχανισμών ακεραιότητας και πρόληψης της διαφθοράς στην Ελλάδα. Η GRECO του Συμβουλίου της Ευρώπης εξακολουθεί και το 2026 να παρακολουθεί την εφαρμογή σχετικών συστάσεων για την κεντρική κυβέρνηση και τις διωκτικές αρχές, ενώ στον Δείκτη Αντίληψης Διαφθοράς 2025 της Transparency International η Ελλάδα καταγράφεται με 50/100 και στην 56η θέση μεταξύ 182 χωρών. (Portal)
Αλλά κανένας θεσμός δεν μπορεί μόνος του να δημιουργήσει έντιμους ανθρώπους. Μπορεί να περιορίσει τον διεφθαρμένο. Μπορεί να τον ελέγξει. Μπορεί να τον τιμωρήσει.
Δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει τη συνείδηση. Και εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η ρίζα του προβλήματος. Πριν από τη διαφθορά της πολιτικής προηγείται η διαφθορά της ηθικής. Πριν σαπίσει ένας θεσμός, έχουν αρχίσει να σαπίζουν οι άνθρωποι που τον υπηρετούν. Πριν νομιμοποιηθεί η μεγάλη κλοπή, έχει σχετικοποιηθεί μέσα μας η έννοια του τίμιου και του άτιμου.
Αρχίζουμε με το «όλοι έτσι κάνουν». Συνεχίζουμε με το «αν δεν το κάνω εγώ, θα το κάνει κάποιος άλλος». Προχωρούμε στο «κορόιδο είμαι εγώ να είμαι τίμιος;». Και καταλήγουμε στο πιο καταστροφικό: να θεωρούμε τον έντιμο αφελή και τον απατεώνα έξυπνο.
Εκεί έχει ήδη χαθεί η μάχη. Δεν καταρρέουν έτσι μόνο κυβερνήσεις. Καταρρέουν κοινωνίες.
Μια κοινωνία στην οποία κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν πληρώνει τεράστιο τίμημα. Ο πολίτης δεν εμπιστεύεται το κράτος. Ο εργαζόμενος τον εργοδότη. Ο εργοδότης τον εργαζόμενο. Ο ασθενής τον γιατρό. Ο καταναλωτής τον επαγγελματία. Ο πολίτης τον πολιτικό. Ο πιστός τον εκκλησιαστικό θεσμό. Ο ένας άνθρωπος τον άλλον.
Και όταν χαθεί η εμπιστοσύνη, δεν υπάρχει πια κοινωνία. Υπάρχει απλώς ένα πλήθος ανθρώπων που προσπαθούν να προλάβουν να εξαπατήσουν ο ένας τον άλλον.
Αυτό είναι ίσως το τελικό στάδιο της διαφθοράς. Όχι όταν κλέβουν όλοι. Αλλά όταν κανείς πλέον δεν εκπλήσσεται που κλέβουν. Όταν η αποκάλυψη ενός σκανδάλου κρατά δύο ημέρες. Όταν το επόμενο σβήνει το προηγούμενο. Όταν η κοινωνία κουράζεται ακόμη και να αγανακτεί. Όταν το «έτσι είναι τα πράγματα» γίνεται η συλλογική μας παραίτηση. Τότε δεν έχουμε απλώς πρόβλημα πολιτικού συστήματος. Έχουμε πρόβλημα κοινωνικής επιβίωσης.
Γιατί ένα έθνος δεν χάνεται μόνο όταν του πάρουν τα σύνορα. Χάνεται και όταν χάσει τα εσωτερικά του αναχώματα. Όταν η τιμιότητα θεωρείται αφέλεια, η αρπαγή καπατσοσύνη, η ιδιοτέλεια εξυπνάδα και η συνείδηση βάρος. Ένα έθνος με διεφθαρμένη πολιτική μπορεί να αλλάξει πολιτικούς. Ένα έθνος όμως που συμφιλιώθηκε το ίδιο με τη διαφθορά έχει αρχίσει να χάνει το μέλλον του. Και τότε πράγματι αποκτά ημερομηνία λήξεως.
Δεν υπάρχουν σχόλια
Ο φόβος του πολέμου δεν μπορεί να γίνει ψηφοδέλτιο
Από τα «ήρεμα νερά» στο «ψηφίστε μας γιατί θα κάνουν ντου»: όταν ένα εθνικό
ζήτημα μετατρέπεται σε μέσο εκβιασμού της συνείδησης του πολίτη
Υπάρχουν όρια τα οποία μια δημοκρατική κυβέρνηση δεν δικαιούται να υπερβαίνει, ακόμη και όταν αισθάνεται ότι χάνει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας. Και ένα από αυτά είναι απολύτως σαφές: ο φόβος για την εθνική ασφάλεια και, πολύ περισσότερο, ο φόβος του πολέμου δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως μέσο εκλογικής χειραγώγησης.
Η δήλωση που αποδίδεται στον υπουργό Δικαιοσύνης Γιώργο Φλωρίδη, ότι σε περίπτωση ακυβερνησίας οι «απέναντι» μπορεί να «κάνουν ντου», δεν αποτελεί μια ακόμη άστοχη κομματική υπερβολή. Αγγίζει ένα πολύ σοβαρότερο ζήτημα πολιτικού ήθους και δημοκρατικής ευθύνης.
Διότι τι ακριβώς λέγεται στον πολίτη; Ότι δεν πρέπει να επιλέξει ελεύθερα ποιος θεωρεί ότι πρέπει να κυβερνήσει τη χώρα, αλλά να ψηφίσει υπό το κράτος ενός υπαρξιακού φόβου: «αν δεν μας ψηφίσετε, κινδυνεύετε να βρεθείτε σε πόλεμο».
Αυτό δεν είναι πολιτικό επιχείρημα. Είναι απόπειρα δέσμευσης της πολιτικής συνείδησης μέσω του φόβου. Και γίνεται ακόμη σοβαρότερο εξαιτίας μιας κραυγαλέας αντίφασης.
Από τα «ήρεμα νερά» στον κίνδυνο πολέμου
Επί χρόνια η κυβέρνηση Μητσοτάκη υπερασπίστηκε την πολιτική των λεγόμενων «ήρεμων νερών» με την Τουρκία. Ακόμη και τον Φεβρουάριο του 2026, η συνάντηση Μητσοτάκη–Ερντογάν παρουσιαζόταν ως προσπάθεια διατήρησης ακριβώς αυτού του κλίματος, ενώ μόλις τον Ιούνιο ο ίδιος ο πρωθυπουργός υπερασπιζόταν δημοσίως την επιλογή μιας «λειτουργικής σχέσης» με την Τουρκία. Και μόλις πριν από λίγες εβδομάδες η κυβέρνηση εμφανιζόταν να επιμένει στην πολιτική των «ήρεμων νερών», παρά τις νέες εντάσεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Τώρα, όμως, ένας κορυφαίος υπουργός μάς προειδοποιεί ότι, εάν υπάρξει πολιτική αστάθεια στην Ελλάδα, οι «απέναντι» μπορεί να επιτεθούν.
Εδώ ανακύπτει ένα αυτονόητο ερώτημα: Τι άλλαξε;
Εάν πράγματι άλλαξαν δραματικά τα δεδομένα, ο ελληνικός λαός δικαιούται να το γνωρίζει. Εάν η κυβέρνηση διαθέτει σοβαρές πληροφορίες ότι η Τουρκία εξετάζει στρατιωτική ενέργεια εναντίον της Ελλάδας, δεν πρόκειται για πληροφορία που μπορεί να χρησιμοποιείται αποσπασματικά σε τηλεοπτικές συνεντεύξεις για την ενίσχυση της εκλογικής θέσης της Νέας Δημοκρατίας. Πρόκειται για ζήτημα εθνικής ασφάλειας.
Και τότε η κυβέρνηση οφείλει να ενημερώσει θεσμικά και υπεύθυνα τον ελληνικό λαό και τις πολιτικές δυνάμεις. Ποια είναι η πραγματική κατάσταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις; Υπάρχουν συγκεκριμένες πληροφορίες για τουρκικό στρατιωτικό σχεδιασμό; Έχει μεταβληθεί η εκτίμηση απειλής; Ποια μέτρα αποτροπής έχουν ληφθεί; Έχει ενισχυθεί η ετοιμότητα των Ενόπλων Δυνάμεων; Ποιες διπλωματικές κινήσεις έχουν γίνει προς τους συμμάχους μας;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που γεννά μια τόσο βαριά δημόσια προειδοποίηση.
Και δεν είναι θεωρητικά. Υπάρχουν πράγματι το τελευταίο διάστημα δημοσιεύματα για αυξανόμενη ένταση και για τουρκικές στρατιωτικές προετοιμασίες στην ευρύτερη περιοχή. Ακριβώς γι' αυτό χρειάζεται σοβαρότητα και όχι κομματική εκμετάλλευση.
Είτε υπάρχει κίνδυνος είτε δεν υπάρχει
Το πρόβλημα μπορεί να τεθεί πολύ απλά. Εάν υπάρχει πραγματικός και άμεσος κίνδυνος πολέμου, η κυβέρνηση έχει καθήκον να ενημερώσει υπεύθυνα τη χώρα και να επιδιώξει τη μέγιστη δυνατή εθνική συνεννόηση.
Εάν τέτοιος άμεσος κίνδυνος δεν υπάρχει, τότε η επίκλησή του για να φοβηθεί ο πολίτης και να ψηφίσει συγκεκριμένο κόμμα είναι πολιτικά απαράδεκτη.
Τρίτη εκδοχή δύσκολα υπάρχει. Δεν μπορεί ο κίνδυνος να είναι αρκετά μεγάλος ώστε να χρησιμοποιείται ως επιχείρημα προς τον ψηφοφόρο, αλλά ταυτόχρονα αρκετά μικρός ώστε να μη χρειάζεται επίσημη ενημέρωση του λαού.
Και υπάρχει ακόμη ένα ερώτημα. Επί χρόνια, όσοι εξέφραζαν επιφυλάξεις για την πολιτική των «ήρεμων νερών» κατηγορούνταν συχνά ότι κινδυνολογούν, ότι υπονομεύουν το κλίμα προσέγγισης ή ότι δεν αντιλαμβάνονται την ανάγκη διαλόγου με την Άγκυρα.
Σήμερα ποιος κινδυνολογεί; Εκείνοι που ζητούσαν ισχυρή αποτροπή και προειδοποιούσαν ότι οι τουρκικές αξιώσεις δεν εξαφανίστηκαν επειδή μειώθηκε προσωρινά η ένταση; Ή εκείνοι που, αφού οικοδόμησαν επί χρόνια το αφήγημα των «ήρεμων νερών», επικαλούνται τώρα ακόμη και τον φόβο του πολέμου προκειμένου να πείσουν τον πολίτη ότι η κυβερνητική σταθερότητα ταυτίζεται με την εθνική ασφάλεια;
Η Ελλάδα δεν ανήκει σε καμία κυβέρνηση
Υπάρχει όμως και κάτι βαθύτερο.
Η αντίληψη ότι μόνον μία συγκεκριμένη κυβέρνηση μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια της χώρας είναι θεσμικά επικίνδυνη. Η εθνική άμυνα δεν είναι ιδιοκτησία ενός πρωθυπουργού. Οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν υπερασπίζονται μια κυβέρνηση. Υπερασπίζονται την Ελλάδα, το Σύνταγμα, την εθνική ανεξαρτησία και τον ελληνικό λαό.
Οι κυβερνήσεις έρχονται και παρέρχονται. Το κράτος έχει συνέχεια.
Επομένως, το δίλημμα «Μητσοτάκης ή εθνικός κίνδυνος» δεν είναι απλώς πολιτικά υπερβολικό. Υποβιβάζει τους ίδιους τους θεσμούς της Δημοκρατίας, περίπου σαν η αμυντική ικανότητα μιας χώρας να καταρρέει μόλις αλλάξει η κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Και εάν πράγματι η ασφάλεια της Ελλάδας έχει καταστεί τόσο προσωποπαγής ώστε να εξαρτάται από το ποιος βρίσκεται στο Μέγαρο Μαξίμου, τότε αυτό θα αποτελούσε από μόνο του ομολογία μιας τεράστιας θεσμικής αποτυχίας.
Ο πολίτης πρέπει να ψηφίζει ελεύθερος
Η δημοκρατική ψήφος έχει μία θεμελιώδη προϋπόθεση: την ελεύθερη συνείδηση του πολίτη. Ο πολίτης πρέπει να αποφασίζει αξιολογώντας πολιτικές, πρόσωπα, έργα, παραλείψεις και προγράμματα. Όχι με το πιστόλι ενός εθνικού φόβου στον κρόταφο.
Η κυβέρνηση έχει κάθε δικαίωμα να υποστηρίξει ότι χειρίστηκε καλύτερα από τους αντιπάλους της τις σχέσεις με την Τουρκία. Να παρουσιάσει τα πεπραγμένα της, να υπερασπιστεί τις επιλογές της και να ζητήσει γι' αυτές την ψήφο του ελληνικού λαού.
Δεν έχει όμως το ηθικό δικαίωμα να μετατρέψει τον φόβο μιας τουρκικής επίθεσης σε εκλογικό επιχείρημα.
Τα εθνικά θέματα απαιτούν αλήθεια, ψυχραιμία, αποτροπή και ενότητα. Και πάνω απ' όλα απαιτούν σεβασμό προς τον πολίτη. Γιατί μια κυβέρνηση που ζητεί την ψήφο μας λέγοντας ουσιαστικά «κρατήστε μας στην εξουσία, διαφορετικά μπορεί να γίνει πόλεμος» δεν ζητεί πλέον να την κρίνουμε. Ζητεί να τη φοβηθούμε να μην τη χάσουμε.
Και από εκεί αρχίζει μια επικίνδυνη αλλοίωση της ίδιας της δημοκρατικής σχέσης ανάμεσα στον κυβερνώντα και στον πολίτη: η εμπιστοσύνη αντικαθίσταται από τον φόβο και η ελεύθερη πολιτική επιλογή από τον εκβιασμό της συνείδησης.
Αυτό ακριβώς ο δημοκρατικός πολίτης οφείλει να αρνηθεί, ρίχνοντας στον κάλαθο των αχρήστων τον εκβιασμό Φλωρίδη.
Μπορούν να ξαναζωντανέψουν τα ελληνικά χωριά;
Η ερήμωση της υπαίθρου δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών και μπορεί να αντιστραφεί
Τους δύο τελευταίους μήνες βρίσκομαι στο ορεινό σπίτι μας, στην Κεντρική Πίνδο, και βλέπω καθημερινά μια πραγματικότητα που δύσκολα αποτυπώνεται στους αριθμούς: τα χωριά μας έχουν αδειάσει από ζωή. Η παραγωγική γενιά σχεδόν απουσιάζει και πολλά χωριά έχουν καταντήσει τόποι ολιγοήμερων θερινών διακοπών, εξοχικά που ζωντανεύουν για είκοσι ημέρες και ύστερα ξανασιωπούν. Στις πολλές συζητήσεις μου με ανθρώπους της περιοχής επανέρχεται με αγωνία το ίδιο ερώτημα: πώς μπορούν αυτά τα χωριά να ξαναζωντανέψουν και να γίνουν πάλι πραγματικές κοινότητες ανθρώπων; Ώσπου άκουσα τη συνέντευξη του Σπύρου Καχριμάνη και την πρότασή του για τα «Ζωντανά Χωριά». Ήταν το έναυσμα για να βάλω σε μια σειρά όσα βλέπω, όσα ακούω εδώ γύρω μου και όσα σκέφτομαι — και να καταθέσω κι εγώ τον λόγο μου
Υπάρχουν προβλήματα για τα οποία ακούμε επί δεκαετίες τις ίδιες διαπιστώσεις.
Ένα από αυτά είναι η ερήμωση της ελληνικής υπαίθρου. Κάθε τόσο πληροφορούμαστε ότι τα χωριά μας γερνούν, ότι σχολεία κλείνουν, ότι ολόκληρες περιοχές χάνουν πληθυσμό, ότι οι νέοι εγκαταλείπουν τον τόπο τους και ότι το δημογραφικό εξελίσσεται σε εθνικό πρόβλημα.
Και ύστερα; Ύστερα συνήθως ακολουθούν επιδόματα, εξαγγελίες, κάποια χρηματοδοτικά προγράμματα και πολλές διαπιστώσεις. Τα χωριά όμως εξακολουθούν να αδειάζουν. Μήπως λοιπόν έχουμε θέσει λάθος το πρόβλημα;
Το χωριό δεν πεθαίνει επειδή δεν γεννιούνται παιδιά
Ή, ακριβέστερα, δεν πεθαίνει μόνο γι' αυτό. Πεθαίνει όταν ένας νέος άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει εκεί. Όταν δεν μπορεί να βρει αξιοπρεπή εργασία. Όταν ο γεωργός που παράγει δεν μπορεί να εξασφαλίσει ικανοποιητικό εισόδημα. Όταν το προϊόν φεύγει από τον παραγωγό σχεδόν χωρίς προστιθέμενη αξία και επιστρέφει πολλές φορές ακριβότερο στο ράφι. Όταν λείπουν βασικές υπηρεσίες, σχολείο, γιατρός, μεταφορές και στοιχειώδης κοινωνική ζωή.
Τότε ο νέος φεύγει. Όταν φύγει ο νέος, δεν δημιουργείται οικογένεια. Όταν δεν δημιουργείται οικογένεια, κλείνει το σχολείο. Και όταν κλείσουν το σχολείο, το καφενείο, το κατάστημα και οι τελευταίες τοπικές δραστηριότητες, το χωριό μετατρέπεται σταδιακά από κοινότητα ανθρώπων σε τόπο παραθεριστικών κατοικιών ηλικιωμένων και απογόνων που επιστρέφουν για λίγες ημέρες το καλοκαίρι.
Αυτή είναι η πραγματική αλυσίδα της ερήμωσης. Και γι' αυτό η αντιστροφή της πρέπει να αρχίσει από την αντίθετη κατεύθυνση: Παραγωγή, εισόδημα, εργασία, νέοι άνθρωποι, οικογένεια, υπηρεσίες, ζωντανή κοινότητα.
Μια διαφορετική πρόταση
Αφορμή γι' αυτές τις σκέψεις μου έδωσε η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πρόταση του Σπύρου Καχριμάνη για τα «Ζωντανά Χωριά».
Ο Καχριμάνης δεν είναι ένας ακόμη θεωρητικός της αγροτικής ανάπτυξης. Είναι ο ίδιος γεωργός, δραστηριοποιείται στον γεωργικό επιχειρηματικό χώρο από το 1984, έχει συμμετάσχει σε οργανώσεις νέων αγροτών και συνεταιριστικά εγχειρήματα και έχει ασχοληθεί επί δεκαετίες με την αγροτική πολιτική. Η προβληματική του άλλωστε δεν είναι σημερινή. Ήδη από το 2012, στο βιβλίο του Γόνιμη Χώρα – Άγονη Πολιτική, αντιπαρέθετε στην «εικονική ανάπτυξη» την πραγματική παραγωγική οικονομία.
Στη σημερινή του πρόταση επιχειρεί κάτι πολύ απλό: να ξαναδούμε το χωριό, όχι ως χώρο που χρειάζεται κρατική φιλανθρωπία, αλλά ως παραγωγική κοινότητα. Και αυτή η αλλαγή οπτικής είναι καθοριστική. Διότι για χρόνια η ελληνική πολιτεία αντιμετωπίζει την περιφέρεια περίπου ως ασθενή που πρέπει να συντηρείται με επιδοτήσεις.
Το πραγματικό ερώτημα όμως δεν είναι πόσα χρήματα θα δώσουμε στον κάτοικο ενός χωριού για να αντέξει λίγο ακόμη εκεί. Το ερώτημα είναι: Τι πρέπει να κάνουμε ώστε να έχει λόγο να μείνει;
Όχι ένας αγρότης μόνος του, μια τοπική οικονομία
Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη πλευρά αυτής της συζήτησης.
Ο μεμονωμένος μικρός παραγωγός δύσκολα μπορεί σήμερα να αντιμετωπίσει μόνος του το κόστος παραγωγής, την αγορά, την τυποποίηση, την εμπορία, τις εξαγωγές, την τεχνογνωσία και τον ανταγωνισμό των μεγάλων επιχειρήσεων.
Αν όμως οι παραγωγοί μιας περιοχής οργανωθούν πραγματικά, όχι στους παλιούς κρατικοδίαιτους συνεταιρισμούς που τόσο δυσφήμησαν την ίδια την έννοια του συνεταιρίζεσθαι, μπορούν να δημιουργήσουν οικονομίες κλίμακας.
Μπορούν να αγοράζουν μαζί. Να χρησιμοποιούν από κοινού εξοπλισμό. Να μεταποιούν. Να τυποποιούν. Να δημιουργούν κοινό εμπορικό σήμα. Να διαπραγματεύονται καλύτερα. Να φθάνουν απευθείας στην αγορά. Και κυρίως να κρατούν μεγαλύτερο μέρος της αξίας του προϊόντος στον ίδιο τον τόπο όπου παράγεται.
Από εκεί αρχίζει να δημιουργείται μια μικρή οικονομία γύρω από την παραγωγή: τεχνίτες, μεταφορείς, γεωπόνοι, λογιστές, καταστήματα, εργαστήρια, υπηρεσίες, τουριστικές δραστηριότητες. Έτσι δημιουργείται χωριό. Όχι με υπουργική απόφαση.
Και όμως, αυτό εφαρμόζεται ήδη στην Ευρώπη
Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η λογική δεν αποτελεί ελληνική ουτοπία.
Η ευρωπαϊκή πολιτική των λεγόμενων Smart Villages στηρίζεται ακριβώς στην αρχή ότι η τοπική κοινότητα πρέπει να εντοπίζει τις ανάγκες της και να σχεδιάζει η ίδια λύσεις για την οικονομία, τις υπηρεσίες και την ποιότητα ζωής της. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ως βασικά προβλήματα των αγροτικών περιοχών την πληθυσμιακή συρρίκνωση, την έλλειψη βασικών υπηρεσιών και την απουσία οικονομικών ευκαιριών.
Και εδώ υπάρχει κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον. Στην Ιταλία, για παράδειγμα, το μοντέλο των Smart Villages εφαρμόζεται μέσω του LEADER και περιφερειακών προγραμμάτων που επιδιώκουν ολοκληρωμένη τοπική ανάπτυξη, τοπικά συστήματα τροφίμων και συνεργατικά μοντέλα. Δεν πρόκειται απλώς για τοποθέτηση γρήγορου Internet σε ένα χωριό. Στο κέντρο βρίσκεται η ίδια η κοινότητα και η δυνατότητά της να οργανώσει την ανάπτυξή της.
Αντίστοιχα προγράμματα εφαρμόζονται ή δοκιμάζονται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ενώ ευρωπαϊκά προγράμματα έχουν ήδη χρησιμοποιήσει ως βασικό στόχο τη δημιουργία επιχειρήσεων και θέσεων εργασίας ώστε οι αγροτικές περιοχές να γίνουν ξανά ελκυστικές για κατοίκους και επιχειρήσεις.
Άρα το ερώτημα δεν είναι εάν γίνεται. Γίνεται. Το ερώτημα είναι γιατί δεν το κάνουμε συστηματικά και στην Ελλάδα.
Δημογραφικό χωρίς παραγωγική πολιτική δεν υπάρχει
Εδώ βρίσκεται και μια μεγάλη αντίφαση της δημόσιας συζήτησης. Μιλάμε διαρκώς για το δημογραφικό. Δίνουμε επιδόματα για τη γέννηση παιδιών. Συγκροτούμε επιτροπές. Κάνουμε συνέδρια. Δημοσιεύουμε δραματικές προβλέψεις για τον ελληνικό πληθυσμό.
Όλα αυτά μπορεί να είναι χρήσιμα. Αλλά υπάρχει ένα απλό ερώτημα: Πού θα μεγαλώσει το παιδί; Και από τι θα ζήσει η οικογένειά του;
Εάν ένας νέος 30 ετών γνωρίζει ότι για να δημιουργήσει οικογένεια πρέπει να εγκαταλείψει το χωριό του και να αναζητήσει εργασία στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη, τότε έχουμε ήδη δημιουργήσει τον μηχανισμό της πληθυσμιακής συγκέντρωσης. Και όταν εκατοντάδες χιλιάδες νέοι συγκεντρώνονται σε πόλεις, όπου το κόστος κατοικίας απορροφά μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους, η δημιουργία οικογένειας γίνεται ακόμη δυσκολότερη.
Έτσι η περιφερειακή ερήμωση και το δημογραφικό τροφοδοτούν το ένα το άλλο. Γι' αυτό και η αναγέννηση της υπαίθρου πρέπει να αντιμετωπιστεί ως δημογραφική πολιτική πρώτης γραμμής.
Το κράτος δεν χρειάζεται να τα κάνει όλα
Ίσως όμως εδώ βρίσκεται η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά της πρότασης.
Έχουμε συνηθίσει στην Ελλάδα κάθε σχέδιο ανάπτυξης να αρχίζει από ένα υπουργείο. Ένα πρόγραμμα. Μια επιδότηση. Μια γραφειοκρατική δομή. Και τελικά πολλές φορές δημιουργούμε μηχανισμούς απορρόφησης χρημάτων αντί για μηχανισμούς παραγωγής πλούτου.
Η διαφορετική λογική είναι: δώστε στην τοπική κοινωνία τα εργαλεία να κινηθεί μόνη της. Το κράτος πρέπει ασφαλώς να εξασφαλίζει τις υποδομές, το θεσμικό πλαίσιο, την πρόσβαση στη χρηματοδότηση, την εκπαίδευση, την υγεία και τις βασικές δημόσιες υπηρεσίες. Δεν χρειάζεται όμως να αποφασίζει από την Αθήνα τι θα παράγει κάθε χωριό. Οι ίδιοι οι άνθρωποι γνωρίζουν καλύτερα τον τόπο τους.
Αυτή άλλωστε είναι και η λογική του ευρωπαϊκού LEADER: τοπική ανάπτυξη με πρωτοβουλία των ίδιων των τοπικών κοινοτήτων, όχι ανάπτυξη που σχεδιάζεται αποκλειστικά από τα πάνω. Το Smart Rural 27 επιβεβαιώνει μάλιστα ότι το LEADER αποτελεί βασικό εργαλείο εφαρμογής της πολιτικής των Smart Villages στην Ευρώπη.
Το ζωντανό χωριό είναι και ζήτημα ελευθερίας
Υπάρχει όμως και μία διάσταση που σπάνια συζητούμε.
Η αποκέντρωση δεν είναι μόνο οικονομικό ζήτημα. Είναι και ζήτημα κοινωνικής ελευθερίας.
Μια κοινωνία, στην οποία εκατομμύρια άνθρωποι συγκεντρώνονται σε δύο ή τρία μεγάλα αστικά κέντρα, γίνεται αναπόφευκτα περισσότερο εξαρτημένη από τεράστιες κεντρικές υποδομές: για την τροφή, την ενέργεια, τις μετακινήσεις, την εργασία, τις υπηρεσίες, ακόμη και για την κοινωνική της ζωή. Αντίθετα, μια χώρα με εκατοντάδες ζωντανές τοπικές κοινότητες, με παραγωγή, οικονομική δραστηριότητα, κοινωνικούς δεσμούς και έναν βαθμό τοπικής αυτάρκειας διαθέτει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα.
Συχνά ξεχνούμε ότι το χωριό δεν είναι απλώς ένας μικρός οικισμός. Είναι κοινότητα. Οι άνθρωποι γνωρίζονται. Συνεργάζονται. Αλληλοβοηθούνται. Παράγουν. Διατηρούν μνήμη, παραδόσεις και δεσμούς.
Το ζητούμενο ασφαλώς δεν είναι να επιστρέψουμε νοσταλγικά στο χωριό του 1950. Το ζητούμενο είναι να δημιουργήσουμε το χωριό του 2030: σύγχρονο, παραγωγικό, τεχνολογικά εξοπλισμένο, αλλά ανθρώπινο.
Ένα ελληνικό πρόγραμμα «Ζωντανά Χωριά»
Γιατί λοιπόν να μη δημιουργηθεί ένα πραγματικό εθνικό πρόγραμμα; Όχι για 5.000 χωριά ταυτόχρονα. Ας επιλεγούν αρχικά δέκα ή είκοσι χωριά διαφορετικών περιοχών της χώρας.
Σε κάθε ένα να καταγραφούν οι πραγματικοί παραγωγικοί πόροι: γη, κτηνοτροφία, τοπικά προϊόντα, δάση, τουρισμός, τεχνικές γνώσεις, ανθρώπινο δυναμικό. Να δημιουργηθεί ένα τοπικό επιχειρησιακό σχέδιο. Να οργανωθούν οι παραγωγοί. Να δημιουργηθούν μικρές μονάδες μεταποίησης και τυποποίησης όπου είναι βιώσιμες. Να συνδεθεί η παραγωγή με την αγορά. Να δοθούν κίνητρα σε νέους επαγγελματίες και οικογένειες να εγκατασταθούν. Να εξασφαλιστούν σχολείο, πρωτοβάθμια υγεία, συγκοινωνία και γρήγορη σύνδεση στο Διαδίκτυο.
Και ύστ ερα από πέντε χρόνια να μετρήσουμε. Πόσοι νέοι έμειναν; Πόσοι επέστρεψαν; Πόσες επιχειρήσεις δημιουργήθηκαν; Πόσο αυξήθηκε το τοπικό εισόδημα; Πόσα παιδιά γράφτηκαν στο σχολείο; Αυτό είναι πολιτική. Όχι οι εξαγγελίες.
Τελικά, τι μας λείπει;
Χρήματα υπάρχουν. Ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία υπάρχουν. Παραδείγματα από άλλες χώρες υπάρχουν. Γη υπάρχει. Παραγωγική γνώση υπάρχει. Και, το σημαντικότερο, υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που θέλουν να ζήσουν στον τόπο τους, αρκεί να μπορούν να ζήσουν αξιοπρεπώς από αυτόν.
Αυτό που φαίνεται να λείπει είναι η απόφαση να αλλάξει η κατεύθυνση. Να πάψουμε να θεωρούμε την ελληνική ύπαιθρο έναν γερασμένο κόσμο που πρέπει απλώς να επιδοτούμε μέχρι να σβήσει. Και να αρχίσουμε να τη βλέπουμε ως έναν χώρο στον οποίο μπορεί να ξαναχτιστεί παραγωγή, οικογένεια και κοινότητα.
Ο Σπύρος Καχριμάνης έδωσε στη συζήτηση έναν εύστοχο τίτλο: «Ζωντανά Χωριά». Ίσως όμως το πραγματικό διακύβευμα είναι ακόμη μεγαλύτερο. Γιατί χωρίς ζωντανά χωριά δύσκολα θα έχουμε ζωντανή περιφέρεια. Χωρίς ζωντανή περιφέρεια δεν αντιμετωπίζεται το δημογραφικό. Και μια Ελλάδα που εγκαταλείπει σταδιακά τον τόπο της, συγκεντρώνοντας τον πληθυσμό της σε δύο ή τρεις μεγαλουπόλεις, δεν χάνει μόνο παραγωγή και πληθυσμό.
Χάνει ένα κομμάτι της κοινωνικής της συνοχής, της αυτάρκειάς της και τελικά της ίδιας της ελευθερίας της.

Η αποχή δεν είναι ένα «κόμμα». Είναι ένα μήνυμα που ακόμη δεν διαβάσαμε
Διάβασα σήμερα ένα ενδιαφέρον σχόλιο με τίτλο «Όποιος τους σηκώσει θα κερδίσει τη μάχη της κάλπης». Η βασική του διαπίστωση είναι σωστή: η αποχή έχει γίνει ίσως η μεγαλύτερη πολιτική δεξαμενή της χώρας. https://www.efsyn.gr/politiki/1453690/opoios-toys-sikosei-tha-kerdisei-ti-mahi-tis-kalpis/
Μόνο που, πριν αρχίσουμε να αναρωτιόμαστε ποιος θα καταφέρει να «σηκώσει» αυτούς τους ανθρώπους και να τους οδηγήσει στην κάλπη, πρέπει να απαντήσουμε σε ένα πολύ πιο δύσκολο ερώτημα: Γιατί έπαψαν να πηγαίνουν;
Δεν αρκεί να μετράμε την αποχή. Πρέπει να μελετήσουμε τις αιτίες της. Και, κυρίως, να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε όσους απέχουν ως μια ενιαία και αδιαφοροποίητη μάζα.
Υπάρχει ασφαλώς η αποχή της ιδιώτευσης. Η λέξη «ιδιώτης» στην αρχαία ελληνική πολιτική αντίληψη χαρακτήριζε εκείνον που αποσυρόταν από τα κοινά και περιοριζόταν αποκλειστικά στις ιδιωτικές του υποθέσεις. Είναι ο σημερινός πολίτης της αδιαφορίας και της πολιτικής τεμπελιάς: «όλοι ίδιοι είναι», «δεν με ενδιαφέρει», «εγώ κοιτάζω τη δουλειά μου».
Αλλά υπάρχει και μια εντελώς διαφορετική αποχή. Η συνειδητή αποχή. Εκείνη του ανθρώπου που ενδιαφέρεται για τα κοινά, παρακολουθεί, κρίνει, θυμώνει, αλλά τελικά δεν βρίσκει κανέναν στον οποίο να μπορεί να εμπιστευθεί την ψήφο του. Δεν απέχει επειδή δεν έχει πολιτική άποψη. Απέχει επειδή δεν βρίσκει πολιτική εκπροσώπηση. Αισθάνεται ότι άλλα ακούει πριν από τις εκλογές και άλλα βλέπει μετά. Ότι οι ιδεολογικές διαφορές συχνά εξαφανίζονται μπροστά στην άσκηση της εξουσίας. Ότι η ψήφος του χρησιμοποιείται για να νομιμοποιήσει πολιτικές τις οποίες ουδέποτε ενέκρινε.
Και υπάρχει μια τρίτη κατηγορία, ίσως η σημαντικότερη για το μέλλον: οι «απολιτίκ» νέοι. Πολλοί νέοι δεν θέλουν καν να ακούσουν τη λέξη «πολιτική». Όχι πάντοτε επειδή δεν ενδιαφέρονται για την κοινωνία. Συχνά ενδιαφέρονται έντονα για την εργασία, τη στέγη, το περιβάλλον, την ελευθερία, την τεχνολογία, την ποιότητα ζωής, την αξιοκρατία. Αυτό που απορρίπτουν είναι την πολιτική όπως τη γνώρισαν. Μια πολιτική επαγγελματιών, κομματικών μηχανισμών, επικοινωνιακών τεχνασμάτων, υποσχέσεων χωρίς αντίκρισμα και μιας δημόσιας αντιπαράθεσης που πολλές φορές μοιάζει να μην έχει καμία σχέση με τα πραγματικά προβλήματα της ζωής τους.
Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο λάθος των κομμάτων. Πιστεύουν ότι το πρόβλημα είναι επικοινωνιακό: να βρουν τον σωστό τρόπο, το κατάλληλο σύνθημα, το TikTok, τον επικοινωνιολόγο που θα «προσεγγίσει» τους νέους και τους απέχοντες.
Όχι. Το πρόβλημα δεν είναι πρωτίστως επικοινωνιακό. Είναι πρόβλημα αξιοπιστίας.
Για να ξαναγίνει η πολιτική ελκυστική πρέπει πρώτα να ξαναγίνει αληθινή. Να ξανασυνδεθεί με ιδέες και όχι μόνο με εκλογικούς μηχανισμούς. Να δώσει στον πολίτη πραγματική δυνατότητα συμμετοχής και όχι έναν ρόλο μιας ημέρας κάθε τέσσερα χρόνια.
Να μιλήσει ξανά για πατρίδα, κοινωνική δικαιοσύνη, αξιοπρέπεια, ελευθερία, παραγωγή, δημογραφικό, παιδεία και μέλλον των νέων με συγκεκριμένες προτάσεις και όχι με διαφημιστικά συνθήματα. Να δημιουργήσει πολιτικούς που θα ζουν όπως μιλούν.
Και, πάνω απ' όλα, να αποκαταστήσει μια σχεδόν ξεχασμένη σχέση: τη σχέση λόγου και πράξης. Ο πολίτης δεν ζητά άλλον έναν σωτήρα που θα του υποσχεθεί τα πάντα. Χρειάζεται να πιστέψει ξανά ότι η συμμετοχή του μπορεί να αλλάξει κάτι.
Γι' αυτό και ο πραγματικός αντίπαλος του πολιτικού συστήματος δεν είναι σήμερα ένα άλλο κόμμα. Είναι η απιστία του πολίτη προς την ίδια την πολιτική. Και αυτή δεν αντιμετωπίζεται με δημοσκοπήσεις ούτε με προεκλογικές καμπάνιες. Χρειάζεται κάτι πολύ δυσκολότερο: ιδέα, πρόταση, ήθος και συνέπεια.
Χρειάζεται τελικά μια πολιτική ηγεσία που δεν θα προσπαθήσει απλώς να εκμεταλλευθεί εκλογικά τους θυμωμένους και τους απογοητευμένους, αλλά θα μπορέσει να τους δώσει έναν λόγο για να συμμετάσχουν ξανά. Έναν ηγέτη που θα εμπνεύσει όχι μόνο με μια ιδεολογία, αλλά κυρίως με τη συνέπεια ανάμεσα στην ιδεολογία και την πράξη.
Αν αυτό δεν συμβεί, η αποχή δεν θα είναι μια προσωρινή εκλογική δυσλειτουργία. Θα γίνεται ολοένα και περισσότερο ψήφος δυσπιστίας προς ολόκληρο το πολιτικό σύστημα.
Και τότε το ερώτημα δεν θα είναι «ποιος θα τους σηκώσει για να κερδίσει τις εκλογές». Θα είναι πολύ σοβαρότερο: ποιος θα τους κάνει να πιστέψουν ξανά ότι αξίζει να σηκωθούν.

Όταν το αρχείο γίνεται καταφύγιο της εξουσίας
Η τρίτη άρνηση της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου να ερευνήσει ουσιαστικά το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν κλείνει την υπόθεση. Ανοίγει ένα ακόμη βαθύτερο ζήτημα: ποιος φυλάσσει τελικά τη νομιμότητα όταν η κορυφή της εισαγγελικής αρχής αρνείται επίμονα να την αναζητήσει;
Για τρίτη φορά η ηγεσία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου αρνείται να ανασύρει από το αρχείο τη δικογραφία των τηλεφωνικών υποκλοπών. Απορρίφθηκαν τα σχετικά αιτήματα του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, του πρώην υπουργού Χρήστου Σπίρτζη, του δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη και του δικηγόρου Ζαχαρία Κεσσέ, ο οποίος εκπροσωπεί θύματα των παρακολουθήσεων.
Η αιτιολογία είναι ότι δεν εμφανίσθηκαν «νέα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία», ικανά να δικαιολογήσουν την εφαρμογή του άρθρου 43 παρ. 6 ΚΠΔ και την επανεξέταση της υπόθεσης. Επικαλείται, μάλιστα, η Εισαγγελία ένα είδος «οιονεί δεδικασμένου», το οποίο υποτίθεται ότι απορρέει από τις προηγούμενες πράξεις αρχειοθέτησης και δεν επιτρέπει διαφορετική αξιολόγηση του ίδιου αποδεικτικού υλικού. Αυτό είναι, σε αδρές γραμμές, το σκεπτικό της νέας απορριπτικής πράξης.
Τυπικά, η εξήγηση εμφανίζεται νομικά τακτοποιημένη. Ουσιαστικά, όμως, αφήνει αναπάντητο το μείζον ερώτημα: Μπορεί μία διάταξη που αποβλέπει στην ασφάλεια του δικαίου να μετατρέπεται σε απροσπέλαστο τείχος προστασίας μιας ελλιπούς έρευνας;
Μετά την καταδίκη, τίποτε δεν είναι όπως πριν
Μεσολάβησε η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε ύστερα από 39 δικασίμους και έκρινε ενόχους τους Ταλ Ντίλιαν, Σάρα Χάμου, Φέλιξ Μπίτζιο και Γιάννη Λαβράνο για σειρά πράξεων σχετικών με τις παράνομες παρακολουθήσεις. Στους τέσσερις κατηγορουμένους επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης 126 ετών και 8 μηνών στον καθένα, με εκτιτέα τα οκτώ έτη και αναστολή μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Η απόφαση δεν είναι ακόμη αμετάκλητη· είναι όμως υπαρκτή δικαστική κρίση, προϊόν μακράς ακροαματικής διαδικασίας και εκτενούς αποδεικτικής έρευνας. Τα στοιχεία της καταδικαστικής απόφασης είναι συγκεκριμένα.
Δεν αρκεί, επομένως, να απαντά η Εισαγγελία ότι η ίδια η καταδίκη δεν αποτελεί αυτομάτως «νέο στοιχείο». Αυτό μπορεί να είναι τυπικά ορθό, αλλά αποφεύγει την ουσία.
Το κρίσιμο δεν είναι μόνο το διατακτικό της απόφασης. Είναι οι καταθέσεις, τα έγγραφα, οι ηλεκτρονικές επικοινωνίες, οι πραγματικές διαπιστώσεις και οι διασυνδέσεις που αναδείχθηκαν κατά τη δημόσια ακροαματική διαδικασία. Είναι, ακόμη, ο ισχυρισμός του ίδιου του Ταλ Ντίλιαν σε δικαστικό έγγραφο ότι το Predator είχε πωληθεί στις ελληνικές αρχές, στοιχείο που αποτέλεσε βάση νέου αιτήματος για ανάσυρση της δικογραφίας.
Εάν όλα αυτά θεωρούνται ήδη γνωστά και επαρκώς αξιολογημένα, τότε γεννάται ένα ακόμη βαρύτερο ερώτημα: Πώς είναι δυνατόν η μία δικαστική διαδικασία να καταλήγει σε βαριές καταδίκες, ενώ η κορυφαία εισαγγελική αρχή εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει τίποτε ουσιωδώς νέο που να αξίζει περαιτέρω έρευνα;
Η αντίφαση δεν θεραπεύεται με τη λέξη «αρχείο».
Η επίκληση του «οιονεί δεδικασμένου»
Ιδιαίτερα προβληματική είναι η επίκληση ενός «οιονεί δεδικασμένου» που προκύπτει από τις προηγούμενες αρχειοθετήσεις.
Το δεδικασμένο αποτελεί θεμελιώδη εγγύηση της έννομης τάξης όταν στηρίζεται σε δικαστική κρίση που εκδόθηκε μετά από πλήρη διαδικασία. Δεν μπορεί όμως να προσλαμβάνει την ίδια ακαμψία μια εισαγγελική πράξη αρχειοθέτησης προκαταρκτικής εξέτασης. Διαφορετικά, η αρχική αξιολόγηση της Εισαγγελίας καθίσταται πρακτικά απρόσβλητη, ακόμη και όταν μεταγενέστερες δικαστικές εξελίξεις αποκαλύπτουν ότι το πραγματικό έδαφος πάνω στο οποίο στηρίχθηκε ήταν ανεπαρκές ή εσφαλμένο.
Η διάταξη του άρθρου 43 παρ. 6 ΚΠΔ δεν θεσπίστηκε για να εξασφαλίζει την αθανασία των εισαγγελικών πορισμάτων. Επιτρέπει ακριβώς την ανάσυρση μιας υπόθεσης όταν αναφαίνονται νέα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία. Και η έννοια του «νέου στοιχείου» δεν πρέπει να ερμηνεύεται με τέτοια στενότητα ώστε να αποκλείει οτιδήποτε απειλεί να ανατρέψει την προηγούμενη εισαγγελική κρίση.
Όταν τίθεται υπό αμφισβήτηση η ίδια η λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, η ερμηνεία των δικονομικών διατάξεων οφείλει να υπηρετεί την αποκάλυψη της αλήθειας, όχι να προσφέρει προσχήματα για την αποφυγή της.
Τρεις αρχειοθετήσεις δεν αποτελούν σύμπτωση
Μία αρχειοθέτηση μπορεί να θεωρηθεί αποτέλεσμα διαφορετικής νομικής ή αποδεικτικής εκτίμησης. Η δεύτερη δημιουργεί εύλογα ερωτήματα. Η τρίτη, και μάλιστα μετά από όσα αποκαλύφθηκαν στη δίκη του Predator, συγκροτεί πλέον μια σταθερή θεσμική στάση: την απόφαση να μην ερευνηθεί περαιτέρω η ενδεχόμενη σύνδεση του παράνομου λογισμικού με κρατικούς μηχανισμούς και πολιτικά κέντρα.
Δεν διαθέτουμε έγγραφο που να αποδεικνύει ότι ο πρωθυπουργός έδωσε εντολή στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Αυτό πρέπει να λέγεται με ακρίβεια. Η Δικαιοσύνη, κατά το Σύνταγμα, είναι ανεξάρτητη και η απόφαση φέρει ακέραιη την ευθύνη του εισαγγελικού λειτουργού που την εξέδωσε.
Πολιτικά, όμως, το αποτέλεσμα είναι αδύνατον να αγνοηθεί: η διαδοχική άρνηση ουσιαστικής έρευνας λειτουργεί αντικειμενικά ως προστασία της κυβέρνησης Μητσοτάκη από την πλήρη διερεύνηση του σοβαρότερου ίσως θεσμικού σκανδάλου της μεταπολιτευτικής περιόδου.
Και όταν το ίδιο αποτέλεσμα επαναλαμβάνεται με αξιοθαύμαστη συνέπεια, παρά τις δικαστικές καταδίκες, τις νέες αποκαλύψεις, τα αιτήματα των θυμάτων και την καθολική σχεδόν απαίτηση της αντιπολίτευσης, η πολιτική πεποίθηση ότι πρόκειται για συμμόρφωση προς την κυβερνητική ανάγκη της συγκάλυψης παύει να είναι αυθαίρετη υποψία. Γίνεται εύλογο συμπέρασμα που γεννά η ίδια η συμπεριφορά των θεσμών.
Δεν προστατεύεται η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης με την απαίτηση να σιωπά η κοινωνία. Προστατεύεται όταν οι αποφάσεις της είναι τόσο πειστικές, πλήρεις και ουσιαστικές, ώστε να μην αφήνουν χώρο στην υπόνοια της πολιτικής εξάρτησης.
Η Δικαιοσύνη δεν κρίνεται μόνο από τη νομιμοφάνεια
Το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν είναι μία συνηθισμένη ποινική υπόθεση. Αφορά την παρακολούθηση πολιτικών προσώπων, υπουργών, δημοσιογράφων, στρατιωτικών και άλλων πολιτών. Αγγίζει την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, η οποία υπήχθη απευθείας στον πρωθυπουργό. Αφορά τον σκληρό πυρήνα του κράτους δικαίου: το απόρρητο των επικοινωνιών, την πολιτική ελευθερία, τη δημοκρατική λειτουργία και την προστασία του πολίτη απέναντι στην αυθαιρεσία της εκτελεστικής εξουσίας.
Σε τέτοιες υποθέσεις η Δικαιοσύνη δεν αρκεί να είναι τυπικά νομότυπη. Οφείλει να είναι θαρραλέα, ουσιαστική και πειστική.
Δεν καλείται να «παρακάμψει» τον νόμο ούτε να κατασκευάσει ανύπαρκτα αποδεικτικά στοιχεία. Οφείλει, όμως, να ερμηνεύσει τις δικονομικές δυνατότητες σύμφωνα με τον σκοπό τους, να αξιολογήσει αυτοτελώς όσα αναδείχθηκαν στη δίκη και να διατάξει κάθε αναγκαία έρευνα, χωρίς να προεξοφλεί ότι τίποτε νέο δεν πρόκειται να βρεθεί. Διότι νέα στοιχεία συχνά προκύπτουν ακριβώς από τις ανακριτικές πράξεις που τώρα ζητούνται και απορρίπτονται.
Το επιχείρημα «δεν ερευνούμε επειδή δεν υπάρχουν ήδη νέα στοιχεία» κινδυνεύει να καταλήξει σε έναν φαύλο κύκλο: δεν διατάσσονται νέες έρευνες, επομένως δεν προκύπτουν νέα στοιχεία· και επειδή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία, δεν διατάσσονται έρευνες.
Αυτό δεν είναι αποτελεσματική απονομή της Δικαιοσύνης. Είναι θεσμική ακινησία με προκαθορισμένο αποτέλεσμα.
Δεν μπαίνει η δημοκρατία στο αρχείο
Ο εισαγγελικός θεσμός χάνει την αξιοπιστία του όταν εμφανίζεται πρόθυμος να εξαντλήσει κάθε δικονομική ακροβασία για να αποφύγει τον ουσιαστικό έλεγχο μιας υπόθεσης, αλλά όχι την ίδια επιμονή για να φθάσει μέχρι την πλήρη αλήθεια.
Η εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη δεν επιβάλλεται με ανακοινώσεις ούτε απαιτείται ως πράξη πίστης από τους πολίτες. Κατακτάται με πράξεις ανεξαρτησίας, με πλήρεις έρευνες και με την απόδειξη ότι κανένα πρόσωπο και καμία εξουσία δεν βρίσκονται υπεράνω του νόμου.
Η τρίτη αρχειοθέτηση δεν θάβει μόνο μία δικογραφία. Θάβει ακόμη ένα τμήμα της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τον εισαγγελικό και τον δικαστικό θεσμό.
Και τελικά, το ερώτημα που μένει δεν είναι μόνο ποιος χρησιμοποίησε το Predator και ποιοι γνώριζαν. Είναι ακόμη πιο θεμελιώδες: Μπορεί η Δικαιοσύνη να ελέγξει την εξουσία ή έχει επιλέξει να την προφυλάξει;
Όσο δεν δίνεται καθαρή και πειστική απάντηση, το σκάνδαλο δεν κλείνει. Απλώς μεταφέρεται από τον φάκελο των υποκλοπών στον ακόμη βαρύτερο φάκελο της κρίσης του κράτους δικαίου.

Κάθε καλοκαίρι, όταν η Ελλάδα τυλίγεται στις φλόγες, η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από τον καύσωνα, τους ανέμους και τα εναέρια μέσα πυρόσβεσης. Είναι, όμως, αυτή όλη η αλήθεια;
Η απάντηση είναι όχι.
Οι μεγάλες πυρκαγιές των τελευταίων ημερών φέρνουν στην επιφάνεια ένα πολύ βαθύτερο πρόβλημα: την προοδευτική εγκατάλειψη της ελληνικής υπαίθρου και τη διατάραξη της φυσικής ισορροπίας ανάμεσα στον άνθρωπο και το δάσος.
Για αιώνες, τα ελληνικά δάση δεν ήταν ακατοίκητοι χώροι. Ήταν ζωντανά οικοσυστήματα, όπου άνθρωποι, κτηνοτρόφοι, υλοτόμοι, ρητινοσυλλέκτες και μελισσοκόμοι συνυπήρχαν με τη φύση. Η παρουσία τους λειτουργούσε ως ένας φυσικός μηχανισμός πρόληψης των πυρκαγιών.
Ιδιαίτερα η εκτατική κτηνοτροφία αποτελούσε τον καλύτερο «δασοπυροσβέστη». Τα κοπάδια καθάριζαν καθημερινά τα δασολίβαδα από τα ξερά χόρτα, τους θάμνους και τη χαμηλή βλάστηση. Με άλλα λόγια, αφαιρούσαν τη βασική καύσιμη ύλη που επιτρέπει σε μια μικρή φωτιά να εξελιχθεί σε πύρινο όλεθρο.
Σήμερα, όμως, η εικόνα αυτή έχει σχεδόν εξαφανιστεί.
Η ελληνική ύπαιθρος ερημώνει. Οι νέοι εγκαταλείπουν τα χωριά, η κτηνοτροφία συρρικνώνεται, τα κοπάδια λιγοστεύουν και τα δασολίβαδα μένουν ακαλλιέργητα και αβόσκητα. Κάθε χρόνο συσσωρεύονται τεράστιες ποσότητες ξερής βιομάζας, μετατρέποντας τα δάση σε μια απέραντη πυριτιδαποθήκη που περιμένει έναν σπινθήρα.
Αλλά και ένα δεύτερο φαινόμενο επιδείνωσε δραματικά την κατάσταση.
Τις τελευταίες δεκαετίες ο άνθρωπος εισέβαλε μαζικά μέσα στο δασικό οικοσύστημα. Η ανεξέλεγκτη εκτός σχεδίου δόμηση, οι διάσπαρτοι οικισμοί, οι εξοχικές κατοικίες και η άναρχη ανάπτυξη δημιούργησαν μια επικίνδυνη ζώνη συνάντησης κατοικίας και δάσους.
Έτσι, όταν ξεσπά μια πυρκαγιά, δεν απειλεί πλέον μόνο το φυσικό περιβάλλον. Απειλεί αμέσως ανθρώπινες ζωές, περιουσίες και ολόκληρους οικισμούς. Οι πυροσβεστικές δυνάμεις αναγκάζονται δικαιολογημένα να δώσουν προτεραιότητα στη διάσωση ανθρώπων και σπιτιών, με αποτέλεσμα πολλές φορές να χάνεται πολύτιμος χρόνος για την ανάσχεση της φωτιάς μέσα στο δάσος.
Με άλλα λόγια, δημιουργήσαμε μόνοι μας τις συνθήκες ώστε μια φυσική καταστροφή να μετατρέπεται σε εθνική τραγωδία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η κλιματική αλλαγή δεν παίζει ρόλο. Τον παίζει, και μάλιστα σημαντικό. Όμως η κλιματική αλλαγή εξηγεί γιατί οι φωτιές γίνονται πιο έντονες. Δεν εξηγεί γιατί βρίσκουν μπροστά τους τόσο τεράστια ποσότητα καύσιμης ύλης ούτε γιατί εξαπλώνονται ανεμπόδιστα μέσα σε εγκαταλελειμμένα τοπία.
Η πρόληψη δεν αρχίζει όταν απογειώνονται τα Canadair.
Αρχίζει τον χειμώνα. Αρχίζει με την αναγέννηση της ελληνικής υπαίθρου. Με την ενίσχυση της κτηνοτροφίας. Με την επιστροφή ανθρώπων στα χωριά. Με τη βόσκηση των δασολιβάδων. Με τη διαχείριση των δασών. Με τον καθαρισμό της βλάστησης. Με κανόνες στη δόμηση μέσα στις δασικές περιοχές.
Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη πυροσβεστική δύναμη της χώρας να μην είναι τα αεροπλάνα ούτε τα ελικόπτερα.
Ίσως να είναι ο ίδιος ο άνθρωπος της υπαίθρου. Ο βοσκός. Ο αγρότης. Ο δασεργάτης. Ο άνθρωπος που ζει καθημερινά μέσα στο δάσος, το γνωρίζει, το φροντίζει και το κρατά ζωντανό.
Γιατί το δάσος δεν σώζεται μόνο με καταστολή. Σώζεται πρωτίστως με παρουσία. Και η μεγαλύτερη εγκατάλειψη της εποχής μας δεν είναι των δασών.
Είναι η εγκατάλειψη των ανθρώπων που τα κρατούσαν ζωντανά.

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο: info@iepomenimera.gr