



Το πραγματικό γκαζάκι δεν είναι αυτό που εξερράγη.
Πώς μια καταδικαστέα αναρχική ενέργεια μπορεί να μετατραπεί σε εκλογικό ψευδοδίλημμα και να αναζωπυρώσει τον πολιτικό διχασμό.
1.- Η τοποθέτηση εκρηκτικών μηχανισμών σε κατοικίες πολιτικών προσώπων αποτελεί πράξη απολύτως καταδικαστέα. Σε μια δημοκρατία, η πολιτική αντιπαράθεση διεξάγεται με επιχειρήματα και ψήφο, όχι με βία, απειλές και τρομοκράτηση.
Η καταδίκη όμως μιας εγκληματικής πράξης δεν απαλλάσσει κανέναν από την υποχρέωση να παρακολουθεί και τον τρόπο με τον οποίο αυτή μπορεί να αξιοποιηθεί πολιτικά.
Στην πολιτική ιστορία, πολλές φορές ένα πραγματικό γεγονός αποκτά πολύ μεγαλύτερη σημασία όχι για αυτό που είναι, αλλά για την αφήγηση που οικοδομείται γύρω του. Και εδώ βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος.
2.- Εκτιμώ μετά βεβαιότητος ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Ν.Δ. θα επιχειρήσει να μετατρέψει ένα ποινικό γεγονός σε κεντρικό πολιτικό αφήγημα των επόμενων εκλογών.
Το μήνυμα θα μπορούσε να είναι απλό: «Ή εμείς ή η αναρχία.»
Πρόκειται για ένα από τα ισχυρότερα πολιτικά διλήμματα που μπορεί να τεθούν σε μια κοινωνία. Διότι δεν αφορά απλώς την οικονομία ή την αποτελεσματικότητα μιας κυβέρνησης. Αφορά το αρχέγονο ανθρώπινο συναίσθημα του φόβου.
Όταν ο πολίτης πεισθεί ότι κινδυνεύει η προσωπική του ασφάλεια, αρχίζει να ψηφίζει διαφορετικά. Δεν επιλέγει πλέον αυτό που θεωρεί καλύτερο. Επιλέγει εκείνον που πιστεύει ότι μπορεί να τον προστατεύσει. Και τότε η δημοκρατική κρίση υποχωρεί μπροστά στον φόβο.

3.- Εδώ όμως ανακύπτει το κρίσιμο πολιτικό ερώτημα. Το δίλημμα «ή εμείς ή η αναρχία» είναι πραγματικό ή είναι ένα επικοινωνιακό κατασκεύασμα;
Κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για ένα ψευδοδίλημμα.
Η εγκληματική επίθεση στη Θεσσαλονίκη ήταν μια απολύτως καταδικαστέα ενέργεια, η οποία οφείλει να διερευνηθεί και να τιμωρηθεί παραδειγματικά. Καμία πολιτική ή ιδεολογική επίκληση δεν μπορεί να νομιμοποιήσει τη βία.
Άλλο όμως η ύπαρξη μιας εγκληματικής ενέργειας και άλλο η παρουσίαση ολόκληρης της χώρας ως ευρισκόμενης προ των πυλών της αναρχίας. Η Ελλάδα δεν βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με ένα οργανωμένο αναρχικό κίνημα τέτοιας ισχύος ώστε να απειλεί την ύπαρξη του κράτους ή να μπορεί να οδηγήσει τη χώρα σε γενικευμένη αποσταθεροποίηση. Η εγκληματική δράση ορισμένων ομάδων, όσο σοβαρή και αν είναι, δεν ταυτίζεται με την κοινωνική πραγματικότητα.
Επομένως, η μετάβαση από ένα συγκεκριμένο περιστατικό στο γενικό συμπέρασμα ότι «ή ψηφίζετε εμάς ή έρχεται η αναρχία» δεν αποτελεί αντικειμενική περιγραφή της κατάστασης. Αποτελεί πολιτική ερμηνεία της.
Και ακριβώς γι' αυτό ένας τέτοιος πολιτικός «εκβιασμός» πρέπει να καταδικαστεί από όλη την αντιπολίτευση σύσσωμη.
Οι δημοκρατίες δεν λειτουργούν με τεχνητά διλήμματα. Λειτουργούν με ελεύθερη κρίση των πολιτών.
4.- Το δίλημμα αυτό, εφόσον αναδειχθεί, πιθανότατα δεν θα μείνει μόνο του. Θα συνοδευθεί από δεύτερο: «Ή Μητσοτάκης ή ακυβερνησία.»
Η επίκληση της κυβερνητικής σταθερότητας υπήρξε πάντοτε ισχυρό πολιτικό εργαλείο. Θα μπορούσε να αντιπαρατεθεί στην εικόνα μιας αντιπολίτευσης που εμφανίζεται κατακερματισμένη ή χωρίς σαφή κυβερνητική πρόταση.
5.- Στη συνέχεια μπορεί να προστεθεί και ένα τρίτο δίλημμα: «Ή οικονομική σταθερότητα ή επιστροφή στην ανασφάλεια.»
Οι συνταξιούχοι, οι μικροκαταθέτες, οι δημόσιοι υπάλληλοι και γενικότερα όσοι φοβούνται οικονομικές αναταράξεις είναι ένα εκλογικό σώμα ιδιαίτερα ευαίσθητο σε τέτοιου είδους επιχειρήματα.
6.- Έτσι σχηματίζεται μια ενιαία πολιτική αφήγηση: Ασφάλεια. Κυβερνησιμότητα. Οικονομική σταθερότητα. Απέναντί της τοποθετούνται τρεις αντίθετες έννοιες: Αναρχία. Ακυβερνησία. Οικονομικός κίνδυνος.
Από επικοινωνιακής πλευράς πρόκειται για ένα εξαιρετικά ισχυρό σχήμα.
Το ερώτημα όμως δεν είναι αν είναι αποτελεσματικό. Το ερώτημα είναι αν ωφελεί τη δημοκρατία. Διότι μια κοινωνία που οδηγείται να ψηφίζει με βασικό κίνητρο τον φόβο μεταβάλλεται σταδιακά σε κοινωνία πολιτικής πόλωσης. Οι πολίτες παύουν να συζητούν για την υγεία, την παιδεία, τη δικαιοσύνη, τη διαφάνεια, το δημογραφικό ή τη θεσμική ανασυγκρότηση. Συζητούν μόνο για τον «κίνδυνο».
Και όταν ο φόβος γίνεται το κυρίαρχο πολιτικό συναίσθημα, ο αντίπαλος παύει να αντιμετωπίζεται ως πολιτικός αντίπαλος και αρχίζει να παρουσιάζεται ως απειλή.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο μια δημοκρατία κινδυνεύει να διχαστεί.

7.- Η Ελλάδα έχει πληρώσει ακριβά τέτοιες λογικές. Ο τόπος δεν χρειάζεται νέα εμφυλιοπολεμικά αντανακλαστικά. Δεν χρειάζεται να χωριστεί ξανά σε στρατόπεδα που αλληλοφοβούνται.
Χρειάζεται ψυχραιμία, θεσμική σοβαρότητα και ουσιαστική πολιτική αντιπαράθεση.
Η βία των άκρων πρέπει να αντιμετωπίζεται αποφασιστικά από τη Δικαιοσύνη και τις διωκτικές αρχές. Ταυτόχρονα όμως ο πολιτικός κόσμος οφείλει να αντισταθεί στον πειρασμό να μετατρέψει κάθε εγκληματική πράξη σε εκλογικό εργαλείο. Γιατί τότε τα γκαζάκια παύουν να καίνε μόνο αυτοκίνητα. Αρχίζουν να καίνε την εμπιστοσύνη μεταξύ των πολιτών. Και αυτή είναι μια φωτιά πολύ δυσκολότερο να σβήσει.
8.- Η πολιτική του φόβου είναι παλιά. Αλλά δεν παύει να είναι επικίνδυνη. Η επίκληση του φόβου δεν αποτελεί ελληνική πρωτοτυπία.
Σε ολόκληρο τον 20ό αιώνα, αλλά και στον 21ο, κυβερνήσεις διαφορετικών ιδεολογικών αποχρώσεων αξιοποίησαν υπαρκτές κρίσεις για να οικοδομήσουν ισχυρά πολιτικά διλήμματα.
Άλλοτε ήταν ο φόβος του κομμουνισμού. Άλλοτε της τρομοκρατίας. Άλλοτε της χρεοκοπίας. Άλλοτε της πανδημίας. Άλλοτε της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης.
Σήμερα ενδέχεται να προστεθεί ακόμη ένα δίλημμα: «Ή σταθερότητα ή αναρχία.»
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο φόβος χρησιμοποιείται ως βασικό πολιτικό καύσιμο. Κάθε φορά όμως που συμβαίνει, η δημόσια συζήτηση απομακρύνεται από τα πραγματικά προβλήματα και μεταφέρεται στο πεδίο των συναισθημάτων.
Ο πολίτης δεν καλείται πλέον να αξιολογήσει πολιτικές. Καλείται να επιλέξει εκείνον που υπόσχεται ότι θα τον προστατεύσει από έναν κίνδυνο. Έτσι, η ψήφος παύει να είναι προϊόν ελεύθερης πολιτικής κρίσης και μετατρέπεται σε αντανακλαστική αντίδραση απέναντι στον φόβο.
Ο φόβος είναι το πιο αποτελεσματικό εργαλείο κάθε εξουσίας. Δεν χρειάζεται να καταργήσει τις εκλογές. Αρκεί να διαμορφώσει τα ερωτήματα στα οποία θα κληθούν να απαντήσουν οι πολίτες.
Όταν η πολιτική παύει να συζητά το μέλλον και περιορίζεται να διαχειρίζεται τον φόβο, τότε η κοινωνία δεν αυτοκυβερνάται πλέον· απλώς καθοδηγείται.
Δεν υπάρχουν σχόλια 
Νέα κόμματα. Παλιό αδιέξοδο.
Γιατί η Ελλάδα χρειάζεται κάτι βαθύτερο από μια ακόμη εκλογική επιλογή.
Ζούμε σε μια εποχή παράδοξη.
Ποτέ άλλοτε οι πολίτες δεν ήταν τόσο δυσαρεστημένοι από το πολιτικό σύστημα και ποτέ άλλοτε δεν εμφανίζονταν με τόση συχνότητα νέοι πολιτικοί σχηματισμοί που υπόσχονται να εκφράσουν αυτή τη δυσαρέσκεια. Κόμμα Τσίπρα. Κόμμα Καρυστιανού. Σχεδόν έτοιμο και το κόμμα Σαμαρά. Παράλληλα σιγοσβήνουν άλλοι κομματικοί που είχαν συγκροτηθεί στις προηγούμενες εκλογές με πολλές φιλοδοξίες, αλλά δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν τα «όριά» τους και να κινητοποιήσουν το λαό για τη δημιουργία πατριωτικού και κοινωνικού ρεύματος.
Και όμως, παρά την εναλλαγή προσώπων, συνθημάτων και κομματικών σχημάτων, το βασικό πρόβλημα παραμένει άθικτο.
Η χώρα αλλάζει κυβερνήσεις. Δεν αλλάζει πορεία. Αυτό συμβαίνει διότι το πραγματικό πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι πρωτίστως κομματικό.
Είναι βαθύτερο. Είναι πρόβλημα δημοκρατίας. Είναι πρόβλημα συμμετοχής. Είναι πρόβλημα συλλογικής ύπαρξης. Είναι, τελικά, πρόβλημα λαού.
Για δεκαετίες ο Έλληνας πολίτης εκπαιδεύεται να λειτουργεί ως ψηφοφόρος και μόνο ως ψηφοφόρος. Καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε έτοιμες λύσεις που έχουν σχεδιαστεί από άλλους. Καλείται να εγκρίνει ή να απορρίψει πρόσωπα. Αλλά σπανίως καλείται να συνδιαμορφώσει πολιτικές. Να συμμετάσχει. Να συναποφασίσει. Να αναλάβει ευθύνη. Έτσι η πολιτική μετατράπηκε σταδιακά σε επάγγελμα των λίγων και η κοινωνία σε κοινό θεατών.
Η μεγάλη τραγωδία της μεταπολίτευσης δεν είναι μόνο η οικονομική εξάρτηση ή η παραγωγική αποδιάρθρωση της χώρας. Είναι ότι αποσυντέθηκε το ίδιο το κοινωνικό σώμα. Οι άνθρωποι έμειναν μόνοι. Χωρίς κοινότητες. Χωρίς συλλογικές δομές. Χωρίς πραγματική εκπροσώπηση. Χωρίς αίσθηση συμμετοχής σε ένα κοινό εθνικό και κοινωνικό σχέδιο.
Ο καθένας αγωνίζεται μόνος του. Για τον μισθό του. Για τη σύνταξή του. Για το παιδί του. Για την υγεία του. Για την επιβίωσή του.
Και όταν έρχεται η ώρα της πολιτικής, του ζητείται απλώς να ψηφίσει. Αυτό όμως δεν αρκεί. Δεν αρκεί για να αλλάξει μια χώρα. Δεν αρκεί για να αντιμετωπιστεί η δημογραφική κατάρρευση. Δεν αρκεί για να ανασυγκροτηθεί η παραγωγή. Δεν αρκεί για να προστατευθεί η εθνική κυριαρχία. Δεν αρκεί για να απαντηθούν τα νέα ερωτήματα που γεννά η εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, της ψηφιακής επιτήρησης και της αλγοριθμικής διακυβέρνησης.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι ότι δεν υπάρχουν προτάσεις. Είναι ότι δεν υπάρχει οργανωμένο κοινωνικό υποκείμενο ικανό να τις επιβάλει. Δεν υπάρχει συγκροτημένος λαός. Υπάρχουν διάσπαρτες διαμαρτυρίες. Υπάρχουν ξεσπάσματα. Υπάρχουν κινητοποιήσεις. Υπάρχουν δίκαιες αγανακτήσεις. Υπάρχουν αυθεντικές φωνές.
Όλα αυτά όμως εμφανίζονται, συγκινούν και στη συνέχεια διαλύονται. Δεν αφήνουν πίσω τους μόνιμες δομές. Δεν δημιουργούν συλλογική μνήμη. Δεν οικοδομούν πολιτική δύναμη. Κι έτσι το σύστημα, ακόμη και όταν κλονίζεται, κατορθώνει να αναπαράγεται.
Γι’ αυτό και όσοι πιστεύουν ότι η λύση θα έρθει απλώς μέσα από ένα νέο κόμμα, κινδυνεύουν να επαναλάβουν ένα γνώριμο λάθος. Τα κόμματα είναι εργαλεία. Δεν είναι ο λαός. Τα κόμματα μπορούν να εκφράσουν μια κοινωνική δύναμη. Δεν μπορούν όμως να την υποκαταστήσουν.
Όταν προηγείται το κόμμα και απουσιάζει η κοινωνία, συνήθως η κοινωνία μετατρέπεται σε εκλογική πελατεία. Όταν όμως προηγείται η κοινωνία, τότε το πολιτικό εργαλείο αποκτά πραγματικές ρίζες και αντοχές.
Η Ελλάδα χρειάζεται κάτι δυσκολότερο αλλά και ουσιαστικότερο. Χρειάζεται να ξαναβρεί το συλλογικό της «εμείς». Χρειάζεται πολίτες που να συμμετέχουν και όχι απλώς να παρακολουθούν. Χρειάζεται τοπικές πρωτοβουλίες, συλλογικότητες, κοινότητες, δίκτυα αλληλεγγύης, χώρους διαλόγου και δημοκρατικής συνδιαμόρφωσης. Χρειάζεται έναν λαό που να μην εμφανίζεται μόνο στις κάλπες αλλά να είναι παρών καθημερινά στα κοινά.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα της εποχής μας δεν είναι ποιος θα κυβερνήσει αύριο. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος θα υπερασπιστεί την ανθρώπινη ελευθερία στην εποχή της τεχνοκρατίας. Ποιος θα υπερασπιστεί τη δημοκρατία στην εποχή των αλγορίθμων. Ποιος θα υπερασπιστεί την πατρίδα σε μια εποχή όπου όλο και περισσότερες αποφάσεις λαμβάνονται μακριά από τους πολίτες. Ποιος θα υπερασπιστεί την ίδια την ανθρώπινη υπόσταση απέναντι σε μια αντίληψη που βλέπει τον άνθρωπο ως δεδομένο, ως αριθμό, ως ψηφιακό προφίλ.
Αυτά είναι τα μεγάλα ερωτήματα. Και αυτά δεν θα τα απαντήσει κανένα κόμμα από μόνο του. Θα τα απαντήσει μόνο ένας λαός που θα αποφασίσει να επιστρέψει στην ιστορία. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλο ένα κόμμα. Η Ελλάδα χρειάζεται ξανά πολίτες. Χρειάζεται ξανά κοινωνία. Χρειάζεται ξανά λαό.
Ίσως λοιπόν το πρώτο βήμα να μην είναι η ίδρυση ενός ακόμη πολιτικού φορέα. Ίσως το πρώτο βήμα να είναι πολύ πιο απλό και ταυτόχρονα πολύ πιο δύσκολο. Να αρχίσουν να συνδέονται μεταξύ τους οι διάσπαρτες δυνάμεις της κοινωνίας. Οι άνθρωποι που αντιστέκονται στην ερήμωση της υπαίθρου. Οι γονείς που ανησυχούν για το μέλλον των παιδιών τους. Οι πολίτες που αγωνίζονται για δημοκρατία και λογοδοσία. Οι άνθρωποι που υπερασπίζονται την εθνική ανεξαρτησία. Οι επιστήμονες που προβληματίζονται για τις συνέπειες της τεχνητής νοημοσύνης και της ψηφιακής επιτήρησης. Οι παραγωγοί, οι εργαζόμενοι, οι δημιουργοί αυτού του τόπου.
Όχι για να χαθούν οι επιμέρους αγώνες τους μέσα σε έναν ακόμη μηχανισμό. Αλλά για να ανακαλύψουν ότι πίσω από τα επιμέρους προβλήματα κρύβεται ένα κοινό ερώτημα για το μέλλον της χώρας και του ανθρώπου.
Ίσως εκεί να βρίσκεται το πρώτο καθήκον της εποχής μας: όχι η δημιουργία ενός ακόμη κόμματος, αλλά η συγκρότηση ενός μεγάλου κοινωνικού και πολιτικού «εμείς». Ενός ζωντανού δικτύου πολιτών που θα ξανακάνει την κοινωνία πρωταγωνιστή και όχι θεατή των εξελίξεων. Γιατί μόνο όταν συγκροτηθεί αυτό το «εμείς», θα αποκτήσει πραγματικό περιεχόμενο και οποιαδήποτε πολιτική αλλαγή.

Τι προτείνω για τις εκλογές
Σαφώς και δεν προτείνω γενικά και αφηρημένα την αποχή. Ούτε θεωρώ ότι η μη συμμετοχή από μόνη της παράγει πολιτικό αποτέλεσμα.
Αλλά ταυτόχρονα δεν πιστεύω ότι η απλή εναλλαγή κομμάτων μπορεί να μεταβάλει τη φύση του συστήματος.
Όπως και ο Κοντογιώργης λέει: «Το πρόβλημα δεν είναι ποιος θα κυβερνήσει. Το πρόβλημα είναι ποιος κατέχει το πολιτικό σύστημα.» Κατά τη γνώμη του, σήμερα το πολιτικό σύστημα ανήκει στο πολιτικό προσωπικό και όχι στην κοινωνία.
Άρα τι κάνει ένας συνεπής πολίτης;
Θεωρητικά έχει τέσσερις επιλογές:
1. Να ψηφίζει το λιγότερο κακό
Αυτό είναι η πιο συνηθισμένη στάση. Γνωρίζει ότι το σύστημα δεν αλλάζει, αλλά θα επιλέξει εκείνον που θεωρεί λιγότερο επιζήμιο. Αυτή είναι στάση τακτικής. Όχι στρατηγικής.
2. Να στηρίζει δυνάμεις που ζητούν θεσμικές αλλαγές
Εδώ το κριτήριο δεν είναι αν κάποιος συμφωνεί με όλες τις θέσεις ενός κόμματος. Το κριτήριο είναι: Προτείνει το συγκεκριμένο κόμμα θεσμούς λογοδοσίας, ανακλητότητας, δημοψηφισμάτων, ελέγχου της εξουσίας; Εάν ναι, το υποστηρίζω.
3. Να απέχει ή λευκό
Η αποχή ή το λευκό είναι συνεπής μόνο αν συνοδεύεται από πολιτική εξήγηση. Όχι: «Δεν με ενδιαφέρει.» Αλλά: «Δεν νομιμοποιώ ένα σύστημα που με θέλει μόνο ψηφοφόρο και όχι πολίτη.» Όπως και ο Κοντογιώργης επισημαίνει, η αποχή από μόνη της δεν δημιουργεί πολιτικό υποκείμενο. Η εξουσία συνεχίζει να λειτουργεί κανονικά.
4. Να εργαστεί για τη συγκρότηση κοινωνίας πολιτών
Το βάρος δεν πέφτει ούτε στην ψήφο ούτε στην αποχή. Πέφτει στη συγκρότηση πολιτών. Στην ανάπτυξη συλλογικοτήτων, κοινωνικών δικτύων, δημόσιου διαλόγου, τοπικών κοινωνιών, πολιτειακής παιδείας. Δηλαδή στη δημιουργία ενός "δήμου" που θα μπορέσει κάποτε να διεκδικήσει θεσμούς πραγματικής λογοδοσίας.
Αν με ρωτήσεις ευθέως: «Εσύ δηλαδή τι κάνεις; Ψηφίζεις ή απέχεις;»
Θα σου απαντούσα έτσι: «Η ψήφος ή η αποχή είναι δευτερεύον ζήτημα. Το κύριο ζήτημα είναι αν η κοινωνία αποκτά τα μέσα να ελέγχει την εξουσία. Αν δεν συμβεί αυτό, ούτε η ψήφος ούτε η αποχή αρκούν για να αλλάξουν το πολιτικό σύστημα.»
Δεν πιστεύω στη σωτηρία μέσω του επόμενου κόμματος. Πιστεύω στην ανάγκη να αποκτήσει η κοινωνία θεσμούς ελέγχου της εξουσίας. Χωρίς αυτούς, οι εκλογές αλλάζουν κυβερνήτες, όχι το σύστημα.

Τι πιστεύω για το σημερινό κοινοβουλευτικό σύστημα
Πιστεύω ότι αποτελεί πρόοδο σε σχέση με τα απολυταρχικά καθεστώτα του παρελθόντος.
Προστατεύει βασικές ελευθερίες. Επιτρέπει την εναλλαγή κυβερνήσεων. Διασφαλίζει ορισμένα ατομικά δικαιώματα.
Όμως δεν είναι πραγματική δημοκρατία. Ο πολίτης καλείται κάθε τέσσερα χρόνια να επιλέξει ποιος θα κυβερνήσει, αλλά δεν συμμετέχει ουσιαστικά στη διακυβέρνηση ούτε διαθέτει αποτελεσματικά μέσα ελέγχου της εξουσίας.
Γιατί δεν περιμένω ουσιαστική αλλαγή από αυτό
Διότι το πρόβλημα δεν είναι πρωτίστως τα πρόσωπα. Είναι η αρχιτεκτονική του συστήματος.
Οποιοδήποτε κόμμα κι αν εκλεγεί, μόλις αναλάβει την εξουσία λειτουργεί μέσα στο ίδιο θεσμικό πλαίσιο: συγκέντρωση εξουσίας στο πρωθυπουργικό κέντρο, κομματική πειθαρχία, εξάρτηση των βουλευτών από τους κομματικούς μηχανισμούς, περιορισμένος έλεγχος της εκτελεστικής εξουσίας, απουσία θεσμών άμεσης λογοδοσίας προς την κοινωνία.
Έτσι, οι κυβερνήσεις αλλάζουν, αλλά το μοντέλο διακυβέρνησης παραμένει σχεδόν αμετάβλητο.
Ποια είναι η βαθύτερη διαφωνία
Η βαθύτερη διαφωνία είναι ότι σήμερα ο πολίτης θεωρείται κυρίως εκλογέας.
Θεωρώ ότι ο πολίτης πρέπει να είναι συνδιαμορφωτής της πολιτικής ζωής. Δηλαδή: να ελέγχει, να αξιολογεί, να ανακαλεί, να συμμετέχει. Όχι μόνο να ψηφίζει.
Δεν πιστεύω ότι η κρίση της χώρας είναι απλώς κρίση προσώπων ή κομμάτων. Είναι κρίση πολιτειακής αρχιτεκτονικής. Όσο η κοινωνία παραμένει χωρίς ουσιαστικά μέσα ελέγχου της εξουσίας, οι κυβερνήσεις θα αλλάζουν, αλλά τα βασικά προβλήματα θα αναπαράγονται.
Δεν αμφισβητώ τις εκλογές. Αμφισβητώ ότι οι εκλογές αρκούν για να υπάρξει δημοκρατία.

Δεν ήταν μια άρνηση χαιρετισμού. Ήταν ένα μήνυμα.
Η φράση της χήρας του Γιώργου Σουφλιά προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην κηδεία του συζύγου της: «Είμαι υποχρεωμένη να σε ευχαριστήσω που ήρθες. Δε θα σε χαιρετήσω όμως, γιατί δεν είμαι υποχρεωμένη να σε χαιρετήσω», δεν ήταν απλώς μια προσωπική ψυχρότητα. Όσοι γνωρίζουν τη διαδρομή του Γιώργου Σουφλιά, αλλά και το ήθος της οικογένειάς του, αντιλαμβάνονται ότι πίσω από αυτά τα λίγα λόγια κρυβόταν κάτι βαθύτερο.
Ήταν η σιωπηλή διαμαρτυρία ενός ολόκληρου πολιτικού κόσμου που βλέπει τη σημερινή Νέα Δημοκρατία να έχει απομακρυνθεί δραματικά από τις ρίζες της.
Η Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Καραμανλή ιδρύθηκε ως παράταξη λαϊκή, πατριωτική, κοινωνική και εθνικά προσανατολισμένη. Η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει μετατραπεί σε έναν μηχανισμό τεχνοκρατικής διαχείρισης, βαθιά εξαρτημένο από υπερεθνικά κέντρα, αφοσιωμένο στην αγορά, στους αριθμούς και στον ψηφιακό μετασχηματισμό, αλλά ολοένα πιο αποκομμένο από τις αγωνίες της κοινωνίας.
Δεν είναι τυχαίο ότι από τη σημερινή πορεία της κυβέρνησης αποστασιοποιούνται διαρκώς πρόσωπα που αποτελούν ζωντανά σύμβολα της ιστορικής παράταξης. Ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής έχει επανειλημμένα εκφράσει σοβαρές επιφυλάξεις για κρίσιμες επιλογές της κυβέρνησης. Το ίδιο και ο Αντώνης Σαμαράς, ο οποίος πλέον ασκεί ανοιχτή και σκληρή κριτική σε ζητήματα εθνικής πολιτικής, ταυτότητας και κυριαρχίας.
Όταν λοιπόν ακόμη και οι ιστορικές μορφές της παράταξης στέκονται απέναντι στην τωρινή της πορεία, η στάση της χήρας του Γιώργου Σουφλιά αποκτά έναν συμβολισμό που υπερβαίνει το προσωπικό επίπεδο. Ήταν σαν να έλεγε ότι ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία που υπηρέτησε ο Σουφλιάς και στη Νέα Δημοκρατία που κυβερνά σήμερα έχει ανοίξει ένα βαθύ χάσμα.
Κάποτε τα κόμματα άλλαζαν για να παραμείνουν ζωντανά. Σήμερα μοιάζουν να αλλάζουν τόσο πολύ ώστε να μην αναγνωρίζονται ούτε από τους ίδιους τους ανθρώπους που τα υπηρέτησαν επί δεκαετίες.
Και αυτό ίσως είναι το πιο ηχηρό πολιτικό μήνυμα που ακούστηκε εκείνη την ημέρα. Όχι από κάποιο βήμα. Όχι από κάποια κομματική ανακοίνωση. Αλλά από μια γυναίκα που αρνήθηκε να προσφέρει έναν τυπικό χαιρετισμό. Έναν χαιρετισμό που, κατά τη συνείδησή της, θα σήμαινε αποδοχή εκείνου που η ίδια θεωρεί ότι η παράταξή της δεν είναι πλέον.

«Νέος πατριωτισμός» ή πολιτική μεταμφίεση;
Υπάρχουν λέξεις που δεν σηκώνουν πολιτικά παιχνίδια. Λέξεις ποτισμένες με αίμα, θυσίες και ιστορία. Μία από αυτές είναι η λέξη Πατρίδα.
Και όμως, ο Αλέξης Τσίπρας, ο άνθρωπος που επί χρόνια αντιμετώπιζε κάθε παραδοσιακή μορφή εθνικής συνείδησης περίπου ως «εθνικισμό», εμφανίζεται τώρα ως κήρυκας ενός δήθεν «νέου πατριωτισμού». Μόνο που ο πατριωτισμός δεν είναι πολιτικό rebranding. Δεν είναι διαφημιστικό σύνθημα. Δεν αλλάζει μορφή ανάλογα με τις δημοσκοπήσεις.
Ο αληθινός πατριωτισμός γεννήθηκε στις Θερμοπύλες, στο Μεσολόγγι, στη Μακεδονία του Παύλου Μελά, στην Κύπρο του ’74. Και πάνω απ’ όλα, ο αληθινός πατριωτισμός δεν εκχωρεί όνομα, ιστορία και ταυτότητα του Γένους.
Η πληγή των Πρεσπών
Ο ίδιος άνθρωπος που σήμερα μιλά για «πατρίδα» είναι εκείνος που υπέγραψε τη Συμφωνία των Πρεσπών. Ο άνθρωπος που παρέδωσε το όνομα της Μακεδονίας σε ένα σλαβικό κράτος. Που αναγνώρισε «μακεδονική» εθνότητα και «μακεδονική» γλώσσα σε ανθρώπους που ούτε Έλληνες είναι ούτε ιστορικά Μακεδόνες.
Και το έκανε ενώ εκατομμύρια Έλληνες φώναζαν στους δρόμους: «Η Μακεδονία είναι ελληνική».
Για τον παραδοσιακό Έλληνα πατριώτη, η Μακεδονία δεν είναι «γεωπολιτικός φάκελος». Είναι ο Φίλιππος, ο Αλέξανδρος, οι Μακεδονομάχοι, ο Παύλος Μελάς, τα χώματα που ποτίστηκαν με ελληνικό αίμα.
Η Ιστορία δεν είναι ιδεολογικό παιχνίδι. Και τα έθνη δεν επιβιώνουν όταν αποκόπτονται από τη μνήμη τους.
Ο «νέος πατριωτισμός» και η πολιτική υποκρισία
Τώρα ο κ. Τσίπρας μάς λέει ότι πατριωτισμός είναι η αντίσταση στις ελίτ, η κοινωνική δικαιοσύνη, η δημοκρατία, η λαϊκή κυριαρχία.
Αλήθεια; Αυτός δεν ήταν που έφερε τα αρπακτικά funds και τα τραπεζικά ζόμπι στην ελληνική κοινωνία; Που κατήργησε ουσιαστικά την προστασία της πρώτης κατοικίας; Που άνοιξε τον δρόμο για να περάσουν σπίτια Ελλήνων σε διεθνή κερδοσκοπικά κεφάλαια; Ποιος πατριωτισμός αφήνει τον λαό του να χάνει το σπίτι του;
«Υπερασπίστηκε τη δημοκρατία»;
Ποιος; Ο άνθρωπος που μετέτρεψε το περήφανο ΟΧΙ του ελληνικού λαού σε ΝΑΙ μέσα σε λίγες ημέρες; Δεν υπάρχει μεγαλύτερη προσβολή της λαϊκής κυριαρχίας από αυτό. Ο λαός μίλησε. Και η κυβέρνηση Τσίπρα ανέτρεψε πλήρως τη λαϊκή εντολή.
Αυτό δεν είναι υπεράσπιση της δημοκρατίας. Είναι η ακύρωσή της.
«Υπερασπίστηκε τον λαό»;
Με ποιον τρόπο; Με ΜΑΤ, χημικά και καταστολή απέναντι σε διαδηλωτές; Με δακρυγόνα σε συνταξιούχους; Με βία στις κινητοποιήσεις κατά των Πρεσπών; Τελικά, όλοι μιλούν στο όνομα του λαού, μέχρι να βγει ο λαός στον δρόμο.
Ο ψηφιακός έλεγχος ως νέο πρόσωπο της εξουσίας
Και τώρα, ο ίδιος άνθρωπος υπόσχεται περισσότερο «ψηφιακό κράτος για τον πολίτη».
Φιλικό, λέει. Αλλά ποιος έφερε τη νομοθεσία για τις ηλεκτρονικές ταυτότητες; Ποιος άνοιξε τον δρόμο για τη διαρκή ψηφιακή διασύνδεση του πολίτη με το κράτος;
Ο παραδοσιακός πατριωτισμός δεν βλέπει τον άνθρωπο ως barcode ή ψηφιακό φάκελο. Τον βλέπει ως πρόσωπο. Ως ελεύθερη ψυχή. Ως φορέα ιστορίας, πίστης και πολιτισμού. Ο Έλληνας δεν είναι «χρήστης υπηρεσιών». Δεν είναι αριθμός σε μια βάση δεδομένων.
Ο πατριωτισμός δεν είναι πολιτική μόδα
Ο αληθινός πατριωτισμός δεν είναι ούτε αριστερός ούτε δεξιός.
Είναι αγάπη για το Γένος, σεβασμός στους προγόνους, προστασία της πατρίδας, υπεράσπιση της ελευθερίας του λαού, και άρνηση να μετατραπεί ο άνθρωπος σε υπήκοο μιας απρόσωπης τεχνοκρατίας.
Γι’ αυτό και ο λαός δυσκολεύεται να πιστέψει όσους ανακάλυψαν ξαφνικά τον «πατριωτισμό», αφού πρώτα πολέμησαν κάθε παραδοσιακή μορφή του. Διότι ο πατριωτισμός δεν είναι πολιτικό σύνθημα. Είναι ρίζα. Και όποιος κόβει τις ρίζες ενός λαού, αργά ή γρήγορα αφήνει τον ίδιο τον λαό χωρίς μέλλον.

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο: info@iepomenimera.gr