



Δεν είναι τα λουλούδια. Είναι η παρακμή.
Πώς το λαϊκό γλέντι έγινε θέαμα επίδειξης και κατανάλωσης.
Η είδηση δεν είναι ότι σε ένα πανηγύρι των Φαρσάλων άδειασαν με φορτωτή χιλιάδες λουλούδια πάνω στην πίστα.
Η είδηση είναι ότι αυτό θεωρήθηκε «επιτυχία».
Ότι ένα ακόμη στοιχείο του ψευτοπολιτισμού των αθηναϊκών νυχτερινών κέντρων εισέβαλε στον τελευταίο ίσως αυθεντικό χώρο της λαϊκής μας ζωής: το πανηγύρι.
Κάποτε το πανηγύρι ήταν γιορτή του χωριού. Ήταν η χαρά της κοινότητας. Ο χορός έπιανε όλους. Δεν υπήρχαν θεατές και πρωταγωνιστές, ούτε επιδείξεις πλούτου και εντυπωσιασμού. Η αξία βρισκόταν στη συμμετοχή, όχι στην κατανάλωση.

Σήμερα ακόμη και εκεί κυριαρχεί η λογική του θεάματος. Η υπερβολή. Η εικόνα. Η επίδειξη.
Δεν πρόκειται για λαϊκή παράδοση.
Πρόκειται για έναν ψευτολαϊκό μικροαστισμό που αντιγράφει τα πιο παρακμιακά πρότυπα της πρωτεύουσας και τα μεταφέρει στην ελληνική επαρχία, σαν να αποτελούν δείγμα προόδου.
Και όλα αυτά συμβαίνουν την ώρα που η Ελλάδα περνά ίσως μία από τις πιο δύσκολες περιόδους της μεταπολίτευσης. Η κοινωνία πιέζεται οικονομικά. Τα πολιτικά σκάνδαλα διαδέχονται το ένα το άλλο. Οι θεσμοί απαξιώνονται. Η εθνική αβεβαιότητα μεγαλώνει. Ο νέος άνθρωπος δυσκολεύεται να ονειρευτεί.
Κι όμως, αντί να αναζητούμε τρόπους να ξαναβρούμε το μέτρο, την κοινότητα και την ουσία, πανηγυρίζουμε επειδή ένας φορτωτής έγινε μέσο... ανθοβολής.
Αυτό είναι το πραγματικό θέμα.
Η ψυχαγωγία έγινε διασκέδαση. Και η διασκέδαση έγινε κατανάλωση. Η κοινή χαρά αντικαταστάθηκε από την επίδειξη και τον εντυπωσιασμό.
Η Ρωμιοσύνη δεν γλεντούσε έτσι. Γλεντούσε για να ενώσει ανθρώπους, όχι για να εντυπωσιάσει τα κινητά τηλέφωνα.
Όταν ένας λαός χάνει το μέτρο ακόμη και στον τρόπο που γιορτάζει, αργά ή γρήγορα χάνει το μέτρο και στον τρόπο που ζει, που ψηφίζει, που κρίνει και που αντιστέκεται.
Η παρακμή δεν αρχίζει από τα μεγάλα γεγονότα. Αρχίζει από τις μικρές καθημερινές συνήθειες που παύουμε να θεωρούμε παρακμή.
Ο πολιτισμός ενός λαού δεν φαίνεται μόνο από το πώς αγωνίζεται. Φαίνεται και από το πώς γιορτάζει.
Δεν υπάρχουν σχόλια
Η Πεντηκοστή μας καλεί απέναντι. Η ξεχασμένη ιεραποστολή της Ρωμηοσύνης.

Η ιστορία του Alper Tolga Eker[1] δεν είναι απλώς η προσωπική ιστορία ενός ανθρώπου που εγκατέλειψε το Ισλάμ και βαπτίσθηκε Ορθόδοξος Χριστιανός.
Είναι ένα καμπανάκι.
Είναι μια φωνή που έρχεται από την απέναντι ακτή του Αιγαίου και μας λέει κάτι που ίσως δεν θέλουμε να ακούσουμε: Υπάρχουν άνθρωποι που αναζητούν την Ορθοδοξία. Υπάρχουν άνθρωποι που διψούν για την αλήθεια της. Υπάρχουν άνθρωποι που ψάχνουν να βρουν τις ρίζες τους.
Και εμείς σχεδόν απουσιάζουμε.
Ο ίδιος ο Alper ομολογεί ότι, όταν άρχισε να αναζητά την Ορθοδοξία, δεν μπορούσε να βρει ούτε στοιχειώδες υλικό στα τουρκικά που να εξηγεί τι είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία. Έβρισκε ιστοσελίδες προτεσταντών, καθολικών, ευαγγελικών οργανώσεων, αλλά ελάχιστα έως σχεδόν τίποτε από τους Ορθοδόξους.
Αυτό από μόνο του είναι συγκλονιστικό.
Επί αιώνες θρηνούμε για τη χαμένη Ρωμηοσύνη της Μικράς Ασίας. Μιλούμε για τις αλησμόνητες πατρίδες, για τις χαμένες εκκλησίες, για τους ξεριζωμούς, για τις γενοκτονίες και τους εξισλαμισμούς.
Αλλά πόσοι αναρωτιόμαστε: Τι κάναμε για να ξαναμιλήσουμε στους ανθρώπους εκείνους;
Πόσες οργανωμένες ορθόδοξες ιεραποστολές απευθύνονται σήμερα σε τουρκόφωνους αναζητητές της αλήθειας; Πόσα βιβλία υπάρχουν στα τουρκικά; Πόσες ιστοσελίδες; Πόσα βίντεο; Πόσες κατηχητικές κοινότητες; Πόσοι ιερείς εκπαιδεύονται ειδικά γι' αυτή τη διακονία;
Η απάντηση είναι οδυνηρή. Ελάχιστα.

Και όμως, η μεγαλύτερη ίσως ανεκμετάλλευτη ιεραποστολική περιοχή του Ορθόδοξου κόσμου δεν βρίσκεται στην Αφρική. Βρίσκεται απέναντι. Στις ακτές της Ιωνίας. Στα παράλια του Πόντου. Στην Καππαδοκία. Στην Καισάρεια. Στην Τραπεζούντα. Στα βάθη της Ανατολίας.
Εκεί όπου επί χίλια και πλέον χρόνια χτυπούσε η καρδιά της Ρωμανίας. Εκεί όπου γεννήθηκαν Πατέρες της Εκκλησίας, άγιοι, μάρτυρες, ασκητές και θεολόγοι. Εκεί όπου εκατομμύρια άνθρωποι υπήρξαν κάποτε Ρωμαίοι Ορθόδοξοι.
Και ας μην βιαστούν κάποιοι να πουν ότι όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν.
Η ιστορία των κρυπτοχριστιανών δεν είναι μύθος. Είναι πραγματικότητα.
Επί αιώνες ολόκληρες οικογένειες διατήρησαν θραύσματα μνήμης. Ένα σταυρό κρυμμένο. Ένα όνομα. Μια προσευχή. Μια παράδοση που μεταδιδόταν ψιθυριστά. Πολλοί από τους απογόνους τους σήμερα ίσως να μη γνωρίζουν τίποτε πλέον συνειδητά.
Η μνήμη τους ίσως να έχει κρυώσει. Αλλά δεν έχει σβήσει. Μοιάζει με κάρβουνο θαμμένο κάτω από στάχτες αιώνων. Περιμένει μια φλόγα. Περιμένει κάποιον να του θυμίσει ποιος ήταν.
Όχι για να δημιουργηθούν εθνικισμοί. Όχι για να ξανανοίξουν ιστορικά μίση. Αλλά για να ξαναβρούν άνθρωποι τη σχέση τους με την αλήθεια του Χριστού.
Γιατί η αληθινή Ορθοδοξία δεν είναι φυλετική. Δεν είναι εθνική. Δεν είναι φυλετικό προνόμιο των Ελλήνων. Είναι οικουμενική. Είναι η πίστη της Ρωμανίας. Η πίστη της καθ' ημάς Ανατολής. Η πίστη που ένωσε λαούς, γλώσσες και έθνη κάτω από το φως της Πεντηκοστής.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το δικό μας πρόβλημα.
Πώς θα μιλήσουμε στους άλλους για τη Ρωμηοσύνη όταν εμείς οι ίδιοι την αγνοούμε; Πώς θα θυμίσουμε στους εξισλαμισμένους απογόνους των Ρωμαίων την ταυτότητά τους όταν εμείς οι ίδιοι έχουμε λησμονήσει τη δική μας;
Για δεκαετίες μετατραπήκαμε σε δυτικόπληκτους μιμητές. Μάθαμε να βλέπουμε τον εαυτό μας μέσα από ξένα μάτια. Ξεχάσαμε ότι πριν γίνουμε «Βαλκάνιοι», πριν γίνουμε «Νοτιοευρωπαίοι», πριν γίνουμε «Δυτικοί», ήμασταν Ρωμαίοι της Ανατολής. Ήμασταν πολίτες μιας πνευματικής πολιτείας που εκτεινόταν από την Κωνσταντινούπολη μέχρι την Αντιόχεια και από τον Πόντο μέχρι την Αίγυπτο.
Αν δεν ξαναβρούμε αυτή την αυτοσυνειδησία, δεν μπορούμε να γίνουμε ιεραπόστολοι κανενός.
Η Πεντηκοστή δεν είναι μια ανάμνηση. Είναι εντολή. Το Άγιο Πνεύμα δεν κατέβηκε στους Αποστόλους για να κλειστούν στα σπίτια τους. Τους έστειλε στα έθνη. Στις γλώσσες. Στους λαούς. Στους ξένους. Στους αναζητητές.
Σήμερα εκατοντάδες χιλιάδες Τούρκοι ζουν στην Ευρώπη. Στη Γερμανία. Στη Γαλλία. Στην Ολλανδία. Στο Βέλγιο. Στην Αυστρία. Στη Σουηδία. Εκεί υπάρχουν ελευθερίες. Υπάρχουν δικαιώματα. Υπάρχει δυνατότητα αναζήτησης. Υπάρχουν άνθρωποι που ψάχνουν. Που αμφισβητούν. Που αναζητούν νόημα. Που θέλουν να μάθουν. Που ψάχνουν μια σελίδα στο διαδίκτυο. Ένα βιβλίο. Μια κατήχηση. Έναν ιερέα που να απαντήσει. Μια κοινότητα που να τους δεχθεί.
Και συχνά δεν βρίσκουν τίποτε.

Ίσως λοιπόν η μεγαλύτερη ιεραποστολική πρόκληση της εποχής μας να βρίσκεται ακριβώς δίπλα μας. Όχι στις ζούγκλες. Όχι στις σαβάνες. Αλλά στην ιστορική καρδιά της Ανατολής. Εκεί όπου εκατομμύρια ψυχές κουβαλούν μέσα τους μνήμες που δεν γνωρίζουν πλέον να ονομάσουν. Και ίσως περιμένουν, χωρίς να το ξέρουν, κάποιον να τους τις θυμίσει.
Η ιστορία του Alper δεν είναι το τέλος μιας διαδρομής. Είναι η αρχή μιας υπενθύμισης. Ότι η Ρωμηοσύνη δεν πέθανε. Ότι κάτω από τα στρώματα της ιστορίας εξακολουθεί να αναπνέει.
Και ότι η Πεντηκοστή μάς καλεί ξανά να βγούμε από την αυτάρκειά μας και να μιλήσουμε στις ψυχές που περιμένουν. Όχι για να τις κατακτήσουμε. Αλλά για να τις συναντήσουμε. Όχι για να τις εξελληνίσουμε. Αλλά για να τις οδηγήσουμε στον Χριστό. Εκεί όπου κάθε αληθινή ταυτότητα βρίσκει τελικά το νόημά της.


Γενιά Gen Z. Η γενιά που μεγάλωσε ψηφιακά και κατέρρευσε υπαρξιακά
Η γενιά Gen Z. Είναι όσοι γεννήθηκαν από τα τέλη δεκαετίας 1990 έως τις αρχές της δεκαετίας 2010. Είναι η πρώτη γενιά στην ιστορία που μπορεί να επικοινωνεί με όλο τον πλανήτη μέσα σε δευτερόλεπτα. Δυσκολεύεται όμως να κοιτάξει έναν άνθρωπο στα μάτια. Μια γενιά που μεγάλωσε μέσα στις οθόνες. Με «φίλους» παντού, αλλά χωρίς πραγματική συντροφιά. Με likes, αλλά χωρίς ουσιαστική επιβεβαίωση. Με διαρκή και on line «σύνδεση», αλλά με τρομακτική εσωτερική μοναξιά.
Οι νέοι της γενιάς Gen Z ζουν σε έναν κόσμο όπου όλα επιτρέπονται, αλλά τίποτα δεν έχει νόημα. Τους μίλησαν για «ελευθερία» επιλογών, αλλά ποτέ για σκοπό και νόημα βίου. Τους έμαθαν να καταναλώνουν εικόνες, όχι να χτίζουν ψυχή. Να αλλάζουν «ταυτότητες» σαν ρούχα, αλλά να μη ξέρουν τι πραγματικά είναι. Να φοβούνται τη σιωπή και την εσωτερικότητα. Να τρέμουν τη δέσμευση. Να μη ριζώνουν πουθενά. Να αποφεύγουν τον πόνο. Να επιζητούν καταναλωτικά συναισθήματα.

Και έτσι δημιουργήθηκε ο άνθρωπος της εποχής μας. Ένας άνθρωπος κουρασμένος χωρίς να έχει πολεμήσει για να κατακτήσει τη ζωή. Φοβισμένος χωρίς να έχει ζήσει πραγματικά. Ψηφιακά «δικτυωμένος» με τους πάντες σε χρόνο dt, αλλά υπαρξιακά απομονωμένος.
H μεγάλη πλειοψηφία της γενιάς αυτής δεν πιστεύει ούτε στην πολιτική. Ούτε στους θεσμούς, ούτε στις σχέσεις, ούτε καν στον ίδιο τους τον εαυτό. Την κοινοτική ζωή της Πίστης και της Παράδοσης την απορρίπτουν, χωρίς να την έχουν γευθεί. Όχι γιατί είναι «κακή γενιά». Αλλά γιατί μεγάλωσαν μέσα σε μια κοινωνία που τους έδωσε τεχνολογία αντί για νόημα βίου. Που τους έστρεψε στην πληροφορία αντί για τη σοφία, κριτική, σύνθεση και ανάλυση. Που τους έδωσε άπειρα δικαιώματα και ελευθερίες χωρίς ευθύνη και λογοδοσία. Που τους κατευθύνει σε αδιάκοπη διέγερση χωρίς εσωτερική καλλιέργεια.
Τους έμαθαν να «εκφράζονται», αλλά όχι να ακούνε. Να απαιτούν για τον εαυτό τους, αλλά όχι να θυσιάζονται για τον άλλον. Να προβάλλονται με κάθε ευκαιρία στα μέσα, αλλά όχι να γνωρίζουν ποιοι είναι.

Το πιο τραγικό όμως είναι ότι αυτή η γενιά διψά για αλήθεια. Όπως το ξεραμένο χωράφι τη βροχή. Διψά για κάτι αυθεντικό. Για έναν άνθρωπο αληθινό. Για μια διαπροσωπική σχέση χωρίς προσωπείο. Για μια ζωή που να αξίζει περισσότερο από ένα story 15 δευτερολέπτων.
Γι’ αυτό βλέπεις πίσω από την ειρωνεία τους μια θλίψη. Πίσω από την επιθετικότητα μια κραυγή. Πίσω από την αδιαφορία μια τεράστια απογοήτευση.
Σου το λένε με τον τρόπο τους. Δεν χρειάζονται άλλους «influencers». Δεν χρειάζονται άλλους πολιτικούς διαχειριστές. εν χρειάζονται άλλες πλαστικές υποσχέσεις ευτυχίας.
Χρειάζονται νόημα. Παράδειγμα. Αλήθεια. Ρίζες. Πνευματικότητα. Ελπίδα. Πίστη στο Αληθινό. Το νοιώθουν στο βάθος της ύπαρξής τους ότι ο άνθρωπος δεν σώζεται μόνο με καριέρα, μισθούς, επιδόματα, αναγνωρισιμότητα και σχέσεις αλγορίθμων. Σώζεται όταν αισθανθεί ότι η ζωή του έχει ανώτερο προορισμό.
Είναι αλήθεια μια τραγική γενιά!

Έχω το λογισμό ότι τελικά η μεγαλύτερη επανάσταση της γενιάς αυτής δεν θα είναι πολιτική ή τεχνολογική. Θα είναι η επιστροφή στην αληθινή ανθρώπινη σχέση. Στην κοινότητα. Και όχι οποιαδήποτε κοινότητα. Στην εόρτια κοινότητα της εκκλησιαστικής ζωής. Στην πίστη. Στην αγάπη. Στην ανάγκη να ανήκεις κάπου όχι ψηφιακά, αλλά υπαρξιακά.
Μια κοινωνία μπορεί να επιβιώσει χωρίς πολλά πράγματα. Δεν μπορεί όμως να επιβιώσει όταν τα παιδιά της παύσουν να πιστεύουν ότι η ζωή έχει νόημα.

Η Παναγία η Νικοποιός: Το ιερό μας κειμήλιο που λεηλατήθηκε και ακόμη περιμένει να επιστρέψει

Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία ενός λαού που δεν χάνει απλώς αντικείμενα. Χάνει σύμβολα. Χάνει μνήμη. Χάνει κομμάτια της ψυχής του.
Ένα από αυτά τα σύμβολα είναι η Παναγία η Νικοποιός.
Η εικόνα που κρατούσαν οι αυτοκράτορες της Βυζαντινή Αυτοκρατορία μπροστά από τα στρατεύματα, όταν ξεκινούσαν για μάχη. Η εικόνα που θεωρούνταν το ιερό παλλάδιο της Κωνσταντινούπολη. Η εικόνα που ενσάρκωνε την πίστη ότι η Υπεραγία Θεοτόκος προστατεύει έναν ολόκληρο πολιτισμό.
Και αυτή η εικόνα δεν βρίσκεται σήμερα στον τόπο όπου γεννήθηκε.
Βρίσκεται στη Βενετία, σε παρεκκλήσιο της Βασιλικής του Αγίου Μάρκου, ως λάφυρο της Δ΄ Σταυροφορίας.
Η εικόνα των αυτοκρατόρων
Η Παναγία η Νικοποιός («αυτή που φέρνει τη νίκη») ήταν από τα πολυτιμότερα κειμήλια της αυτοκρατορικής Κωνσταντινούπολη.
Οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες την έφεραν μαζί τους στις εκστρατείες. Αυτή προπορευόταν και ακολουθούσε ο αυτοκράτορας και ο στρατός. Δεν την έβλεπαν ως διακοσμητικό έργο τέχνης, αλλά ως σημείο θείας προστασίας. Πίστευαν ότι η αυτοκρατορία δεν στηριζόταν μόνο σε τείχη και στρατούς, αλλά στην πίστη, στην προσευχή και στην παρουσία της Θεοτόκου.
Για τον λαό της Ρωμιοσύνης, η εικόνα αυτή ήταν κάτι ανάλογο με την Κιβωτό της Διαθήκης: ένα σημείο ενότητας, ελπίδας και ταυτότητας.

Η λεηλασία του 1204
Το 1204, κατά τη Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τη Δ΄ Σταυροφορία, οι σταυροφόροι και κυρίως οι Βενετοί λεηλάτησαν την πόλη.
Δεν άρπαξαν μόνο χρυσό και πολύτιμους λίθους. Άρπαξαν εικόνες, λείψανα, χειρόγραφα, κίονες, ψηφιδωτά και ολόκληρα τμήματα ενός πολιτισμού χιλίων ετών.
Ανάμεσα στα ιερότερα λάφυρα ήταν και η Παναγία η Νικοποιός, η οποία μεταφέρθηκε στη Βενετία και έκτοτε φυλάσσεται στον Άγιο Μάρκο.

«Το είχαμε. Το χάσαμε. Μας το έκλεψαν.»
Αυτή η φράση συνοψίζει το βίωμα πολλών Ελλήνων όταν αντικρίζουν τέτοια κειμήλια σε ξένα μουσεία και ναούς.
Δεν πρόκειται για ζήλια απέναντι στη Δύση.
Πρόκειται για τη βαθιά αίσθηση ότι μεγάλα τμήματα της ιστορικής μας μνήμης αποσπάστηκαν βίαια από τον φυσικό τους χώρο.
Η Παναγία η Νικοποιός δεν είναι απλώς ένα έργο τέχνης. Είναι κομμάτι της ιστορικής συνείδησης του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας.
Δεν είναι «συλλογές». Είναι τραύματα της ιστορίας.
Από τα Γλυπτά του Παρθενώνα έως βυζαντινές εικόνες, χειρόγραφα και λείψανα, μεγάλος αριθμός πολιτιστικών θησαυρών παραμένει σε ξένες συλλογές, επειδή αποκτήθηκαν σε περιόδους πολέμου, κατοχής ή αποικιακής κυριαρχίας.
Ο όρος «απόκτηση» συχνά καλύπτει αυτό που ιστορικά ήταν αρπαγή.
Ηθικό και νομικό αίτημα της εποχής μας
Η ανθρωπότητα χρειάζεται μια νέα διεθνή αρχή: Ό,τι αφαιρέθηκε βίαια ή υπό συνθήκες κυριαρχίας πρέπει να επιστρέφεται στον λαό και στον τόπο όπου δημιουργήθηκε.
Δεν πρόκειται για πράξη εκδίκησης. Πρόκειται για πράξη δικαιοσύνης.
Οι λαοί έχουν δικαίωμα στη μνήμη τους. Έχουν δικαίωμα να αγγίζουν τα ιερά τους κειμήλια εκεί όπου αυτά γεννήθηκαν.
Η επιστροφή ως πράξη συμφιλίωσης
Αν η Ευρώπη θέλει να μιλά με αξιοπιστία για ανθρώπινα δικαιώματα, σεβασμό των λαών και πολιτιστική κληρονομιά, οφείλει να αναγνωρίσει ότι η κατοχή λεηλατημένων θησαυρών αποτελεί ανοιχτή ιστορική εκκρεμότητα.
Η επιστροφή της Παναγίας της Νικοποιού στην Κωνσταντινούπολη ή στον ευρύτερο χώρο του Ελληνισμού θα ήταν μια πράξη υψηλού συμβολισμού.
Θα έδειχνε ότι η δικαιοσύνη μπορεί να υπερβεί τους αιώνες.
Ένα χρέος προς τη μνήμη
Η Παναγία η Νικοποιός στέκει σήμερα σε ξένο τόπο, τιμημένη αλλά αποσπασμένη από το φυσικό και ιστορικό της περιβάλλον.
Και μαζί της στέκει ένα ερώτημα: Πόσα ακόμη κομμάτια της ψυχής των λαών παραμένουν φυλακισμένα σε ξένες προθήκες;
Ίσως ήρθε η ώρα να διατυπωθεί ένα παγκόσμιο αίτημα: Επιστρέψτε στους λαούς τη μνήμη τους. Επιστρέψτε στους τόπους την ψυχή τους.

Η ΝΕΟΤΗΤΑ ΣΕ ΚΡΙΣΗ — ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΜΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΠΟΥ ΕΧΑΣΕ ΤΟΝ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟ ΤΗΣ
Δεν είναι απλώς ένα «φαινόμενο νεολαίας». Δεν είναι μια «παρέκκλιση» ή μια «κακή περίοδος». Είναι ο καθρέφτης μας.
Η σημερινή εικόνα μεγάλου μέρους των νέων στην Ελλάδα (η απογοήτευση, η απουσία νοήματος, η προσφυγή σε εύκολες διεξόδους, η βία, η αδιαφορία, η εσωτερική κενότητα) δεν είναι παρά το αποτέλεσμα ενός κόσμου που πρώτα κατέρρευσε στους μεγάλους και μετά μεταδόθηκε στους μικρούς.
Οι νέοι δεν γεννήθηκαν έτσι. Διαμορφώθηκαν έτσι. Και ποιοι τους διαμόρφωσαν;
Πρώτα απ’ όλα, οι κάθε είδους «ταγοί»: πολιτικοί, πνευματικοί, κοινωνικοί. Άνθρωποι που αντί να δείξουν δρόμο, έδωσαν παράδειγμα παρακμής. Που αντί για ήθος, πρόβαλαν την ιδιοτέλεια. Αντί για θυσία, τη βολή. Αντί για αλήθεια, τη διαχείριση της εικόνας.
Αλλά και οι ίδιοι οι γονείς και αυτό είναι ίσως το πιο οδυνηρό. Μια γενιά γονέων σήμερα που μεγάλωσε με το όνειρο της ευημερίας και κατέληξε να λατρεύει την κατανάλωση. Που έμαθε να μετρά την επιτυχία με χρήμα, εικόνα και κοινωνική επιβεβαίωση. Που άφησε τα παιδιά της χωρίς βαθύτερο νόημα ζωής.
Πώς να σταθεί ένας νέος όταν δεν του δίνεται παράδειγμα; Πώς να πιστέψει σε αξίες όταν βλέπει τους μεγάλους να τις διαψεύδουν καθημερινά;
Η κρίση της νεότητας είναι κρίση προτύπων. Και η κρίση προτύπων είναι κρίση πολιτισμού. Γιατί αυτό που βιώνουμε δεν είναι απλώς ελληνικό φαινόμενο. Είναι παγκόσμια παρακμή.
Ένας κόσμος που αποθέωσε το «εγώ», που αντικατέστησε την αλήθεια με την άποψη, που μετέτρεψε την ελευθερία σε αυθαιρεσία και την πρόοδο σε αποσύνθεση. Το κυριότερο, που έβαλε το Θεό στο περιθώριο της ζωής του.
Σε έναν τέτοιο κόσμο, ο νέος μένει μόνος. Χωρίς πυξίδα. Χωρίς ρίζες. Χωρίς προοπτική. Και τότε είτε βυθίζεται στην απάθεια, είτε εκρήγνυται.
Και όμως, εδώ βρίσκεται η ελπίδα. Γιατί, παρά τη γενικευμένη εικόνα, δεν έχει χαθεί η νεότητα.
Υπάρχει ακόμη ένα «καλό λείμμα» νέων ανθρώπων. Νέοι που αναζητούν αλήθεια. Που διψούν για νόημα. Που δεν συμβιβάζονται με το ψεύτικο. Που σιωπηλά, μα ουσιαστικά, αντιστέκονται.
Αυτή η νεότητα δεν κάνει θόρυβο. Αλλά είναι το πιο πολύτιμο κεφάλαιο της κοινωνίας.
Και ίσως, αν υπάρξει έστω μια σπίθα αλήθειας, ένα παράδειγμα αυθεντικό, μια επιστροφή σε καθαρές αξίες, αυτή η μικρή μαγιά να γίνει η αρχή της αναγέννησης.
Γιατί οι νέοι δεν χρειάζονται πολλά. Χρειάζονται νόημα. Χρειάζονται αλήθεια. Χρειάζονται παράδειγμα.
Και τότε μπορούν να αλλάξουν τα πάντα.

Τα δελτία ειδήσεων των τελευταίων χρόνων μοιάζουν ολοένα και περισσότερο με καταλόγους κακουργηματικών πράξεων. Ξυλοδαρμοί, κακοποιήσεις, επιθέσεις, ακόμη και φόνοι έχουν γίνει σχεδόν καθημερινό περιεχόμενο της ενημέρωσης. Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι μόνο η συχνότητα αυτών των περιστατικών, αλλά η ταυτότητα των δραστών.
Δεν πρόκειται πλέον για σεσημασμένους εγκληματίες ή για πρόσωπα με βεβαρημένο παρελθόν. Πολύ συχνά οι δράστες είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, νεαρά άτομα χωρίς προηγούμενες ενδείξεις εγκληματικής συμπεριφοράς, που μέσα σε μια στιγμή έντονης ψυχικής φόρτισης προβαίνουν σε πράξεις που υπερβαίνουν κάθε όριο κοινωνικής συμβίωσης.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι αυτή η βία εκδηλώνεται όλο και συχνότερα από εφήβους και ακόμη και από παιδιά. Συμμορίες νεαρών επιτίθενται με μανία σε συνομηλίκους, σε αδύναμους ανθρώπους ή ακόμη και σε ηλικιωμένους. Και όχι μόνο αυτό: πολλές φορές καταγράφουν οι ίδιοι τις πράξεις τους με τα κινητά τηλέφωνα και τις προβάλλουν με καμάρι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Η βία γίνεται θέαμα. Και το θέαμα γίνεται «κατόρθωμα».
Έτσι, σήμερα, κάθε φιλήσυχος πολίτης που κυκλοφορεί σε μια μεγαλούπολη, ιδιαίτερα τις νυχτερινές ώρες, μπορεί εύκολα να αισθανθεί την απειλή μιας ομάδας νεαρών που δοκιμάζουν τα όρια της ανοχής των γύρω τους. Στις πιο «ανώδυνες» περιπτώσεις πρόκειται για λεκτική επιθετικότητα. Όμως, όπως δείχνουν οι στατιστικές, δεν είναι καθόλου απίθανο η κατάσταση να εξελιχθεί σε σωματική βία.
Τα θύματα είναι συνήθως οι πιο αδύναμοι: παιδιά, ηλικιωμένοι, αλλά και κάθε ενήλικος που θα τολμήσει να τους κάνει παρατήρηση.
Πώς όμως φτάσαμε ως εδώ;
Πώς γίνεται μια σημαντική μερίδα της νεολαίας να υιοθετεί μια τόσο απειλητική και απάνθρωπη συμπεριφορά; Και πώς εξηγείται ότι σε μια εποχή που η εκπαίδευση μιλά περισσότερο από ποτέ για ενσυναίσθηση, διαφορετικότητα και σεβασμό, βλέπουμε όλο και περισσότερα περιστατικά βίας με δράστες ανηλίκους;
Οι ειδικοί έχουν προσπαθήσει να δώσουν απαντήσεις. Εκπαιδευτικοί, κοινωνιολόγοι, ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί και επιμελητές ανηλίκων έχουν αναλύσει πολλές από τις αιτίες της σύγχρονης κοινωνικής παθογένειας. Ωστόσο, αυτή η γνώση παραμένει συχνά απομονωμένη μέσα στους επιμέρους επιστημονικούς χώρους ή δεν αξιοποιείται από τους θεσμούς που θα έπρεπε να τη μετατρέψουν σε συντονισμένη κοινωνική δράση.
Έτσι, η κοινωνία μένει ουσιαστικά χωρίς μηχανισμούς άμυνας απέναντι στα αντικοινωνικά μηνύματα που κατακλύζουν τους νέους.
Τα μηνύματα αυτά περνούν από πολλούς δρόμους. Άλλοτε εμφανίζονται με το προσωπείο της επαναστατικότητας, άλλοτε με την έλξη της παρανομίας ή με τη γοητεία της επίδειξης δύναμης απέναντι στους αδύναμους.
Η εφηβεία είναι μια ηλικία που αναζητά ένταση, πρόκληση και ταυτότητα. Ο νέος θέλει να ξεχωρίσει, να νιώσει ότι ανήκει σε κάτι ιδιαίτερο και να διαφοροποιηθεί από τον κόσμο των ενηλίκων. Σε άλλες εποχές αυτή η ανάγκη μπορούσε να διοχετευθεί σε μεγάλα ιδανικά – στην κοινωνική δικαιοσύνη, στην ελευθερία, στην αλληλεγγύη.
Σήμερα, όμως, πολλά από αυτά τα ιδανικά έχουν αποδυναμωθεί ή απαξιωθεί.
Το κενό αυτό έρχονται να καλύψουν πρότυπα βίας και επιθετικότητας: η κουλτούρα των ναρκωτικών, της υπερβολής, της επιδεικτικής ισχύος και της υποκουλτούρας που προβάλλεται ως τρόπος ζωής. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η τραπ μουσική, η οποία σε μεγάλο μέρος της εξυμνεί τη βία, τον πλουτισμό χωρίς κόπο και την περιφρόνηση προς κάθε κοινωνικό κανόνα.
Τα συνοδευτικά βιντεοκλίπ παρουσιάζουν συχνά μια εικόνα επιθετικής ανδροπρέπειας: κουκούλες, μαύρα ρούχα, εικόνες έξω από φυλακές ή γήπεδα, ύφος σκληρό και απειλητικό. Για πολλούς νεαρούς ακροατές αυτά μετατρέπονται σε πρότυπα συμπεριφοράς.
Όμως η ευθύνη δεν ανήκει μόνο στη μουσική ή στη μαζική κουλτούρα.
Η πολιτεία απέτυχε να πλησιάσει πολλά από αυτά τα παιδιά και τις οικογένειές τους. Δεν τους πρόσφερε ουσιαστικές διεξόδους, ούτε πρότυπα ζωής που να εμπνέουν πίστη σε θετικές αξίες.
Ταυτόχρονα, ένα μεγάλο μέρος των κοινωνικών και πολιτικών ελίτ έχει συμβάλει, με τον τρόπο ζωής και τη στάση του, στην απαξίωση θεμελιωδών αξιών: της τιμιότητας, της εργατικότητας, της συνέπειας, της αλληλεγγύης και του σεβασμού προς τον συνάνθρωπο.
Συχνά λέγεται ότι «όλα ξεκινούν από την οικογένεια». Όμως η οικογένεια δεν λειτουργεί μέσα σε κοινωνικό κενό. Πολλές οικογένειες δεν στηρίζονται οικονομικά ή κοινωνικά από την πολιτεία, ενώ ταυτόχρονα εκτίθενται καθημερινά σε ένα μοντέλο ζωής που προβάλλεται από τα τηλεοπτικά μέσα.
Τα ριάλιτι, τα πρωινάδικα και η κουλτούρα της showbiz έχουν αναδείξει ως πρότυπα πρόσωπα των οποίων το κύριο χαρακτηριστικό είναι η επιδεικτική επιτυχία και η επιπολαιότητα. Σπάνια προβάλλονται άνθρωποι του μόχθου, συνεπείς εργαζόμενοι ή δημιουργικοί πολίτες που προσφέρουν ουσιαστικά στην κοινωνία.
Το αποτέλεσμα είναι να διαχέεται ένα πνεύμα ατομικισμού, ηδονισμού και στρεβλής κατανόησης της ελευθερίας.
Σε μια τέτοια νοοτροπία, η έννοια του ορίου χάνεται. Τα παιδιά μεγαλώνουν χωρίς σαφή αίσθηση απαγορεύσεων, χωρίς φόβο συνεπειών και χωρίς σεβασμό προς τους κανόνες της κοινωνικής ζωής.
Το σχολείο προσπαθεί συχνά να αντισταθμίσει αυτές τις ελλείψεις. Με το αναλυτικό πρόγραμμα αλλά και με την προσπάθεια των εκπαιδευτικών επιχειρεί να καλλιεργήσει πνεύμα συνεργασίας και αλληλοσεβασμού. Όμως όλο και περισσότερα παιδιά φτάνουν στις σχολικές αίθουσες ήδη φορτισμένα από τα προβλήματα του οικογενειακού και κοινωνικού τους περιβάλλοντος.
Έτσι, το σχολείο καλείται να αντιμετωπίσει καθημερινά συμπεριφορές που αντανακλούν μια βαθύτερη κοινωνική κρίση.
Τα φαινόμενα αυτά δεν περιορίζονται στην Ελλάδα. Πρόκειται για ένα ευρύτερο πρόβλημα των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών. Όμως αυτό δεν δικαιολογεί τη μοιρολατρική αποδοχή τους.
Η αντιμετώπισή τους δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στην οικογένεια ή μόνο στο σχολείο. Απαιτείται συνεργασία όλων των θεσμών: εκπαιδευτικών, κοινωνικών υπηρεσιών, δικαιοσύνης, τοπικής αυτοδιοίκησης και εκκλησίας.
Όταν εντοπίζεται ένα πρόβλημα συμπεριφοράς, οι αρμόδιοι φορείς θα πρέπει να συνεργάζονται άμεσα για να στηρίξουν το παιδί και την οικογένειά του, αλλά και να θέτουν σαφή όρια στην αντικοινωνική συμπεριφορά.
Ταυτόχρονα, είναι απαραίτητο να τεθούν όρια και στον τρόπο με τον οποίο τα μέσα ενημέρωσης παρουσιάζουν τα περιστατικά βίας. Η εμπορευματοποίηση του ανθρώπινου πόνου και η υπερπροβολή εγκληματικών πράξεων στο όνομα της «ενημέρωσης» δεν είναι έκφραση ελευθερίας του Τύπου, αλλά κατάχρηση εξουσίας.
Μια δημοκρατική κοινωνία οφείλει να προστατεύει την οικογένεια και τη νέα γενιά από τέτοιου είδους επιρροές.
Δυστυχώς, πολλοί θεσμοί αποδεικνύονται απρόθυμοι να αναλάβουν το κόστος μιας πραγματικής σύγκρουσης με τα προβλήματα. Οι κυβερνήσεις φοβούνται το πολιτικό κόστος, οι κοινωνικοί φορείς παραλύουν από την κομματοκρατία, ενώ η πνευματική ελίτ συχνά σιωπά.
Έτσι, η κοινωνία αφήνεται να αντιμετωπίσει μόνη της μια κρίση που απειλεί τις ίδιες τις βάσεις της.
Ίσως, λοιπόν, η ελπίδα να βρίσκεται αλλού: σε πρωτοβουλίες πολιτών που θα ξεκινήσουν από τη βάση της κοινωνίας. Σε μικρές κοινότητες ανθρώπων που θα αποφασίσουν να συνεργαστούν για να βελτιώσουν τη ζωή στη γειτονιά τους, στην πόλη τους, στον τόπο τους.
Τέτοιες πρωτοβουλίες δεν είναι εύκολες. Απαιτούν υπέρβαση εγωισμών, διάθεση συνεργασίας και έναν βαθμό κοινωνικού ηρωισμού.
Αν όμως δεν υπάρξει αυτή η κινητοποίηση, τότε η κοινωνία θα συνεχίσει να παρακολουθεί παθητικά την εξάπλωση της βίας, μέχρι τη στιγμή που θα συνειδητοποιήσει ότι το πρόβλημα δεν αφορά πια «κάποιους άλλους», αλλά όλους μας.

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο: info@iepomenimera.gr