



Θα γράψω ως ιστορικός, αν και δεν είμαι, που δεν βολεύτηκε ποτέ με τα μνημόσυνα χωρίς μνήμη. Ως άνθρωπος που κοιτά τα αρχεία και ακούει τα κόκκαλα. Γιατί ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης δεν είναι άγαλμα. Είναι μέτρο. Είναι έλεγχος. Είναι κατηγορία.
Ο Κολοκοτρώνης δεν είχε το προνόμιο της επιλογής. Γεννήθηκε σκλάβος και έζησε ως καταδικασμένος — όχι από νόμο, αλλά από αυτοκρατορία. Δεν του προσφέρθηκε «ευημερία» για να την απορρίψει· του επιβλήθηκε η οθωμανική σκλαβιά και απάντησε με εξέγερση. Δεν μίλησε για καριέρες, γιατί οι σκλάβοι δεν έχουν μέλλον, μόνο αλυσίδες. Δεν ζήτησε χειροκρότημα, γιατί ο αγώνας για ελευθερία δεν είναι παράσταση — είναι αίμα, πείνα και απόφαση θανάτου.
Κι εμείς σήμερα; Ελεύθεροι εκ γενετής, αλλά φοβισμένοι κατ’ επιλογή. Με κράτος, σύνορα και γλώσσα, αλλά χωρίς φρόνημα. Με ιστορία βαριά, αλλά συνείδηση ελαφριά. Αντί για ξεσηκωμό, διαχείριση. Αντί για ευθύνη, άνεση.Αντί για Πατρίδα, ουδετερότητα.
Εκείνος σήκωσε όπλα απέναντι σε αυτοκρατορία. Εμείς δεν σηκώνουμε ούτε φωνή απέναντι στην προσβολή. Εκείνος ήξερε ότι χωρίς θυσία δεν υπάρχει ελευθερία. Εμείς θέλουμε ελευθερία χωρίς κόστος — και θα καταλήξουμε χωρίς ελευθερία.
Όταν ο Κολοκοτρώνης μιλούσε για Πατρίδα, εννοούσε ανθρώπους έτοιμους να σταθούν όρθιοι μέσα στη σκλαβιά. Σήμερα, η Πατρίδα ζητά ανθρώπους να σταθούν όρθιοι μέσα στην ελευθερία — και αυτό αποδεικνύεται δυσκολότερο.
Σήμερα, δύο αιώνες μετά, το ερώτημα δεν είναι τι θα έλεγε ο Κολοκοτρώνης για εμάς. Το ερώτημα είναι αν θα τολμούσαμε να τον ακούσουμε. Γιατί η εποχή μας πάσχει από αντιηρωισμό: ειρωνεύεται τη θυσία, φοβάται τη λέξη «χρέος», συγχέει την ειρήνη με την αδράνεια και βαφτίζει τη μετριότητα «ρεαλισμό». Η αδιαφορία έγινε τρόπος ζωής. Η ουδετερότητα έγινε αρετή. Και ο πατριωτισμός—όταν δεν συκοφαντείται—απονευρώνεται.
Σ’ αυτή την έρημο φωνής αντηχεί σαν καμπάνα η προειδοποίηση του Οσίου Παΐσίου του Αγιορείτη: «Αν δεν αντιδράσουμε, θα σηκωθούν οι πρόγονοί μας από τους τάφους…» Δεν είναι απειλή. Είναι διάγνωση. Όταν ένας λαός παραιτείται από τη μνήμη του, παραιτείται και από το μέλλον του.
Η Ελλάδα σήμερα δεν πολεμιέται μόνο απ’ έξω. Πολεμιέται από τη συρρίκνωση του φρονήματος. Από τη σιωπή μπροστά στην προσβολή. Από την ευκολία να ξεχνάμε ποιοι είμαστε για να μη χρειαστεί να αποφασίσουμε τι πρέπει να κάνουμε. Η Ορθοδοξία αντιμετωπίζεται ως γραφικότητα, οι Άγιοι ως παρελθόν, οι Ήρωες ως «υπερβολή». Κι όμως, αυτοί κράτησαν τον τόπο όταν δεν υπήρχε τίποτε άλλο να τον κρατήσει.
Και ενώ ο κόσμος αλλάζει με ταχύτητα—συμμαχίες μετατοπίζονται, σύνορα αμφισβητούνται, ιστορίες ξαναγράφονται—εμείς πείθουμε τον εαυτό μας ότι «δεν τρέχει τίποτα». Την ίδια στιγμή, οι τουρκικές απαιτήσεις επανέρχονται πιο ωμές, πιο συστηματικές, πιο επίμονες. Όχι επειδή ο άλλος είναι πάντα ισχυρός, αλλά επειδή μυρίζεται κενό βούλησης. Κανένα έθνος δεν χάνει πρώτα εδάφη· χάνει πρώτα ψυχή.
Ας μην κάνουμε τον Κολοκοτρώνη φωτογραφία επετείου. Ας τον κάνουμε καθρέφτη. Να μας ρωτά: Εσείς τι φυλάτε; Την άνεσή σας ή την ελευθερία σας; Τη σιωπή σας ή τη φωνή σας; Την καθημερινή μικρότητα ή το μεγάλο «ναι» στην ευθύνη;
Γιατί αν συνεχίσουμε να ζούμε χωρίς μνήμη, θα ζήσουμε και χωρίς άμυνα. Κι αν συνεχίσουμε να μιλάμε για ειρήνη χωρίς θάρρος, θα μας επιβληθεί η σύγκρουση χωρίς επιλογή. Τότε, δεν θα σηκωθούν οι πρόγονοι από τους τάφους—θα γυρίσουν το βλέμμα αλλού. Και αυτό θα είναι η πιο βαριά κρίση.
Αιωνία η μνήμη, λοιπόν. Όχι ως λέξη. Ως στάση. Ως απόφαση. Ως ξύπνημα—πριν η Ιστορία μας καλέσει ξανά, αυτή τη φορά χωρίς χρόνο.
Δεν υπάρχουν σχόλιαΒλέποντας αυτή τη φωτογραφία, αξίζει να σταθούμε λίγο και να αντισταθούμε στον εύκολο μηδενισμό.
Μας λένε συχνά ότι «η νεολαία είναι χαλασμένη», ότι «τίποτα καλό δεν βγαίνει πια». Κι όμως. Αυτά τα παιδιά, που χωρίς δεύτερη σκέψη έτρεξαν να σώσουν έναν ηλικιωμένο άνθρωπο από τη φωτιά, είναι η ζωντανή διάψευση αυτού του στερεότυπου. Υπάρχουν καλά παιδιά. Υπάρχουν υγιή στοιχεία. Υπάρχει ήθος, αλληλεγγύη, ανθρωπιά.
Σε μια κοινωνία που πράγματι φθίνει, κουράζεται και συχνά εκφυλίζεται, αυτά τα παιδιά είναι το καλό λείμμα. Εκείνο το κομμάτι που μένει όρθιο, που δεν παρασύρεται, που δείχνει ότι ο άνθρωπος δεν έχει χαθεί. Και όσο υπάρχει αυτό το λείμμα, υπάρχει και ελπίδα.
Γι’ αυτό πρέπει να προβάλλουμε τα καλά νέα. Να φωτίζουμε τα καλά παραδείγματα. Όχι από αφέλεια, αλλά από ευθύνη. Γιατί η κοινωνία δεν σώζεται μόνο με καταγγελίες· σώζεται και με πρότυπα.
Τίποτα δεν έχει χαθεί. Όσο υπάρχουν τέτοια παιδιά, υπάρχει μέλλον.

Το 2025 δεν θα μείνει στην ιστορία της Χώρας μας ως χρονιά προόδου. Περισσότερο θα καταγραφεί ως μια περίοδος πολιτικής αδράνειας, θεσμικής κόπωσης και κανονικοποίησης της αδικίας. Μια χρονιά όπου η εξουσία, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς, έδειξε ότι μπορεί να αντέξει την κοινωνική δυσαρέσκεια, αρκεί να τη διαχειρίζεται επικοινωνιακά.
Στην Ελλάδα, το αφήγημα της «σταθερότητας» κυριάρχησε. Όμως πίσω από τους δείκτες και τις εκθέσεις, συσσωρεύτηκε μια βαθιά αίσθηση αδικίας: ότι τα λάθη των ισχυρών δεν πληρώνονται, ότι οι θεσμοί λειτουργούν επιλεκτικά και ότι η πολιτική έχει απομακρυνθεί από την κοινωνία.
Κι όμως, μέσα σε αυτή τη γενικευμένη απογοήτευση, υπήρξε ένα γεγονός που διέψευσε την ιδέα πως «τίποτα δεν κινείται».
Τέμπη: το σημείο που η κοινωνία είπε «ως εδώ»
Η υπόθεση του εγκλήματος των Τεμπών, δύο χρόνια μετά την τραγωδία, μετατράπηκε το 2025 από μια ανοιχτή πληγή σε πολιτικό και ηθικό ορόσημο. Οι μαζικές κινητοποιήσεις, η επιμονή των οικογενειών των θυμάτων και η δημόσια παρουσία της Μαρία Καρυστιανού ανέδειξαν κάτι που το πολιτικό σύστημα είχε υποτιμήσει: ότι η κοινωνία δεν έχει αποδεχθεί τη λήθη ως λύση.
Το αίτημα δεν είναι κομματικό. Δεν είναι ιδεολογικό. Είναι στοιχειώδες: δικαιοσύνη, αλήθεια, λογοδοσία, κάθαρση. Και ακριβώς γι’ αυτό ενόχλησε. Διότι αποκάλυψε το κενό ανάμεσα στην κοινωνική ηθική και την πολιτική πρακτική.
Το 2025 φάνηκε καθαρά πως το πρόβλημα δεν ήταν μόνο ένα δυστύχημα· ήταν ένα μοντέλο διακυβέρνησης που αντιμετωπίζει τις τραγωδίες ως «επικοινωνιακές κρίσεις» και όχι ως δοκιμασίες δημοκρατίας.
Την ίδια στιγμή, το ζήτημα των παρακολουθήσεων, της θεσμικής διαφάνειας και της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης παρέμεινε μετέωρο. Το 2025 δεν έφερε την κάθαρση που πολλοί περίμεναν. Έφερε, αντίθετα, κόπωση.
Και η κόπωση είναι επικίνδυνη. Γιατί όταν ο πολίτης συνηθίζει την ιδέα ότι «τίποτα δεν αλλάζει», τότε η δημοκρατία χάνει το πιο κρίσιμο καύσιμό της: τη συμμετοχή.
Η αδικία δεν εκδηλώνεται μόνο με σκάνδαλα. Εκδηλώνεται και με την απουσία συνεπειών.
Οικονομία: αριθμοί που δεν πείθουν
Ναι, το 2025 καταγράφηκαν θετικοί οικονομικοί δείκτες. Ανάπτυξη, επενδύσεις, «καλές επιδόσεις». Όμως η καθημερινή εμπειρία μεγάλου μέρους της κοινωνίας έλεγε κάτι άλλο: ακρίβεια, στεγαστική ασφυξία, επισφαλής εργασία, ανισότητες. Άλλα μεγέθη στις τσέπες των ολιγαρχών και των φίλων της κυβέρνησης, άλλα στις λαϊκές τσέπες.
Το χάσμα ανάμεσα στην επίσημη αφήγηση και την κοινωνική πραγματικότητα μεγάλωσε. Και όταν μεγαλώνει αυτό το χάσμα, η πολιτική χάνει τη νομιμοποίησή της, ακόμα κι αν κερδίζει εκλογές.
Τι προμηνύει το 2026;
Το 2026 δεν ξεκινά με αισιοδοξία. Ξεκινά με ανοιχτούς λογαριασμούς.
Το μεγάλο δίλημμα της επόμενης χρονιάς, μάλλον των επόμενων εκλογών, δεν είναι ποιος θα κυβερνήσει, αλλά πώς. Με όρους ευθύνης ή με όρους διαχείρισης; Με σεβασμό στον πολίτη ή με φόβο απέναντί του;
Η κοινωνία, το 2025, έδειξε ότι δεν έχει νεκρωθεί. Η κοινωνική συσπείρωση εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων γύρω από τον αγώνα της Μαρίας Καρυστιανού και του Συλλόγου Θυμάτων για το έγκλημα των Τεμπών είναι το σπουδαιότερο πολιτικό γεγονός μετά τη μεταπολίτευση. Ένα γεγονός παρήγορο, βαθιά ανθρώπινο. Σημάδι ότι δεν νεκρωθήκαμε.
Υπάρχουν ακόμη πράγματα που αγγίζουν το θυμικό του Έλληνα και τον εξεγείρουν. Υπάρχουν ακόμη πρότυπα, όπως αυτό της «Μάνας» Καρυστιανού, που συσπειρώνουν, εμπνέουν και οδηγούν. Με μία προϋπόθεση: να παραμείνουν θυσιαστικά και να μην υποκύψουν στον πειρασμό της εξουσίας.
Χρειαζόμαστε έναν θυσιαστικό ηγέτη. Κάποιον που να μας εμπνεύσει και να μας έλξει σαν μαγνήτης. Ίσως οι καιροί να τον γεννήσουν. Με πολλούς πόνους.
Η κοινωνία έδειξε ότι αναγνωρίζει ακόμη τα πρότυπα που γεννιούνται από πόνο και θυσία – και όχι από φιλοδοξία. Το ερώτημα για το 2026 είναι αν η πολιτική θα τολμήσει να σταθεί στο ύψος αυτής της κοινωνίας.
Αν όχι, τότε η κρίση δεν θα είναι απλώς πολιτική. Θα είναι βαθιά δημοκρατική.

Καθώς πλησιάζει το 2026, μια νέα χρονιά ανοίγεται μπροστά μας. Μαζί της όμως κουβαλά και παλιά, βαριά ερωτήματα: Θα συνεχίσουμε να αδιαφορούμε για όσα συμβαίνουν γύρω μας ή θα πάρουμε επιτέλους θέση;
Ο Όσιος Παΐσιος προειδοποιούσε με λόγο απλό αλλά βαθιά αληθινό: «Να μη θέλουμε να βγάλει ο άλλος το φίδι από την τρύπα, για να έχουμε εμείς την ησυχία μας. Αυτό είναι έλλειψη αγάπης» . Η αδιαφορία δεν είναι ουδετερότητα. Είναι στάση. Και συχνά, μια στάση που βολεύει, προστατεύει την προσωπική μας άνεση και αφήνει τα δύσκολα “στους άλλους”.
Ζούμε σε μια εποχή ραγδαίων αλλαγών. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός προχωρά, όχι πάντα με διαφάνεια ούτε με σεβασμό στην ελευθερία του προσώπου. Σταδιακά, δικαιώματα περιορίζονται, επιλογές στενεύουν, και όμως η μεγάλη μάζα παραμένει σιωπηλή. «Εγώ θα φτιάξω την κατάσταση;» λένε πολλοί. Κι έτσι, η σιωπή γίνεται συνενοχή.
Ο Άγιος Παΐσιος τόνιζε ότι υπάρχουν στιγμές που η σιωπή είναι λάθος και γεννά ευθύνη. Όταν απειλούνται η πίστη, η ελευθερία, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τότε η παρρησία δεν είναι ακρότητα – είναι χρέος. Όχι με φανατισμό ή μίσος, αλλά με αλήθεια, διάκριση και αγάπη.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αδιαφορία απέναντι σε ειρηνικές πρωτοβουλίες, όπως η καμπάνια συλλογής υπογραφών της Κίνησης «ΕΞΟΔΟΣ», δεν είναι κάτι αμελητέο. Κανείς δεν κατηγορεί όσους φοβούνται ή διστάζουν. Όμως η καλοπροαίρετη κριτική είναι αναγκαία: αν δεν στηρίξουμε έμπρακτα ό,τι μπορεί να διαφυλάξει ελευθερίες και δημοκρατικές δυνατότητες, τότε ποιον περιμένουμε να το κάνει για εμάς;
Ο Όσιος Παΐσιος έλεγε ότι ο καθένας πρέπει να κάνει ό,τι μπορεί ανθρώπινα και τα υπόλοιπα να τα αφήνει στον Θεό, για να έχει ήσυχη τη συνείδησή του. Αυτό ίσως είναι το μεγάλο ερώτημα στο κατώφλι του 2026: θα έχουμε ήσυχη τη συνείδησή μας ή απλώς μια ήσυχη ζωή;
Εύχομαι το νέο έτος 2026 να μας βρει πιο ξύπνιους, πιο υπεύθυνους, πιο ενωμένους. Με λιγότερη αδιαφορία και περισσότερη αγάπη που γίνεται πράξη. Καλή και ευλογημένη χρονιά σε όλους.

Καλημέρα και χρόνια πολλά σε όλες και όλους.
Τα Χριστούγεννα δεν είναι απλώς μια εορτή συναισθημάτων ή συμβολισμών, αλλά θεολογικό γεγονός πρώτου μεγέθους: ο Ἄσαρκος Λόγος του Θεού προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση, χωρίς σύγχυση και χωρίς διαίρεση, για τη σωτηρία του ανθρώπου και την ανακαίνιση ολόκληρης της κτίσης. Ο Θεός εισέρχεται ελεύθερα στην ιστορία, όχι για να καταργήσει τον άνθρωπο, αλλά για να τον θεραπεύσει, να τον ελευθερώσει και να του αποκαταστήσει το πρόσωπο και την ελευθερία του. Μέσα στο σκοτάδι του κόσμου γεννιέται το φως της αλήθειας που δεν εξουσιάζει, αλλά σώζει.
Σε αυτό το πνεύμα απευθύνω θερμές ευχές σε όλους τους φίλους που με ακολουθούν, και ιδιαίτερα σε όσους συμπορεύονται με το «Κίνημα κατά του Ψηφιακού Ολοκληρωτισμού» eksodos.gr. Ο αγώνας για ψηφιακή ακεραιότητα, ανθρώπινη ελευθερία και σεβασμό του προσώπου είναι βαθιά συνδεδεμένος με την ίδια την αξία του ανθρώπου, όπως αυτή αποκαλύπτεται στη Γέννηση του Χριστού.
Ο αγώνας για ψηφιακή ακεραιότητα, ιδιωτικότητα και πραγματικά δικαιώματα δεν είναι ουτοπία· είναι αναγκαίος και εφικτός. Η ελπίδα δεν είναι αφελής. Τροφοδοτείται από πράξεις και παραδείγματα: στην Ελβετία οι πολίτες έχουν υπερασπιστεί έμπρακτα τα δικαιώματά τους μέσω δημοκρατικών διαδικασιών, ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο κοινωνικές και νομικές αντιστάσεις απέδειξαν ότι η ψηφιακή παντοδυναμία δεν είναι ανίκητη.
Αυτά τα παραδείγματα αποδεικνύουν ότι όταν οι κοινωνίες ενημερώνονται, οργανώνονται και επιμένουν, μπορούν να πετύχουν.
Ας βαδίσουμε στο νέο έτος με πίστη, συνείδηση και συλλογικό αγώνα. Όπως ο Λόγος έγινε σάρκα για να ελευθερώσει τον άνθρωπο, έτσι και εμείς μπορούμε να αγωνιστούμε για έναν ψηφιακό κόσμο με ελευθερία, αλήθεια και αξιοπρέπεια.
Καλά Χριστούγεννα και ένα φωτεινό, αγωνιστικό και γι’ αυτό ελπιδοφόρο Νέο Έτος.
Ποια Ελλάδα θέλουμε;
Θέλουμε έναν πολίτη που ελέγχει την τεχνολογία ή μια τεχνολογία που ελέγχει τον πολίτη;
Γεώργιος Αποστολάκης, Αντιπρόεδρος ΑΠ ε.τ.

Η ψηφιακή ταυτότητα και ο προσωπικός αριθμός έχει μπει για τα καλά στη ζωή μας. Δεν είναι λίγοι αυτοί που προβληματίζονται και είναι αντίθετοι κυρίως στην υποχρεωτικότητα που συνοδεύει αυτά τα ψηφιακά εργαλεία. Συζητούμε σήμερα όχι απλώς μια τεχνική ρύθμιση. Συζητούμε μια βαθιά συνταγματική αρχή: εάν ο πολίτης έχει το δικαίωμα να υπάρχει χωρίς να είναι υποχρεωμένος να είναι ψηφιακός.
Στον 21ο αιώνα, η ανθρώπινη υπόσταση έχει πλέον δύο διαστάσεις: την φυσική και τη ψηφιακή. Και αυτή η ψηφιακή διάσταση χρειάζεται προστασία, όρια και εγγυήσεις. Αυτό ονομάζουμε ψηφιακή ακεραιότητα.

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο: info@iepomenimera.gr