



Σκεπάζοντας τον αδελφό, ελέγχοντας τον άρχοντα
Μια αναγκαία ορθόδοξη διάκριση
Μετά το πρόσφατο άρθρο μου με τίτλο «Αδελφέ, φρόντισε τη σωτηρία σου», αρκετοί φίλοι μού έθεσαν ένα εύλογο ερώτημα: Αν ο χριστιανός οφείλει να σκεπάζει την αμαρτία του αδελφού του και να αποφεύγει τη διαπόμπευση του πεσμένου ανθρώπου, τι συμβαίνει όταν συναντά την αδικία στην πολιτική, στη διοίκηση, στη δικαιοσύνη ή γενικότερα στην άσκηση της εξουσίας; Οφείλει και τότε να σιωπά;
Η απάντηση της ορθόδοξης παράδοσης είναι σαφής: Όχι.
Εδώ χρειάζεται μία διάκριση, η οποία συχνά χάνεται ακόμη και μεταξύ καλοπροαίρετων ανθρώπων. Άλλο είναι η προσωπική αμαρτία ενός ανθρώπου και άλλο η δημόσια άσκηση εξουσίας.
Στο προηγούμενο άρθρο αναφέρθηκα στην πρώτη περίπτωση. Στην πτώση ενός ανθρώπου, κληρικού ή λαϊκού. Εκεί η Εκκλησία δεν μας διδάσκει να γινόμαστε εισαγγελείς των αδελφών μας ούτε να μετατρέπουμε την αμαρτία τους σε δημόσιο θέαμα. Ο σκοπός είναι η μετάνοια, η θεραπεία και η σωτηρία του ανθρώπου.
Γι’ αυτό και ο αββάς Αμμωνάς στο Γεροντικό κάθισε πάνω στο πιθάρι όπου κρυβόταν η γυναίκα του αμαρτήσαντος μοναχού. Δεν αρνήθηκε την αμαρτία. Αρνήθηκε όμως να συμμετάσχει στη δημόσια διαπόμπευση του αδελφού του.
Όταν όμως περνάμε από την προσωπική ζωή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας, τα πράγματα αλλάζουν.
Η Αγία Γραφή είναι γεμάτη παραδείγματα ανθρώπων του Θεού που ύψωσαν τη φωνή τους απέναντι στην αδικία. Ο προφήτης Νάθαν έλεγξε τον βασιλιά Δαβίδ. Ο Ηλίας στάθηκε απέναντι στον Αχαάβ. Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος ήλεγξε τον Ηρώδη. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ήλεγξε την αυτοκρατορική εξουσία. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής συγκρούστηκε με αυτοκράτορες. Ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός αντιστάθηκε σε αυτοκρατορικές επιλογές που θεωρούσε επιζήμιες για την αλήθεια της πίστεως.
Η Ορθοδοξία ουδέποτε δίδαξε τη σιωπή απέναντι στην αδικία. Αντίθετα, πολλές φορές η σιωπή μετατρέπεται σε συνενοχή.
Ο χριστιανός πολίτης έχει όχι μόνο δικαίωμα αλλά και καθήκον να ελέγχει τη διαφθορά, την αυθαιρεσία, την κατάχρηση εξουσίας, την παραβίαση του νόμου και κάθε μορφή αδικίας που βλάπτει το κοινωνικό σύνολο.
Υπάρχει όμως και εδώ ένα όριο. Ο έλεγχος δεν πρέπει να γεννιέται από μίσος. Δεν πρέπει να γίνεται από εμπάθεια. Δεν πρέπει να μετατρέπεται σε εκδίκηση.
Διότι η ορθόδοξη παράδοση διακρίνει αυστηρά την κρίση από την κατάκριση. Η κρίση αφορά τις πράξεις. Η κατάκριση αφορά το πρόσωπο. Η κρίση εξετάζει αν μια πράξη είναι δίκαιη ή άδικη. Η κατάκριση αποφασίζει ότι ο άλλος είναι οριστικά ανάξιος, κακός ή χαμένος.
Η πρώτη αποτελεί συχνά καθήκον. Η δεύτερη αποτελεί πνευματικό κίνδυνο.
Γι’ αυτό ο χριστιανός καλείται να πολεμά την αδικία χωρίς να μισεί τον άδικο. Να αποκαλύπτει το ψεύδος χωρίς να χάνει την αγάπη προς τον άνθρωπο. Να ζητά λογοδοσία χωρίς να ζητά εκδίκηση. Να υπερασπίζεται την αλήθεια χωρίς να δηλητηριάζεται από το πάθος.
Η στάση αυτή δεν είναι εύκολη. Είναι πολύ ευκολότερο είτε να σωπαίνεις είτε να μισείς.
Η Εκκλησία όμως ζητά κάτι δυσκολότερο: Να μην σωπαίνεις μπροστά στο κακό. Αλλά και να μη χάσεις την ψυχή σου πολεμώντας το.
Αυτό είναι το μέτρο των αγίων. Και ίσως αυτό να συνοψίζεται σε μία μόνο φράση: Να σκεπάζουμε τον αμαρτωλό, αλλά να ελέγχουμε την αδικία.
Ή ακόμη καλύτερα: Να ελέγχουμε αμείλικτα την αδικία, χωρίς ποτέ να πάψουμε να βλέπουμε τον άνθρωπο.
Δεν υπάρχουν σχόλια
«Αδελφέ, φρόντισε τη σωτηρία σου»
Η διαπόμπευση της αμαρτίας και το χαμένο ήθος της Ορθοδοξίας
Οι τελευταίες ημέρες γέμισαν από δημοσιεύματα, φωτογραφίες, τίτλους και σχόλια γύρω από την υπόθεση ανωτάτου κληρικού που συνελήφθη για άσεμνη δημόσια συμπεριφορά. Τα μέσα ενημέρωσης έσπευσαν να αναδείξουν το γεγονός. Τα κοινωνικά δίκτυα γέμισαν ειρωνείες, χλευασμούς και καταδίκες. Άλλοι αγανάκτησαν. Άλλοι σκανδαλίστηκαν. Άλλοι χάρηκαν που βρήκαν ακόμη μία αφορμή να χτυπήσουν την Εκκλησία.
Το ερώτημα όμως για έναν ορθόδοξο χριστιανό δεν είναι αν η πράξη ήταν αμαρτία. Είναι προφανές ότι ήταν.
Το ερώτημα είναι άλλο: Πώς στέκεται ο χριστιανός απέναντι στην πτώση του αδελφού του;
Διότι η Εκκλησία δεν μας έμαθε μόνο να διακρίνουμε το καλό από το κακό. Μας έμαθε και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τον άνθρωπο που έπεσε.
Στη σύγχρονη κοινωνία κυριαρχεί η λογική της δημόσιας έκθεσης. Ο αμαρτήσας πρέπει να φωτογραφηθεί, να κατονομαστεί, να εξευτελιστεί, να γίνει θέαμα. Το πλήθος ζητά πάντοτε έναν ένοχο για να τον λιθοβολήσει. Όχι πλέον με πέτρες αλλά με πρωτοσέλιδα, αναρτήσεις και σχόλια.
Αυτό όμως δεν είναι το ήθος του Ευαγγελίου.
Το ήθος του Ευαγγελίου είναι το ήθος του Χριστού, ο οποίος γνώριζε την αμαρτία όλων αλλά δεν διαπόμπευσε κανέναν.
Γνώριζε τη ζωή της Σαμαρείτιδος, αλλά δεν την εξέθεσε.
Γνώριζε την αμαρτία της μοιχαλίδος, αλλά δεν την παρέδωσε στο πλήθος.
Γνώριζε την προδοσία του Ιούδα, αλλά μέχρι την τελευταία στιγμή του απηύθυνε λόγο αγάπης.
Η αμαρτία καταδικάζεται. Ο αμαρτωλός όμως δεν εξοντώνεται.
Αυτή ακριβώς την πνευματική στάση συναντούμε στο Γεροντικό.
Ένας αδελφός είχε πέσει σε βαριά αμαρτία και συζούσε με γυναίκα μέσα στο κελί του. Όταν οι άλλοι πατέρες και οι χωρικοί αποφάσισαν να τον ξεσκεπάσουν και να τον εκδιώξουν, κάλεσαν μαζί τους και τον επίσκοπο της περιοχής, τον αββά Αμμωνά.
Ο αββάς αντιλήφθηκε αμέσως ότι η γυναίκα ήταν κρυμμένη μέσα σε ένα πιθάρι.
Θα μπορούσε να τη φανερώσει. Θα μπορούσε να τον ξεμπροστιάσει. Θα μπορούσε να αποδείξει μπροστά σε όλους πόσο δίκιο είχαν οι κατήγοροί του.
Αντί γι' αυτό, κάθισε πάνω στο πιθάρι. Έκρυψε την αμαρτία. Σκέπασε τον αδελφό. Προστάτευσε τον άνθρωπο.
Και όταν έφυγαν όλοι, δεν τον κολάκευσε ούτε δικαιολόγησε την πτώση του.
Του είπε μόνο: «Αδελφέ, φρόντισε τη σωτηρία σου.»
Δύο πράγματα συνυπάρχουν εδώ με θαυμαστή ισορροπία.
Ούτε συγκάλυψη της αμαρτίας. Ούτε διαπόμπευση του αμαρτωλού.
Αυτή είναι η λεπτή γραμμή που δυσκολευόμαστε σήμερα να καταλάβουμε.
Άλλοι θεωρούν ότι η αγάπη σημαίνει να παρουσιάζεις το κακό ως καλό. Άλλοι θεωρούν ότι η αλήθεια απαιτεί δημόσιο εξευτελισμό του ανθρώπου.
Η Εκκλησία δεν δέχεται ούτε το ένα ούτε το άλλο. Η αμαρτία πρέπει να θεραπευθεί. Ο άνθρωπος όμως πρέπει να σωθεί.
Ο σκοπός δεν είναι να αποδείξουμε ότι είμαστε καλύτεροι από τον πεσμένο αδελφό μας. Ο σκοπός είναι να τον βοηθήσουμε να σηκωθεί.
Και υπάρχει ακόμη κάτι βαθύτερο.
Οι Πατέρες γνώριζαν ότι πίσω από κάθε αμαρτία κρύβεται η κοινή ανθρώπινη τραγωδία.
Ο άνθρωπος που σήμερα γίνεται πρωτοσέλιδο ίσως χθες ήταν αξιοσέβαστος. Και εκείνος που σήμερα καταδικάζει ίσως αύριο βρεθεί στη θέση του καταδικαζομένου.
Γι' αυτό οι άγιοι φοβούνταν περισσότερο την κατάκριση παρά την αμαρτία του άλλου. Διότι η αμαρτία πληγώνει έναν άνθρωπο. Η κατάκριση πληγώνει δύο. Τον κρινόμενο και τον κρίνοντα.
Ασφαλώς, όταν πρόκειται για κληρικό, μάλιστα υψηλόβαθμο, η ευθύνη είναι μεγαλύτερη. Η Εκκλησία έχει τους ιερούς κανόνες, τις εκκλησιαστικές διαδικασίες, τα επιτίμια και τα αρμόδια όργανα για να εξετάσουν κάθε υπόθεση. Κανείς δεν ζητεί ατιμωρησία. Κανείς δεν ζητεί να βαφτίσουμε το σκοτάδι φως.
Άλλο όμως η εκκλησιαστική κρίση. Και άλλο η δημόσια ανθρωποφαγία.
Άλλο η μετάνοια. Και άλλο το θέαμα.
Άλλο η δικαιοσύνη. Και άλλο η διαπόμπευση.
Ίσως τελικά η μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα στον κόσμο και στην Εκκλησία να βρίσκεται ακριβώς εδώ. Ο κόσμος βλέπει έναν άνθρωπο να πέφτει και σπεύδει να τον πατήσει. Η Εκκλησία βλέπει έναν άνθρωπο να πέφτει και σπεύδει να τον σηκώσει.
Γι' αυτό ο αββάς Αμμωνάς δεν άφησε να φανερωθεί η γυναίκα που ήταν κρυμμένη στο πιθάρι. Δεν το έκανε επειδή δεν έβλεπε την αμαρτία. Το έκανε επειδή έβλεπε κάτι βαθύτερο από την αμαρτία: Έβλεπε έναν άνθρωπο για τον οποίο πέθανε ο Χριστός.
Και γι' αυτό του είπε μόνο: «Αδελφέ, φρόντισε τη σωτηρία σου».

Η Πόλη εάλω, η Ρωμηοσύνη όχι!
Ορθοδοξία, Τουρκοκρατία, 1821 και η αναζήτηση της αληθινής Ελλάδας.
(Ομιλία εκφωνηθείσα την 6η Ιουνίου 2026 στην Μικρασιατική Στέγη Κορίνθου)
Κυρίες και κύριοι,
Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία των λαών όπου η εξωτερική ήττα δεν συμπίπτει πάντοτε με την εσωτερική πτώση.
Υπάρχουν εποχές όπου ένας πολιτισμός χάνει τα τείχη του αλλά διασώζει την ψυχή του.
Και υπάρχουν γεγονότα που δεν μπορούν να ερμηνευθούν μόνο στρατιωτικά, πολιτικά, ή γεωπολιτικά, αλλά απαιτούν βαθύτερη ιστορική, πνευματική και εκκλησιολογική ανάγνωση.
Η Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως το 1453 είναι ένα τέτοιο γεγονός.
Για τον Ελληνισμό υπήρξε τραγωδία. Για τη Ρωμηοσύνη, σταυρός. Για την Ορθοδοξία όμως; Μήπως υπήρξε, παραδόξως, και μια ιστορική διάσωση;
Το ερώτημα είναι βαρύ. Και απαιτεί προσοχή, ακρίβεια και ταπείνωση.
Διότι ουδείς μπορεί να εξωραΐσει τις οδυνηρές συνέπειες της πτώσης: τη σφαγή, τη δουλεία, το παιδομάζωμα, τους εξισλαμισμούς, την ταπείνωση τεσσάρων και κάπου πέντε αιώνων. Στη Θεσσαλία 488 (1393-1881), στη Μακεδονία 520 (1370-1912) και στη Θράκη 540 χρόνια (1352-1920).
Η Άλωση υπήρξε πραγματική εθνική συμφορά. Η Πόλη δεν παρεδόθη. Έπεσε μαχόμενη. Ο τελευταίος αυτοκράτορας, ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος, δεν εγκατέλειψε τη Βασιλεύουσα. Δεν διαπραγματεύθηκε προσωπική σωτηρία. Χάθηκε μαζί με την αυτοκρατορία του. Και μαζί του φαινόταν ότι χανόταν και η χιλιόχρονη Ρωμανία.
Όμως η ιστορία δεν τελειώνει εκεί. Διότι η Ορθοδοξία δεν ήταν απλώς κρατική θρησκεία του Βυζαντίου. Ήταν τρόπος υπάρξεως. Ήταν εκκλησιαστική εμπειρία. Ήταν πολιτισμός.
Και αυτός ο πολιτισμός επέζησε.
I. Το μεγάλο δίλημμα πριν από την Άλωση
Τον 15ο αιώνα η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε ουσιαστικά καταρρεύσει. Η στρατιωτική βοήθεια της Δύσεως φαινόταν αναγκαία. Όμως η Δύση δεν προσέφερε βοήθεια χωρίς αντάλλαγμα. Το τίμημα ήταν η Ένωση των Εκκλησιών.
Και εδώ ακριβώς γεννάται το μεγάλο υπαρξιακό δράμα της ύστερης Ρωμηοσύνης.
Η Σύνοδος Φερράρας–Φλωρεντίας (1438-1439), δεκατέσσερα μόνο χρόνια πριν από την Άλωση δεν ήταν μια απλή θεολογική διαφωνία. Ήταν απόπειρα πολιτικής σωτηρίας μέσω εκκλησιαστικής υποταγής.
Οι περισσότεροι βυζαντινοί αντιπρόσωποι υπέγραψαν το Filioque, το καθαρτήριο πυρ, το παπικό πρωτείο. Όμως ένας επίσκοπος αρνήθηκε. Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός. Και όταν ο Πάπας πληροφορήθηκε ότι εκείνος δεν υπέγραψε, φέρεται να είπε: «Άρα ουδέν εποιήσαμεν». Διότι ο Μάρκος Ευγενικός εξέφραζε τη συνείδηση της Ορθοδοξίας.
Το σχίσμα Ανατολής και Δύσεως δεν ήταν απλώς διοικητικό. Ήταν βαθιά εκκλησιολογικό και σωτηριολογικό. Η Ορθοδοξία δεν απέρριπτε τον παπισμό από εθνική εμπάθεια. Τον απέρριπτε διότι θεωρούσε ότι αλλοιώνει την ίδια τη φύση της Εκκλησίας.
Το Filioque μεταβάλλει την τριαδολογία. Το παπικό πρωτείο μεταβάλλει τη συνοδικότητα σε μοναρχία εξουσίας. Ο σχολαστικισμός μεταβάλλει την εμπειρική θεολογία της Ανατολής σε διανοητικό σύστημα.
Για την Ορθοδοξία, η Εκκλησία δεν είναι νομικός οργανισμός. Είναι θεραπευτήριο ψυχών και εργαστήριο θεώσεως. Και γι’ αυτό η ησυχαστική παράδοση του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά υπήρξε τόσο κρίσιμη. Η Ανατολή δεν υπερασπιζόταν απλώς δόγματα. Υπερασπιζόταν τρόπο υπάρξεως. Υπερασπιζόταν δυνατότητα σωτηρίας.
II. «Καλύτερα το τουρκικό φακιόλι…»
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να κατανοήσουμε τη φράση που αποδίδεται στον Λουκά Νοταρά: ««κρειττότερον ἐστὶν εἰδέναι ἐν μέσῃ τῇ Πόλει φακιόλιον βασιλεῦον Τούρκου, ἢ καλύπτραν λατινικήν! » Την είπε, όταν ο Πάπας Νικόλαος έπεμψε στην Κωνσταντινούπολη τον καρδινάλιο Ισίδωρο προς εκπλήρωση της συμφωνημένης στη Φλωρεντία ένωση.
Η φράση αυτή δεν εξέφραζε αγάπη προς τους Οθωμανούς. Εξέφραζε φόβο πνευματικής αφομοιώσεως. Οι Ρωμιοί δεν είχαν ξεχάσει το 1204. Δεν είχαν ξεχάσει τη λεηλασία της Πόλεως από τους Σταυροφόρους. Δεν είχαν ξεχάσει τις βεβηλώσεις ναών και Αγίας Τραπέζης.
Για μεγάλο μέρος του λαού και του μοναχισμού, μεγαλύτερος κίνδυνος από την πολιτική υποδούλωση ήταν η αλλοίωση της πίστεως.
Και εδώ βρίσκεται το τραγικό παράδοξο της ιστορίας: Η Ρωμηοσύνη προτίμησε να χάσει την αυτοκρατορία παρά να χάσει την εκκλησιαστική της αυτοσυνειδησία.
III. Το παράδοξο «όφελος» της Τουρκοκρατίας
Κυρίες και κύριοι,
Η λέξη «όφελος» είναι επικίνδυνη όταν αναφέρεται σε τετρακόσια, ακόμη και πεντακόσια χρόνια δουλείας. Πρέπει να χρησιμοποιείται με φόβο.
Και όμως… Μέσα από αυτήν την τραγωδία διασώθηκε κάτι βαθύτερο.
Η Ορθοδοξία δεν απορροφήθηκε από τον λατινισμό. Η πατερική εμπειρία δεν διεκόπη. Το Άγιον Όρος συνέχισε να αναπνέει. Η λειτουργική ζωή παρέμεινε ζωντανή.
Όπως τόνιζε ο π. Γεώργιος Μεταλληνός, η Ρωμηοσύνη δεν διασώθηκε επειδή διέθετε κράτος, στρατό ή πολιτική ισχύ. Διασώθηκε επειδή παρέμεινε εκκλησιαστικό σώμα. Η Άλωση κατέλυσε την αυτοκρατορία, αλλά δεν κατέλυσε την ορθόδοξη αυτοσυνειδησία του Γένους. Και ίσως ακριβώς η αποτυχία της εκκλησιαστικής υποταγής στη Δύση να υπήρξε η βαθύτερη αιτία της πνευματικής επιβιώσεως του Ρωμαίικου.
Στο σημείο αυτό θεωρώ χρέος μου να κάνω εκτενέστερη αναφορά στον αείμνηστο καθηγητή και ιστορικό π. Γεώργιο Μεταλληνό και στη διδασκαλία του. Ο Μεταλληνός επιμένει σε τρία βασικά σημεία:
1. Το Γένος σώθηκε επειδή έμεινε Ορθόδοξο
Για τον Μεταλληνό ο Ελληνισμός της Τουρκοκρατίας δεν διασώθηκε κυρίως από πολιτικές δομές, ούτε από στρατιωτική ισχύ, ούτε από “εθνικισμό” με νεωτερική έννοια. Διασώθηκε επειδή παρέμεινε εκκλησιαστική κοινότητα.
Γι’ αυτό τόνιζε συνεχώς ότι: «Όποιος έχανε την Ορθοδοξία, έχανε και τον Ελληνισμό του». Ο εξισλαμισμένος «τούρκευε». Δηλαδή δεν άλλαζε απλώς θρησκεία· άλλαζε πολιτισμική και ιστορική ταυτότητα. Άρα, κατά τον Μεταλληνό, η Εκκλησία δεν ήταν “συνοδευτικό στοιχείο” του Γένους· ήταν ο φορέας της ιστορικής συνέχειας του Ρωμαίικου.
2. Η Άλωση απέτρεψε τον πλήρη λατινισμό της Ανατολής
Ο Μεταλληνός θεωρούσε ότι πριν από την Άλωση είχε ήδη δρομολογηθεί μια βαθιά εξάρτηση από τη Δύση μέσω της ψευδοένωσης της Φλωρεντίας. Κατά την ανάλυσή του, η παπική Δύση δεν επεδίωκε απλώς στρατιωτική συμμαχία, αλλά εκκλησιαστική υποταγή της Ανατολής.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη του θέση: Η Ορθοδοξία προτίμησε να χάσει την αυτοκρατορία παρά να απολέσει την εκκλησιαστική της ταυτότητα. Αυτό το θεωρούσε κορυφαία ιστορική πράξη αυτοσυνειδησίας της Ρωμηοσύνης.
Για τον Μεταλληνό, η Ρωμηοσύνη δεν αυτοκατανοείται ως “έθνος-κράτος”, αλλά ως εκκλησιαστικός πολιτισμός. Γι’ αυτό και η αντίσταση στον λατινισμό δεν ήταν “αντιδυτικισμός” με κοσμική έννοια. Ήταν άμυνα της ορθόδοξης εμπειρίας.
3. Η Τουρκοκρατία λειτούργησε παραδόξως ως «προστατευτικό περίβλημα»
Αυτό είναι ίσως το πιο τολμηρό σημείο του. Ο Μεταλληνός υποστήριζε ότι οι Οθωμανοί ενδιαφέρονταν κυρίως για διοίκηση και φορολογία. Δεν επιδίωξαν συστηματική θεολογική αφομοίωση της Ορθοδοξίας και έτσι άφησαν χώρο στο Πατριαρχείο και στο κοινοτικό σύστημα να λειτουργήσουν.
Έτσι, η γλώσσα διατηρήθηκε. Η λατρεία συνεχίσθηκε. Η πατερική παράδοση δεν διεκόπη. Το Άγιον Όρος επέζησε ορθόδοξο. Οι Νεομάρτυρες αναδείχθηκαν. Η Φιλοκαλία γεννήθηκε μέσα στην Τουρκοκρατία από τον Άγιο Μακάριο Νοταρά και τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη.
Με μία συγκλονιστική ουσιαστικά ιδέα: Το Βυζάντιο έπεσε πολιτικά, αλλά η Ρωμηοσύνη μεταφέρθηκε μέσα στην Εκκλησία, στην κοινότητα, στη γλώσσα, στη μνήμη, στη λατρεία. Αυτό είναι ίσως ο πυρήνας της σκέψης του Μεταλληνού.
Πολύ χαρακτηριστική είναι και η έμφαση που δίνει στον όρο «Ρωμηός». Ο Μεταλληνός έλεγε συχνά: «Και τα τρία δικά μας είναι: Ρωμηός, Έλλην, Γραικός». Αλλά θεωρούσε ότι ο όρος «Ρωμηός» εξέφραζε βαθύτερα τη συνέχεια της Νέας Ρώμης, την ορθόδοξη ταυτότητα και την εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία του Γένους.
Και αφού κάναμε την οφειλόμενη αναφορά στον Δάσκαλο Μεταλληνό, ας επανέλθουμε στην κανονική ροή του λόγου μας.
Στα χρόνια της δουλείας, τη Ρωμηοσύνη την κράτησαν διαφορετικοί πρωταγωνιστές, που έδρασαν σε διαφορετικό χρονικό, πολιτικό ή πολιτισμικό πλαίσιο, αλλά συνδέονται μεταξύ τους με δεσμούς μιας άτυπης αλληλεγγύης που επικυρώνει τη συνέχειά τους. Όσοι έψαλαν το «Τη Υπερμάχω». Όσοι ψιθύρισαν το έπος του Διγενή. Όσοι τραγούδησαν τον «Θούριο» του Ρήγα Φεραίου. Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός που έδρασε σε δύσκολες εποχές. Οι Νεομάρτυρες. Οι καλόγεροι του Αγίου Όρους. Οι κολλυβάδες. Οι δάσκαλοι του Γένους. Όλοι αυτοί, ο καθένας μόνος και όλοι ως ενότητα, είχαν επίγνωση ότι υπηρετούσαν την ιστορική συνέχεια του μαχόμενου Ελληνισμού.
Γι’ αυτό και ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο άνθρωπος που γύριζε υπόδουλη την Ελλάδα για να κρατήσει ζωντανή την πίστη και τη γλώσσα, διατύπωσε μια φράση που σοκάρει τον σύγχρονο άνθρωπο: «Ο Θεός έφερε τον Τούρκο για το καλό μας». Να πώς έχει διασωθεί η ρήση του: «Τριακόσιους χρόνους μετά την Ανάστασιν του Χριστού μας, έστειλεν ο Θεός τον άγιον Κωνσταντίνον και εστερέωσε βασίλειον χριστιανικόν∙ και το είχαν χριστιανοί το βασίλειον 1150 χρόνους. Ύστερα το εσήκωσεν ο Θεός το βασίλειον από τους Χριστιανούς και ήφερε τον Τούρκο μέσα από την Ανατολήν και του το έδωκε δια εδικόν μας καλόν… Και τι; Άξιος ήτον ο Τούρκος να έχει βασίλειον; Αλλά ο Θεός του το έδωκε δια το καλόν μας. Και διατί δεν ήφερεν ο Θεός άλλον βασιλέα, οπού ήτον τόσα ρηγάτα (=βασίλεια) εδώ κοντά να τους το δώσει, μόνον ήφερε τον Τούρκον μέσαθε από την Κόκκινην Μηλιά και του το εχάρισε; Διατί ήξευρεν ο Θεός πως τα άλλα ρηγάτα μας βλάπτουν εις την Πίστιν, και ο Τούρκος δεν μας βλάπτει, άσπρα δώσ’ του και καβαλλίκευσέ τον από το κεφάλι. Και δια να μην κολασθούμεν το έδωκε του Τούρκου και τον έχει ο Θεός τον Τούρκον ωσάν σκύλλον να μας φυλάει».
Δεν εννοούσε ο Άγιος ότι η δουλεία ήταν αγαθό. Άλλωστε ο ίδιος κράτησε ζωντανό το Γένος. Ίδρυσε σχολεία, αφύπνισε την ελληνική συνείδηση, και τελικά μαρτύρησε από τους Οθωμανούς. Εννοούσε ότι μέσα από το μαρτύριο η Ρωμηοσύνη διεφύλαξε κάτι που θεωρούσε υπέρτερο της πολιτικής ισχύος: την ανόθευτη Ορθοδοξία.
Η Ιστορία πολλές φορές γεννά τραγικά παράδοξα. Άλλοτε ένα έθνος χάνει την ελευθερία του και σώζει την ψυχή του· και άλλοτε κερδίζει δύναμη αλλά χάνει την ταυτότητά του.
IV. Η Κωνσταντινούπολη ως ανοικτή πληγή του Γένους
Και εδώ ίσως αγγίζουμε κάτι ακόμη βαθύτερο.
Για την Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ η Κωνσταντινούπολη αποτελεί: «την πραγματική κοιτίδα του Γένους η οποία δεν ηλευθερώθη». Τι συγκλονιστική φράση! Διότι πράγματι, το ελληνικό κράτος δημιουργήθηκε χωρίς τη Βασιλεύουσα. Η καρδιά της Ρωμηοσύνης έμεινε εκτός του νέου ελληνικού κράτους. Και ίσως γι’ αυτό το νεοελληνικό κράτος ανέπτυξε συχνά μια αμηχανία απέναντι στο Βυζάντιο. Η Αρβελέρ υποστήριζε ότι το σύγχρονο ελληνικό κράτος απώθησε το Βυζάντιο και την υπόδουλη πρωτεύουσα του Γένους, δημιουργώντας ένα είδος ιστορικού συμπλέγματος.
Και πράγματι. Η καθ’ ημάς Κωνσταντινούπολις δεν είναι μόνο η σημερινή Πόλη. Είναι και η νοητή Πόλη. Η προ της αποφράδος. Η Πόλη της Αγίας Σοφίας, της Ρωμηοσύνης, της μνήμης, της συνέχειας.
Γι’ αυτό και η λόγια φράση «άχρι καιρού» βρίσκει μέσα στην ιστορική κίνηση την κυριολεξία της. Διότι η Ρωμηοσύνη ποτέ δεν αποδέχθηκε εσωτερικά ότι τελείωσε το 1453.
V. Η Επανάσταση του 1821 και το ανολοκλήρωτο όραμα
Και έτσι φθάνουμε στο 1821.
Η Ελληνική Επανάσταση υπήρξε θαύμα ιστορικό. Ένας λαός υπόδουλος επί αιώνες ύψωσε το ανάστημά του απέναντι σε μια αυτοκρατορία και διεκδίκησε όχι μόνο την πολιτική του ελευθερία αλλά την ίδια την ιστορική του ύπαρξη.
Οι αγωνιστές του ’21 δεν πολέμησαν απλώς για ένα κράτος με τη νεωτερική έννοια του όρου. Δεν εξεγέρθηκαν μόνο για σύνορα, διοικητικούς θεσμούς ή φορολογική αυτονόμηση.
Πολέμησαν για Πίστη, για ελευθερία, για κοινότητα, για ιστορική συνέχεια, για Ρωμηοσύνη. Το βλέπουμε στους όρκους τους. Στα λάβαρά τους. Στα απομνημονεύματά τους. Στην ίδια την κραυγή που συνοψίζει το υπαρξιακό περιεχόμενο της Επαναστάσεως: «Για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την ελευθερία».
Η σύνδεση αυτή πίστεως, ελευθερίας και Γένους δεν ήταν απλώς ποιητική ή συναισθηματική. Αποτυπώθηκε και στα ίδια τα πολιτειακά κείμενα της Επαναστάσεως.
Ήδη ο Ρήγας Φεραίος, στη «Νέα Πολιτική Διοίκηση» και στη Χάρτα του, οραματιζόταν όχι απλώς ένα μικρό εθνικό κράτος, αλλά μια ευρύτερη πολιτική και πολιτισμική αναγέννηση των λαών της καθ’ ημάς Ανατολής, με κέντρο την ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού και της Ρωμηοσύνης.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικά είναι τα ίδια τα επαναστατικά Συντάγματα. Το Προσωρινόν Πολίτευμα της Επιδαύρου του 1822 αρχίζει με τη φράση: «Εν ονόματι της Αγίας και Αδιαιρέτου Τριάδος». Το ίδιο συμβαίνει στο Σύνταγμα του Άστρους και στο Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος της Τροιζήνας.
Η Επανάσταση δηλαδή αυτοκατανοείται εξαρχής όχι ως ουδετερόθρησκο εθνικό κίνημα δυτικού τύπου, αλλά ως αγώνας ενός ιστορικού και εκκλησιαστικού Γένους.
Το δε Σύνταγμα της Επιδαύρου ορίζει ρητώς: «Επικρατούσα θρησκεία εις την Ελληνικήν Επικράτειαν είναι η της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού».
Εδώ δεν πρόκειται απλώς για «θρησκευτική αναφορά». Πρόκειται για πολιτισμική και ιστορική αυτοσυνειδησία. Οι επαναστατημένοι Έλληνες δεν θεωρούσαν τους εαυτούς τους αποκομμένα άτομα που συγκροτούν συμβατικά ένα κράτος. Αυτοκατανοούνταν ως ιστορική κοινότητα πίστεως, μνήμης, γλώσσας, παραδόσεως και κοινής ιστορικής αποστολής. Με άλλα λόγια: η Επανάσταση του 1821 δεν γεννήθηκε μόνο από τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό. Γεννήθηκε και από τη βαθιά ιστορική μνήμη της Ρωμηοσύνης.
Η λέξη «πατρίδα» τότε δεν σήμαινε απλώς κράτος. Σήμαινε: Γένος, Ορθοδοξία, κοινότητες, ιστορική μνήμη, πολιτισμό.
Οι αγωνιστές αισθάνονταν συνεχιστές μιας αδιάσπαστης ιστορικής πορείας:από την αρχαία Ελλάδα, στη Νέα Ρώμη, στην υπόδουλη Ρωμηοσύνη.
Και όμως… Ακριβώς εδώ αρχίζει και μια νέα ιστορική τραγωδία. Διότι το κράτος που γεννήθηκε μετά την Επανάσταση δεν υπήρξε πραγματική συνέχεια της Ρωμηοσύνης.
Δεν οικοδομήθηκε πάνω στο κοινοτικό πνεύμα του Ρωμαίικου, στην εμπειρία των κοινοτήτων, στην παράδοση της εκκλησιαστικής συνοδικότητας, στον τρόπο ζωής που κράτησε ζωντανό το Γένος μέσα στην Τουρκοκρατία.
Αντιθέτως, οργανώθηκε κατά τα δυτικά πρότυπα της εποχής. Βαυαρικό στη δομή. Συγκεντρωτικό. Γραφειοκρατικό. Κρατικιστικό. Με πολίτη υπήκοο του κράτους και όχι μέτοχο της κοινότητας.
Η περίοδος της Αντιβασιλείας υπήρξε ίσως η πιο χαρακτηριστική έκφραση αυτής της βαθιάς μετατοπίσεως. Οι Βαυαροί δεν αντιμετώπισαν τη Ρωμηοσύνη ως ζωντανή ιστορική και εκκλησιαστική συνέχεια. Την αντιμετώπισαν ως κάτι που έπρεπε να «εκσυγχρονισθεί» και να προσαρμοστεί στο δυτικό κρατικό μοντέλο.
Και το πρώτο μεγάλο πεδίο συγκρούσεως υπήρξε η ίδια η Εκκλησία. Μέχρι τότε η Εκκλησία του Γένους δεν ήταν απλώς θρησκευτικός θεσμός. Ήταν φορέας ιστορικής συνέχειας, ήταν παιδεία, κοινότητα, μνήμη, ταυτότητα, η ίδια η ψυχή της Ρωμηοσύνης.
Αυτό ακριβώς επιχειρήθηκε να υπαχθεί πλήρως στον κρατικό μηχανισμό. Η διοίκηση της Εκκλησίας οργανώθηκε με τρόπο σχεδόν καισαροπαπικό. Τυπικά διοικούσε η Ιερά Σύνοδος. Όμως τα μέλη της διορίζονταν από την Αντιβασιλεία.Και στις συνεδριάσεις της παρίστατο βασιλικός επίτροπος με δικαίωμα αρνησικυρίας. Ουσιαστικά δηλαδή το κράτος επόπτευε και έλεγχε την Εκκλησία.
Η βαυαρική διοίκηση θεωρούσε τα μοναστήρια «αντιπαραγωγικούς» θεσμούς του παλαιού κόσμου. Έτσι, διαλύθηκαν όλα τα μοναστήρια με λιγότερους από έξι μοναχούς. Έκλεισαν γυναικεία μοναστήρια. Περιορίσθηκαν δραστικά οι επισκοπές. Απαγορεύθηκαν πολλές δωρεές προς την Εκκλησία και μεγάλο μέρος της μοναστηριακής και εκκλησιαστικής περιουσίας εκποιήθηκε για να ενισχυθούν τα οικονομικά του κράτους.
Και όμως… Τα μοναστήρια αυτά δεν ήταν απλώς «κτηματικές μονάδες». Ήταν χώροι παιδείας, εστίες πνευματικής αντιστάσεως, καταφύγια του Γένους, κέντρα διατηρήσεως της γλώσσας και της παραδόσεως κατά τους χρόνους της δουλείας.
Με άλλα λόγια, το κράτος που γεννήθηκε μετά την Επανάσταση αποδυνάμωνε ακριβώς εκείνους τους θεσμούς που είχαν κρατήσει όρθια τη Ρωμηοσύνη.
Το αποκορύφωμα όμως υπήρξε το ζήτημα του Αυτοκεφάλου. Το 1833, με άμεση παρέμβαση της Αντιβασιλείας και υπό την ισχυρή επιρροή του Θεόκλητου Φαρμακίδη, η Εκκλησία της Ελλάδος αυτοανακηρύχθηκε μονομερώς αυτοκέφαλη. Όχι μέσα από εκκλησιαστική συμφωνία. Όχι συνοδικά. Αλλά με κρατική πράξη.
Ήταν μια βαθιά συμβολική τομή. Διότι το Πατριαρχείο δεν ήταν απλώς μια «διοικητική αρχή». Ήταν η πνευματική μήτρα της Ρωμηοσύνης. Το κέντρο της ιστορικής συνέχειας του Γένους.
Και έτσι το νεοελληνικό κράτος, στην προσπάθειά του να συγκροτηθεί κατά τα δυτικά πρότυπα, ήρθε σε ρήξη με το ίδιο το εκκλησιαστικό και ιστορικό σώμα που είχε διασώσει τον Ελληνισμό μέσα στη δουλεία.
Το ρήγμα ανάμεσα στο κράτος και στο Γένος είχε πλέον ανοίξει.
Ο Πατριαρχικός Τόμος του 1850, με τον οποίο το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναγνώρισε τελικά — συμφιλιωτικά και ποιμαντικά — το Αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδος, δεν κατόρθωσε να θεραπεύσει πλήρως αυτή την αρχική πληγή.
Διότι το πρόβλημα δεν ήταν μόνο διοικητικό. Ήταν βαθύτερα πολιτισμικό και υπαρξιακό. Ήταν η μετάβαση από τη Ρωμηοσύνη του κοινοτισμού στη νεωτερική κρατική συγκέντρωση· από το Γένος ως εκκλησιαστική κοινότητα στο κράτος ως μηχανισμό εξουσίας.
Και ίσως από εκείνη τη στιγμή αρχίζει το μεγάλο δράμα του νεότερου Ελληνισμού: η διαρκής ταλάντευση ανάμεσα στη μνήμη της Ρωμηοσύνης και στη μίμηση της Δύσεως.
Ο Ιωάννης Ρωμανίδης μίλησε για αποκοπή από τη ρωμαίικη συνέχεια. Ο Γεώργιος Κοντογιώργης ανέδειξε τον κοινοτικό χαρακτήρα της Ρωμηοσύνης. Και ο Λουκάς Αξελός μίλησε για την «ανολοκλήρωτη Επανάσταση του 1821». Για μια Ελλάδα που απέκτησε κράτος αλλά όχι πλήρη ιστορική αυτεξουσιότητα. Για έναν Ελληνισμό που παρέμεινε συχνά μεταπρατικός, ετεροκαθοριζόμενος, μιμητικός.
Και πράγματι η Επανάσταση έμεινε ανολοκλήρωτη. Όχι επειδή δεν απέκτησε σύνορα. Αλλά επειδή δεν ολοκλήρωσε ακόμη την πνευματική της ελευθερία, την πολιτισμική της αυτοσυνειδησία, τον κοινοτικό της χαρακτήρα.
VI. Είναι η Ελλάδα Δύση ή Ανατολή;
Και εδώ, κυρίες και κύριοι, οφείλουμε να απαντήσουμε σε ένα ερώτημα που επανέρχεται διαρκώς στη νεότερη ελληνική ιστορία: «Πού ανήκει η Ελλάδα; Στη Δύση ή στην Ανατολή;»
Το ερώτημα αυτό κυριάρχησε ιδιαίτερα μετά τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους. Και συχνά απαντήθηκε με τρόπο σχεδόν απολογητικό: «ανήκομεν εις την Δύσιν».
Τι είναι τελικά η Ελλάδα; Δύση ή Ανατολή; Η απάντηση είναι ότι η Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ πλήρως ούτε το ένα ούτε το άλλο. Η αρχαία Ελλάδα γέννησε τη φιλοσοφία, την πόλη, τον λόγο, τη συμμετοχή. Ο Χριστιανισμός έδωσε σε αυτόν τον ελληνικό κόσμο πρόσωπο, καθολικότητα, εκκλησιαστική εμπειρία, πνευματική προοπτική. Και έτσι γεννήθηκε η Ρωμηοσύνη. Η καθ’ ημάς Ανατολή. Όχι ασιατική δεσποτεία. Όχι μυστικιστική άρνηση της λογικής. Αλλά ένας άλλος τρόπος υπάρξεως που δίνει προτεραιότητα του προσώπου έναντι του ατόμου. Της κοινότητας αντί του ακραίου ατομικισμού. Της σχέσεως αντί της απομονώσεως. Της μέθεξης αντί της κυριαρχίας.
Όμως εδώ αξίζει να ακούσουμε τη φωνή ενός από τους σημαντικότερους Ορθόδοξους θεολόγους του 20ού αιώνα, του πρωτοπρεσβυτέρου Ιωάννη Ρωμανίδη. Ο Ρωμανίδης θεωρούσε ότι το ίδιο το ερώτημα τίθεται λανθασμένα. Και το αναδιατύπωνε με τον χαρακτηριστικό και αποστομωτικό του τρόπο: «Το σωστόν ερώτημα δεν είναι πού ανήκομεν, αλλά ποιοι ανήκουν εις ημάς». Και απαντούσε: «Η απάντησις είναι: όλοι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί».
Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι η Ρωμηοσύνη δεν αυτοκατανοείται ως επαρχία ούτε της Δύσεως ούτε της Ανατολής. Αποτελεί ιδιαίτερο ιστορικό και εκκλησιαστικό πολιτισμό. Έναν πολιτισμό που γεννήθηκε από τη σύνθεση του ελληνικού πνεύματος, της ρωμαϊκής οικουμενικότητας και της Ορθοδοξίας. Την καθ’ ημάς Ανατολή. Όχι ως γεωγραφία. Αλλά ως τρόπο υπάρξεως.
Ο Ρωμανίδης ασκούσε δριμεία κριτική στη διαρκή ανάγκη του νεότερου Ελληνισμού να αναζητεί επιβεβαίωση από τη Δύση, θεωρώντας ότι πολλές φορές η ελληνική ηγεσία στάθηκε απέναντι στον φραγκολατινικό κόσμο με πνεύμα πολιτισμικής κατωτερότητας και εξαρτήσεως.
Πόσο βαθιά ιστορική είναι αυτή η παρατήρηση… Διότι πράγματι, μεγάλο μέρος του νεότερου Ελληνισμού έζησε μέσα σε ένα ιδιότυπο πολιτισμικό σύμπλεγμα: ανάμεσα στη μίμηση της Δύσεως και στη λήθη της ίδιας του της ταυτότητας.
Και ίσως εδώ βρίσκεται η βαθύτερη κρίση του νεότερου Ελληνισμού. Όχι απλώς οικονομική ή πολιτική. Αλλά κρίση αυτογνωσίας. Διότι ένας λαός που δεν γνωρίζει ποιος είναι, αναγκάζεται πάντοτε να μιμείται άλλους.
Η Ρωμηοσύνη όμως δεν γεννήθηκε για να είναι αντίγραφο κανενός. Γεννήθηκε για να αποτελέσει ιδιαίτερο πολιτισμό: κοινοτικό, λειτουργικό, ορθόδοξο, ανθρωποκεντρικό, με προτεραιότητα όχι την εξουσία αλλά το πρόσωπο. Και ίσως αυτό ακριβώς να σημαίνει η «καθ’ ημάς Ανατολή».
VII. Πώς μπορεί να αναγεννηθεί η Ρωμηοσύνη;
Είπαμε νωρίτερα: η Επανάσταση έμεινε ανολοκλήρωτη. Όχι επειδή δεν απέκτησε σύνορα. Αλλά επειδή δεν ολοκλήρωσε ακόμη την πνευματική της ελευθερία, την πολιτισμική της αυτοσυνειδησία, τον κοινοτικό της χαρακτήρα.
Και εδώ τίθεται το μεγάλο ερώτημα: Ποιος θα ολοκληρώσει αυτή την αποστολή; Ένα κόμμα; Μια κυβέρνηση; Μια ιδεολογία;
Όχι μόνο. Η Ρωμηοσύνη ποτέ δεν γεννήθηκε από κρατικούς μηχανισμούς. Γεννήθηκε από κοινότητες, από αγίους, από οικογένειες, από ενορίες, από παιδεία, από δασκάλους, από μάρτυρες. Η αληθινή αναγέννηση του Ελληνισμού δεν θα αρχίσει από τα υπουργεία.
Θα αρχίσει όταν ξαναγεννηθεί άνθρωπος ικανός να ζει κοινοτικά και όχι ατομικά. Να θυσιάζεται και όχι μόνο να απαιτεί. Να βλέπει τον συνάνθρωπο ως πρόσωπο. Να θεωρεί την ελευθερία όχι μόνο δικαίωμα αλλά και ευθύνη.
Η Ρωμηοσύνη δεν ήταν ατομοκεντρικός πολιτισμός. Άρα η αναγέννηση δεν μπορεί να είναι μόνο «ιδιωτική υπόθεση». Χρειάζονται τοπικές κοινότητες, συνεργατικά εγχειρήματα, κοινωνικά δίκτυα αλληλεγγύης, τοπική αυτάρκεια, πολιτιστικοί πυρήνες, επανασύνδεση ανθρώπων που σήμερα ζουν απομονωμένοι.
Η μεγαλύτερη νίκη του σύγχρονου συστήματος είναι ότι έκανε τους ανθρώπους μόνους.
Η Ρωμηοσύνη αντίθετα γεννούσε κοινότητα.
Χρειάζεται παιδεία πέρα από τα όρια της κρατικής εκπαιδεύσεως. Αυτό είναι ίσως το θεμέλιο. Διότι κανένας πολιτισμός δεν επιβιώνει αν δεν μεταδίδει μνήμη και τρόπο ζωής. Η Ρωμηοσύνη δεν διασώθηκε στην Τουρκοκρατία επειδή υπήρχε υπουργείο Παιδείας.
Διασώθηκε από τον παπά του χωριού, από το μοναστήρι, από τον δάσκαλο, από την οικογένεια, από την κοινότητα.
Άρα σήμερα χρειάζεται παράλληλη παιδεία, πολιτιστικά εργαστήρια, κύκλοι μελέτης, κοινότητες ιστορικής αυτογνωσίας, νέες μορφές λαϊκής παιδείας, ψηφιακά μέσα, ανεξάρτητες εκδόσεις, ελεύθερα σχολεία πολιτισμού. Όχι κατήχηση με στενή έννοια. Αλλά αναγέννηση πολιτισμικής αυτοσυνειδησίας. Χρειαζόμαστε λοιπόν πολιτιστική και ιστορική αυτογνωσία. Ζωντανές κοινότητες. Κοινωνική αλληλεγγύη.
Χρειαζόμαστε Ενορίες που ξαναγίνονται κοινότητες ζωής. Εκκλησία που δεν λειτουργεί ως μηχανισμός εξουσίας αλλά ως μήτρα ανθρώπων ελευθερίας. Η Ρωμηοσύνη διασώθηκε ιστορικά από την Εκκλησία όχι όταν αυτή λειτουργούσε ως μηχανισμός εξουσίας, αλλά όταν λειτουργούσε ως κοινότητα ζωής. Άρα η συμβολή της Εκκλησίας σήμερα δεν πρέπει να είναι κομματική, εξουσιαστική, κρατικοδίαιτη. Πρέπει να είναι πνευματική, παιδευτική, κοινοτική, λειτουργική. Δηλαδή: ενορίες που ξαναγίνονται κοινότητες, νέοι άνθρωποι που βρίσκουν νόημα, κοινωνική αλληλεγγύη, πολιτιστική δημιουργία, υπαρξιακή θεραπεία. Η μεγαλύτερη προσφορά της Εκκλησίας δεν είναι να ελέγξει το κράτος. Είναι να γεννήσει άνθρωπο που δεν μπορεί εύκολα να γίνει δούλος κανενός συστήματος.
Χρειάζεται επίσης πολιτική. Αλλά όχι πολιτική χωρίς πολιτισμό. Διότι η πολιτική είναι πάντοτε καθρέφτης του ανθρώπου που την παράγει. Αν ο άνθρωπος είναι καταναλωτής, φοβισμένος, ατομικιστής, μηδενιστικός, τότε και η πολιτική θα είναι ανάλογη. Χωρίς πολιτική δεν αλλάζουν θεσμοί. Αλλά χωρίς αλλαγή ανθρώπου η πολιτική αναπαράγει πάντοτε το ίδιο σύστημα.
Άρα χρειάζονται πολιτικές κινήσεις με ρωμέϊκη κατεύθυνση, νέες ιδέες, δημοκρατική συμμετοχή, αγώνες για εθνική και κοινωνική αξιοπρέπεια.
Και ίσως σήμερα να χρειαζόμαστε μια νέα Μεγάλη Ιδέα.
Μια μεγάλη ιδέα παιδείας, κοινοτισμού, πολιτισμού, ιστορικής αυτογνωσίας και πνευματικής αναστάσεως της Ρωμηοσύνης.
Σήμερα δεν υπάρχει ιστορικός χώρος για επεκτατισμούς, γεωπολιτικούς μεγαλοϊδεατισμούς και αυτοκρατορικές φαντασιώσεις.
Και ίσως η μεγαλύτερη επανάσταση του μέλλοντος να είναι αυτή: Να ξαναγίνει ο άνθρωπος πρόσωπο και όχι αριθμός. Κοινότητα και όχι μονάδα. Πολίτης και όχι υπήκοος. Μέτοχος ζωής και όχι καταναλωτής ύλης.
Διότι τότε η Ρωμηοσύνη παύει να είναι θρύλος, νοσταλγία, ή ιστορικό μνημείο. Και γίνεται πρόταση πολιτισμού για το μέλλον.

Η ανάγκη ενός ηγέτη
Η ιστορία μάς διδάσκει ότι οι μεγάλες ιδέες δεν αρκούν από μόνες τους. Χρειάζονται ανθρώπους που θα τις πιστέψουν τόσο βαθιά, ώστε να γίνουν οι ίδιοι φορείς και μάρτυρές τους.
Η Ρωμηοσύνη δεν αναγεννήθηκε ποτέ μόνο με θεσμούς. Πίσω από κάθε μεγάλη ιστορική στιγμή της υπήρξαν πρόσωπα. Άγιοι, δάσκαλοι, οραματιστές, μάρτυρες, ηγέτες. Άνθρωποι που δεν ακολούθησαν το ρεύμα της εποχής τους αλλά στάθηκαν απέναντί του.
Αν πρόκειται να υπάρξει μια νέα αναγέννηση της Ρωμηοσύνης, αργά ή γρήγορα θα αναδειχθεί και ένας τέτοιος άνθρωπος. Όχι απαραίτητα από τα υπάρχοντα κέντρα εξουσίας. Ίσως μάλιστα έξω από αυτά. Διότι οι μεγάλοι ηγέτες συνήθως δεν κατασκευάζονται από τους μηχανισμούς. Αναδύονται από την ανάγκη της ιστορίας.
Δεν χρειαζόμαστε έναν ακόμη επαγγελματία πολιτικό. Δεν χρειαζόμαστε έναν διαχειριστή εξουσίας. Χρειαζόμαστε έναν άνθρωπο που να πιστεύει στη Μεγάλη Ιδέα περισσότερο απ' όσο πιστεύει στον εαυτό του.
Έναν άνθρωπο με παιδεία, ιστορική γνώση και πνευματικό βάθος. Αλλά κυρίως με πίστη. Με πίστη στον Θεό, στον άνθρωπο και στο πεπρωμένο του Γένους. Έναν άνθρωπο που να μην μετρά το κόστος των επιλογών του με όρους προσωπικού οφέλους, αλλά με όρους αποστολής.
Οι λαοί ακολουθούν τελικά εκείνον που είναι έτοιμος να θυσιαστεί περισσότερο από όλους.
Ο Μαχάτμα Γκάντι δεν διέθετε στρατό. Δεν είχε οικονομική δύναμη. Δεν κυβερνούσε καμία χώρα. Είχε όμως κάτι ισχυρότερο: ήταν έτοιμος να πεθάνει για όσα πίστευε. Όταν διακήρυττε ότι θα συνεχίσει την απεργία πείνας μέχρι θανάτου αν δεν ελευθερωθεί η πατρίδα του, δεν το έλεγε ως πολιτικό τέχνασμα. Το εννοούσε. Και γι' αυτό κατόρθωσε να λυγίσει μια αυτοκρατορία.
Η Ρωμηοσύνη δεν έχει ανάγκη από έναν ισχυρό άνδρα. Έχει ανάγκη από έναν θυσιαστικό ηγέτη. Από έναν άνθρωπο που να μπορεί να πει: «Δεν ζητώ από τον λαό να θυσιαστεί για μένα. Προσφέρω πρώτος εγώ τη ζωή μου για τον λαό και την αποστολή του».
Ένας τέτοιος ηγέτης δεν θα γεννηθεί από επικοινωνιακές εκστρατείες ούτε από κομματικούς μηχανισμούς. Θα γεννηθεί μέσα από τη μακρά καλλιέργεια παιδείας, πίστεως, κοινοτικής ζωής και ιστορικής αυτογνωσίας. Θα είναι τέκνο της ίδιας της αναγέννησης που επιδιώκουμε.
Υπάρχει όμως και μια ακόμη ιδιότητα, ίσως η σημαντικότερη απ' όλες.
Ο αληθινός ηγέτης της Ρωμηοσύνης δεν είναι απλώς ένας ικανός οργανωτής ή ένας χαρισματικός ρήτορας. Είναι άνθρωπος που αισθάνεται ότι υπηρετεί μια αποστολή μεγαλύτερη από τον εαυτό του.
Ένας φίλος μου έγραψε κάποτε, δανειζόμενος μια σκέψη που αποδίδεται στον Ιερό Χρυσόστομο, ότι ηγέτης είναι εκείνος που λαμβάνει από τον Θεό την ευθύνη να οδηγεί έναν λαό και να ελέγχει ακόμη και τους ισχυρούς της γης όταν αυτοί παρεκκλίνουν από το δίκαιο.
Πράγματι, η μεγαλύτερη δοκιμασία της ηγεσίας δεν είναι να διοικεί τους αδυνάτους. Είναι να μπορεί να ορθώνει το ανάστημά της απέναντι στους ισχυρούς. Να ελέγχει πολιτικούς, άρχοντες, στρατιωτικούς, δικαστές, οικονομικά συμφέροντα και κάθε μορφή εξουσίας όταν αυτή αδικεί τον άνθρωπο. Να υπερασπίζεται τον «αμπελώνα» του λαού όταν αυτός λεηλατείται. Να μη φοβάται το προσωπικό κόστος. Να μην εξαγοράζεται. Να μη σιωπά όταν όλοι σιωπούν.
Στην ιστορία της Ρωμηοσύνης οι άνθρωποι που άφησαν αποτύπωμα δεν ήταν εκείνοι που συμβιβάστηκαν με την εξουσία, αλλά εκείνοι που ήταν έτοιμοι να συγκρουστούν μαζί της όταν το απαιτούσε η αλήθεια και δεν αναζήτησαν την προσωπική τους ασφάλεια. Ήταν εκείνοι που προσέφεραν τον εαυτό τους στον σκοπό. Ο τελευταίος αυτοκράτορας, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, έμεινε στα τείχη όταν όλα είχαν χαθεί. Ο Ρήγας Φεραίος προτίμησε τον θάνατο από την προδοσία του οράματός του. Ο Ιωάννης Καποδίστριας εγκατέλειψε αξιώματα και δόξα για να υπηρετήσει ένα φτωχό και διαλυμένο έθνος και πλήρωσε την επιλογή του με τη ζωή του. Κανείς τους δεν αναζήτησε την εξουσία ως προνόμιο. Την είδαν ως σταυρό.
Ο ηγέτης που θα χρειαστεί η Ρωμηοσύνη δεν θα είναι ένας άνθρωπος που θα ζητήσει να τον ακολουθήσουμε επειδή είναι ισχυρός.
Θα είναι ένας άνθρωπος που θα εμπνεύσει εμπιστοσύνη επειδή είναι έτοιμος να θυσιάσει πρώτος τον εαυτό του. Διότι τελικά οι λαοί δεν ακολουθούν εκείνον που τους υπόσχεται περισσότερα. Ακολουθούν εκείνον που αποδεικνύει ότι είναι διατεθειμένος να δώσει περισσότερα από όλους.
VIII. Επίλογος
Η Κωνσταντινούπολη έπεσε. Η Ρωμηοσύνη όμως επέζησε στα καντήλια των εκκλησιών, στη Θεία Λειτουργία, στους Νεομάρτυρες, στο Άγιον Όρος, στο «Τη Υπερμάχω», στο «Χριστός Ανέστη».
Και ίσως η αληθινή αποστολή του Ελληνισμού να μην έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Ίσως η Ρωμηοσύνη να περιμένει ακόμη να ανθίσει όχι ως ανάμνηση, αλλά ως ζωντανός τρόπος υπάρξεως. Όχι ως επιστροφή στο παρελθόν. Αλλά ως πρόταση πολιτισμού για το μέλλον. Διότι τα έθνη δεν πεθαίνουν όταν χάσουν εδάφη. Πεθαίνουν όταν χάσουν τον λόγο υπάρξεώς τους.
Και το βαθύτερο νόημα της μνήμης της Άλωσης είναι να μην θρηνούμε για μια Πόλη που χάθηκε. Αλλά να αναρωτηθούμε αν εμείς και η γενιά μας αξίζουμε έναν πολιτισμό που ακόμη περιμένει να αναστηθεί. Διότι αν δεν τον αξίζουμε, θα εξακολουθεί να λειτουργεί ο ιστορικός χρόνος του «άχρι καιρού».
Πιστεύω ακράδαντα ότι η γενιά αυτή και ο ηγέτης της θα έλθει. Έστω και «άχρι καιρού».
Σας ευχαριστώ.


Από την Αγία Τράπεζα στο πολιτικό πάνελ
Καντήλια, κάμερες και πολιτική υποκρισία
Ομολογώ ότι όταν είδα τις φωτογραφίες της εκδήλωσης αισθάνθηκα βαθιά θλίψη. Όχι πολιτική. Εκκλησιαστική. Αισθάνθηκα όμως και χρέος να καταθέσω την άποψή μου.
Κάποτε οι χριστιανοί έμπαιναν στον ναό για να ανάψουν κερί, να γονατίσουν, να σιωπήσουν, να κλάψουν, να προσευχηθούν. Σήμερα, σε ορισμένες περιπτώσεις, φαίνεται πως κάποιοι θεωρούν ότι ο ναός μπορεί να λειτουργεί και ως αίθουσα πολιτικής προβολής, δημόσιων σχέσεων και επικοινωνιακού “rebranding” της εξουσίας.
Το πρόσφατο γεγονός σε ιερό ναό της Μητροπόλεως Σταγών και Μετεώρων[1], όπου οργανώθηκε εκδήλωση με σαφές κυβερνητικό και πολιτικό πρόσημο, δεν είναι ένα “αθώο περιστατικό”. Είναι σύμπτωμα μιας βαθύτερης αλλοίωσης του ορθόδοξου φρονήματος. Διότι όταν βλέπει κανείς τη σύνθεση του πάνελ, τα πολιτικά πρόσωπα που έσπευσαν, τον χαρακτήρα της εκδήλωσης και το επικοινωνιακό της ύφος, αντιλαμβάνεται εύκολα ότι δεν επρόκειτο για πνευματική σύναξη, αλλά για δημόσια πολιτική παρουσίαση “έργου”.
Και γεννάται εύλογα το ερώτημα: Πόσοι από αυτούς που φωτογραφήθηκαν κάτω από τις εικόνες και τα καντήλια εκκλησιάζονται πραγματικά; Πόσοι πιστεύουν; Πόσοι βλέπουν την Εκκλησία ως Σώμα Χριστού και όχι ως χρήσιμο σκηνικό λαϊκής νομιμοποίησης;

Γιατί εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη υποκρισία της εποχής μας. Μια πολιτική τάξη που νομοθετεί καθημερινά εναντίον της ορθόδοξης ανθρωπολογίας, εναντίον της παραδόσεως, εναντίον της πνευματικής ελευθερίας του ανθρώπου, εμφανίζεται ξαφνικά μέσα στους ναούς για να φωτογραφηθεί δίπλα σε ιερείς και δεσποτάδες, αναζητώντας λίγη από τη χαμένη κοινωνική αξιοπιστία της πίστεως.
Η εξουσία γνωρίζει καλά κάτι: ο λαός εξακολουθεί να εμπιστεύεται περισσότερο το ράσο παρά το κοστούμι. Γι’ αυτό και επιδιώκει τη “μετάγγιση” κύρους. Δεν χρησιμοποιεί την Εκκλησία επειδή πιστεύει. Τη χρησιμοποιεί επειδή την χρειάζεται.
Εξίσου βαριά, όμως, είναι και η ευθύνη εκείνων των εκκλησιαστικών προσώπων που ανοίγουν τον ναό σε αυτή τη λογική.
Διότι ο ορθόδοξος ναός δεν είναι “πολυχώρος”. Δεν είναι πολιτιστικό κέντρο. Δεν είναι συνεδριακή αίθουσα. Δεν είναι χώρος κοσμικών δρωμένων με “χριστιανικό περιτύλιγμα”.
Είναι τόπος αγιασμού. Τόπος Θυσίας. Τόπος παρουσίας του Θεού.
Οι Ιεροί Κανόνες, η πατερική παράδοση και ολόκληρο το βίωμα της Ορθοδοξίας αντιμετώπιζαν πάντοτε τον ναό με δέος. Η Αγία Τράπεζα δεν υπάρχει για να γίνεται φόντο πολιτικών φωτογραφιών. Ο ναός δεν καθαγιάστηκε για να φιλοξενεί κομματικές εκδηλώσεις, χορωδίες κοσμικού χαρακτήρα, συναυλίες, δημόσιες σχέσεις και κάθε είδους “δρώμενα”.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη πλάνη πολλών καλόπιστων ιερέων. Νομίζουν ότι έτσι “φέρνουν κόσμο στην Εκκλησία”. Στην πραγματικότητα, όμως, συνηθίζουν τον άνθρωπο να βλέπει τον ναό όχι ως τόπο μετανοίας και ιερής σιωπής, αλλά ως έναν ακόμη κοινωνικό χώρο πολλαπλών χρήσεων.
Αυτό λέγεται αποϊεροποίηση. Και η αποϊεροποίηση δεν έρχεται πάντα με βεβήλωση ή διωγμό. Συχνά έρχεται “γλυκά”, με εκδηλώσεις, χειροκροτήματα, μικρόφωνα, πολιτιστικές βραδιές, “καλές προθέσεις” και επικοινωνιακή εξωστρέφεια.
Ο ναός παύει σιγά-σιγά να προκαλεί φόβο Θεού. Γίνεται οικείος με κοσμικό τρόπο. Και τελικά μετατρέπεται από ουρανό σε αίθουσα.

Ακόμη πιο τραγικό, όμως, είναι κάτι άλλο. Κεντρικό πρόσωπο της εκδήλωσης ήταν ο Υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Δηλαδή ο βασικός πολιτικός εκφραστής και προωθητής των ηλεκτρονικών ταυτοτήτων, του προσωπικού αριθμού και συνολικά του υποχρεωτικού ψηφιακού μετασχηματισμού της ζωής.
Εκεί δηλαδή, όπου πλήθος πιστών εκφράζει αγωνία για έναν επερχόμενο ψηφιακό έλεγχο χωρίς όρια. Εκεί όπου ο ίδιος ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης μιλούσε με δραματικό τρόπο και προφητικό λόγο για την πνευματική διάσταση της ηλεκτρονικής επιτήρησης και του ολοκληρωτικού ελέγχου του ανθρώπου.
Και εδώ αποκαλύπτεται μια ακόμη φοβερή αντίφαση της εποχής μας: Τιμούν τον Άγιο με αγρυπνίες. Ψάλλουν τα απολυτίκιά του. Γεμίζουν τους ναούς στις εορτές του. Αλλά αδιαφορούν πλήρως για τη διδασκαλία και τις προειδοποιήσεις του.
Ένας “εορταστικός” Παΐσιος είναι αποδεκτός. Ένας προφητικός Παΐσιος ενοχλεί. Γι’ αυτό και πολλοί θέλουν τον Άγιο ακίνδυνο: σε εικόνες, σε λουλούδια και σε πανηγυρικούς λόγους. Όχι όμως ως φωνή αφυπνίσεως απέναντι σε ένα σύστημα που επιχειρεί να μετατρέψει τον άνθρωπο σε αριθμό, δεδομένο και ψηφιακά διαχειρίσιμη μονάδα.
Το πιο οδυνηρό, τελικά, δεν είναι ότι οι πολιτικοί χρησιμοποιούν την Εκκλησία. Η εξουσία πάντοτε το επιχειρούσε. Το τραγικό είναι όταν εκκλησιαστικοί άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται ότι έτσι συνεργούν, έστω άθελά τους, στη σταδιακή αλλοίωση του ορθόδοξου φρονήματος και στην αποδυνάμωση της ιερότητας του ναού.
Και τότε ο ναός, αντί να θυμίζει Βασιλεία Θεού, αρχίζει να θυμίζει δημόσια σκηνή του κόσμου τούτου. Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό σημείο των καιρών μας.
[1] https://www.trikalavoice.gr/%cf%84%ce%bf%cf%80%ce%b9%ce%ba%ce%ac/social-media-kai-neoi-exairetiki-ekdilosi-diorganothike-chthes-sti-diava/#goog_rewarded

Οι Προφητείες των Αγίων έγιναν πρωτοσέλιδα
Ήρθε η ώρα ο ελληνικός λαός να δει ποια κόμματα θα σταθούν απέναντι στον Σουλτάνο και θα του επιστρέψουν το νομοσχέδιό του ως απαράδεκτο
Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία που αυτό που για δεκαετίες ακουγόταν ως προειδοποίηση, ξαφνικά μετατρέπεται σε ψυχρή ειδησεογραφική πραγματικότητα.
Σήμερα, αυτό ακριβώς συμβαίνει.
Η Bloomberg αποκάλυψε ότι το καθεστώς του Recep Tayyip Erdoğan ετοιμάζει νομοσχέδιο με το οποίο η τουρκική Εθνοσυνέλευση θα του εκχωρήσει την εξουσία να ανακηρύσσει μονομερώς θαλάσσιες ζώνες έως και 200 ναυτικά μίλια από τις τουρκικές ακτές, να διεκδικεί δικαιώματα αλιείας, εξόρυξης, γεωτρήσεων και να ιδρύει θαλάσσια πάρκα ακόμη και σε περιοχές του Αιγαίου Πελάγους και της Ανατολικής Μεσογείου που η Άγκυρα χαρακτηρίζει «αμφισβητούμενες».
Με απλά λόγια: η Τουρκία ετοιμάζεται να μετατρέψει σε εσωτερικό της νόμο την επεκτατική θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Η Τουρκία νομοθετεί αυτό που η Ελλάδα φοβάται να υπερασπιστεί
Η ιστορική ειρωνεία είναι συγκλονιστική. Η Ελλάδα διαθέτει, βάσει του διεθνούς δικαίου της θάλασσας, το πλήρες κυριαρχικό δικαίωμα να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια.
Η Τουρκία όχι μόνο απειλεί με πόλεμο (casus belli) αν η Ελλάδα ασκήσει το νόμιμο δικαίωμά της, αλλά τώρα ετοιμάζεται να δώσει στον Ερντογάν εξουσία να χαράσσει μονομερώς ΑΟΖ 200 μιλίων, αγνοώντας τα κυριαρχικά δικαιώματα των ελληνικών νησιών.
Η Άγκυρα πράττει. Η Αθήνα διστάζει.
Η Άγκυρα νομοθετεί. Η Αθήνα καθησυχάζει.
Η Άγκυρα δημιουργεί τετελεσμένα. Η Αθήνα μιλά για «ήρεμα νερά».
Ποια «ήρεμα νερά»;
Την ίδια ώρα που η ελληνική κυβέρνηση διαφημίζει το αφήγημα της αποκλιμάκωσης, η πραγματικότητα τη διαψεύδει.
Η Τουρκία αμφισβητεί την κυριαρχία ελληνικών νησιών. Διατηρεί το casus belli. Προωθεί τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών». Θεσμοθετεί μονομερείς διεκδικήσεις και ετοιμάζεται να εμφανίσει ως «τουρκικά δικαιώματα» θαλάσσιες περιοχές του Αιγαίου.
Αυτά δεν είναι «ήρεμα νερά». Είναι η προετοιμασία μιας νέας κρίσης. Είναι η νομική προπαρασκευή ενός θερμού επεισοδίου.
Ο νόμος που προσπαθεί να σβήσει το Αιγαίο
Το Αιγαίο δεν είναι λευκό χαρτί για να το χρωματίζει η Άγκυρα όπως επιθυμεί. Δεν είναι κενός χώρος. Είναι χώρος ιστορίας, κυριαρχίας, δικαιωμάτων και αίματος.
Κάθε ελληνικό νησί — από το Καστελόριζο έως την Κρήτη, από τη Ρόδο έως τη Λέσβο — διαθέτει πλήρη δικαιώματα θαλασσίων ζωνών σύμφωνα με τη διεθνή έννομη τάξη. Η Τουρκία επιχειρεί να μετατρέψει μια αυθαίρετη γεωπολιτική φαντασίωση σε εσωτερικό της νόμο. Όμως ένας εθνικός νόμος δεν μπορεί να ακυρώσει το διεθνές δίκαιο.
Η διαχρονική ελληνική φοβία
Το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι μόνο η τουρκική επιθετικότητα. Είναι η ελληνική αναβλητικότητα.
Εδώ και δεκαετίες, οι ελληνικές κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν τα κυριαρχικά μας δικαιώματα όχι ως υποχρέωση άσκησης, αλλά ως αντικείμενο φόβου.
Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Υποχωρήσεις, καθυστερήσεις, «στρατηγική ψυχραιμία» και η σταδιακή εμπέδωση της τουρκικής ατζέντας.
Η ιστορία διδάσκει ότι όταν ένα κράτος δεν ασκεί τα δικαιώματά του, κάποιος άλλος σπεύδει να τα αμφισβητήσει.
Δεν αρκούν οι δηλώσεις «ανησυχίας»
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλες διπλωματικές κοινοτοπίες. Δεν αρκεί να λέμε ότι «παρακολουθούμε τις εξελίξεις». Δεν αρκεί να εκφράζουμε «ανησυχία».
Χρειάζεται σαφής εθνική στρατηγική. Να προχωρήσουμε σε άμεση επέκταση χωρικών υδάτων όπου και όταν κριθεί εθνικά αναγκαίο. Να κάνουμε πλήρη οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών με βάση το διεθνές δίκαιο. Να ξεκινήσει διεθνής κινητοποίηση στην Ε.Ε., τον ΟΗΕ και το NATO. Να σταλεί ξεκάθαρο μήνυμα ότι η ελληνική κυριαρχία δεν αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Η ώρα της πολιτικής αλήθειας
Ο ελληνικός λαός πρέπει να γνωρίζει ποια κόμματα και ποιοι από τα κόμματα είναι έτοιμοι να υπερασπιστούν έμπρακτα την εθνική κυριαρχία. Ποιοι θα σταθούν απέναντι στον νέο αυτόν τουρκικό νόμο. Ποιοι θα δηλώσουν καθαρά ότι το Αιγαίο δεν τεμαχίζεται με μονομερείς πράξεις της Άγκυρας. Και ποιοι θα συνεχίσουν να αποκοιμίζουν την κοινωνία με επικοινωνιακές διαβεβαιώσεις περί «ήρεμων νερών».
Το Αιγαίο δεν παραχωρείται
Υπάρχουν στιγμές όπου τα έθνη καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα στον φόβο και την αξιοπρέπεια. Ανάμεσα στην αναβολή και την ευθύνη. Ανάμεσα στη σιωπή και την ιστορία.
Η Τουρκία επέλεξε την κλιμάκωση.
Η Ελλάδα οφείλει να επιλέξει την αποφασιστικότητα.
Γιατί το Αιγαίο δεν είναι διαπραγματεύσιμο. Δεν είναι γκρίζο. Δεν είναι αμφισβητούμενο. Είναι ελληνικό και ευρωπαϊκό θαλάσσιο σύνορο.
Και η ιστορία δεν συγχωρεί εκείνους που, ενώ έβλεπαν την απειλή να πλησιάζει, επέλεξαν να την ονομάσουν «ήρεμα νερά».

Ένα παιδί δεν είναι δικαίωμα. Είναι πρόσωπο.
Η είδηση εδώ: https://www.iefimerida.gr/kosmos/italia-efeteio-eipe-oti-paidi-mporei-na-ehei-treis-goneis
Η πρόσφατη απόφαση ιταλικού εφετείου, σύμφωνα με την οποία ένα παιδί μπορεί να έχει νομικά τρεις γονείς, αποτελεί ένα ακόμη βήμα σε μια βαθιά ανθρωπολογική και ηθική μετατόπιση της εποχής μας. Η υπόθεση δεν αφορά απλώς μια τεχνική νομική ρύθμιση. Αγγίζει τον πυρήνα του ερωτήματος: τι είναι οικογένεια, τι είναι γονεϊκότητα και ποιο είναι το αληθινό συμφέρον του παιδιού.
Το παιδί δεν είναι αντικείμενο διεκδίκησης
Στη χριστιανική αντίληψη, το παιδί δεν αποτελεί «δικαίωμα» των ενηλίκων ούτε μέσο αυτοπραγμάτωσης. Είναι ανεπανάληπτο πρόσωπο, δώρο του Θεού, που έχει ανάγκη από σταθερότητα, ασφάλεια και σαφή αναφορά στην πατρική και μητρική παρουσία.
Άλλο πράγμα είναι η ελευθερία ενός ενηλίκου να οργανώνει την προσωπική ερωτική ζωή του όπως επιλέγει, και άλλο η αξίωση να αποκτήσει παιδί μέσω τεχνητών διαδικασιών, υιοθεσίας ή παρένθετης μητρότητας. Η κοινωνία μπορεί να αναγνωρίζει ατομικά δικαιώματα· δεν υποχρεούται όμως να μετατρέπει την επιθυμία σε αξίωση επί ενός παιδιού.
Η διαφορά ανάμεσα στην επιθυμία και στο συμφέρον του παιδιού
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι τι επιθυμούν οι ενήλικοι, αλλά τι χρειάζεται το παιδί.
Το παιδί δεν μπορεί να συναινέσει. Δεν επιλέγει το περιβάλλον στο οποίο θα μεγαλώσει. Φέρει τις συνέπειες αποφάσεων άλλων. Είναι ανυπεράσπιστο.
Η βιοηθική δεν μπορεί να περιορίζεται στην ικανοποίηση των ενηλίκων. Οφείλει να θέτει ως ύψιστο κριτήριο το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού.
Πατέρας και μητέρα: δύο διακριτές μορφές
Η ορθόδοξη χριστιανική παράδοση θεωρεί ότι η ανδρική και η γυναικεία παρουσία δεν είναι εναλλάξιμες. Ο πατέρας και η μητέρα προσφέρουν διαφορετικές αλλά συμπληρωματικές μορφές αγάπης, αναφοράς και ταυτότητας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ετερόφυλη οικογένεια είναι ιδανική ούτε ότι άλλες μορφές φροντίδας στερούνται αγάπης. Σημαίνει όμως ότι η κοινωνία οφείλει να αναγνωρίζει ως πρότυπο εκείνο που ανταποκρίνεται στη φυσική γένεση και στην ανθρωπολογική πραγματικότητα.
Η παρένθετη μητρότητα και η εμπορευματοποίηση του ανθρώπου
Ιδιαίτερα προβληματική είναι η πρακτική της παρένθετης μητρότητας.
Όταν το γενετικό υλικό προέρχεται από τρίτους, η κύηση ανατίθεται σε άλλη γυναίκα και η γονεϊκότητα κατανέμεται με συμβάσεις, τότε το παιδί κινδυνεύει να αντιμετωπιστεί ως προϊόν σχεδιασμού και συμβατικής κατασκευής.
Η μητρότητα κατακερματίζεται και η ανθρώπινη ζωή εισέρχεται σε λογική αγοράς και ανάθεσης.
Γιατί επιδιώκεται η τεκνοθεσία;
Το ερώτημα τίθεται με σεβασμό, αλλά και με ειλικρίνεια.
Εφόσον η πολιτεία έχει ήδη αναγνωρίσει το δικαίωμα προσωπικής συμβίωσης και γάμου, γιατί προβάλλεται ως αναγκαία και η τεκνοθεσία;
Η απάντηση φαίνεται να σχετίζεται με μια βαθύτερη ανάγκη των ομοφυλόφιλων ζευγαριών για πλήρη κοινωνική εξίσωση όλων των μορφών σχέσης, ώστε να θεωρηθεί ότι δεν υπάρχει καμία ουσιώδης διαφορά μεταξύ τους.
Όμως η ισότητα των ενηλίκων ενώπιον του νόμου δεν συνεπάγεται ότι όλες οι οικογενειακές δομές είναι ταυτόσημες ως προς τις ανάγκες του παιδιού.
Τρεις γονείς: η διάλυση της φυσικής αναφοράς
Η απόφαση του ιταλικού δικαστηρίου να αναγνωρίσει τρεις γονείς υπερβαίνει τα παραδοσιακά όρια της γονεϊκότητας.
Το παιδί καλείται να ενταχθεί σε ένα σχήμα όπου η βιολογική καταγωγή αποσυνδέεται από τη νομική σχέση, η μητρότητα και η πατρότητα τεμαχίζονται, ενώ οι φυσικές έννοιες υποκαθίστανται από νομικές κατασκευές.
Έτσι, η οικογένεια παύει να αποτελεί φυσική κοινότητα ζωής και μετατρέπεται σε ευέλικτο θεσμικό σχήμα, διαμορφούμενο κατά βούληση.
Η ορθόδοξη ματιά
Η Ορθόδοξη Εκκλησία διδάσκει ότι ο άνθρωπος δεν αυτοκατασκευάζεται. Ούτε η ζωή ούτε η οικογένεια αποτελούν πεδία απεριόριστου σχεδιασμού.
Ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο «ἄρσεν καὶ θῆλυ» και θεμελίωσε την οικογένεια στη συμπληρωματικότητα των δύο φύλων. Στο πλαίσιο αυτό, το παιδί γεννιέται ως καρπός σχέσης και αγάπης, όχι ως αντικείμενο συμβατικής διεκδίκησης.
Σεβασμός στα πρόσωπα, κριτική στις επιλογές
Κάθε άνθρωπος αξίζει σεβασμό, ανεξάρτητα από τον σεξουαλικό του προσανατολισμό. Η χριστιανική στάση δεν είναι περιφρόνηση ούτε εχθρότητα.
Ο σεβασμός όμως προς το πρόσωπο δεν συνεπάγεται αποδοχή κάθε κοινωνικής ή βιοηθικής διεκδίκησης.
Η αγάπη προς τον άνθρωπο συμβαδίζει με την ευθύνη να τίθενται όρια όταν διακυβεύεται το συμφέρον των παιδιών.
Η μεγάλη πρόκληση της εποχής μας είναι ότι συχνά μετατρέπουμε τις επιθυμίες των ενηλίκων σε απόλυτα δικαιώματα.
Όμως το παιδί δεν είναι τρόπαιο, ούτε μέσο επιβεβαίωσης, ούτε εργαλείο ιδεολογικής νομιμοποίησης.
Η κοινωνία οφείλει να θυμάται μια απλή αλήθεια:
Το παιδί δεν χρειάζεται πολλούς νομικούς γονείς. Χρειάζεται αγάπη, σταθερότητα και καθαρή αναφορά σε πατέρα και μητέρα.
Και όταν ο νόμος απομακρύνεται από τη φυσική τάξη των πραγμάτων, το ερώτημα δεν είναι αν όλα είναι πλέον δυνατά.
Το ερώτημα είναι αν εξακολουθούν να υπηρετούν τον άνθρωπο και κυρίως το παιδί.

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο: info@iepomenimera.gr