esoteriko

Γεώργιος Αποστολάκης: Κυβέρνηση ειδικού σκοπού για τη λογοδοσία; Χωρίς κάθαρση, νέα αρχή δεν υπάρχει!

exec 9e6ee9f8 b76a 4724 86af 50316f52c2bc

Κυβέρνηση ειδικού σκοπού για τη λογοδοσία;

Χωρίς κάθαρση, νέα αρχή δεν υπάρχει. 

Επτά χρόνια διακυβέρνησης Μητσοτάκη δεν άφησαν πίσω τους απλώς έναν μακρύ κατάλογο σκανδάλων. Ανέδειξαν ένα ολόκληρο σύστημα εξουσίας, στο οποίο η αδιαφάνεια, η πελατειακή συναλλαγή, η συγκάλυψη και η θεσμική ατιμωρησία τείνουν να μεταβληθούν από παρεκτροπή σε κανονικότητα.

Δεν είναι ούτε δίκαιο ούτε σοβαρό να ισχυριστεί κανείς ότι η διαφθορά γεννήθηκε στην Ελλάδα το 2019. Η πελατειακή οργάνωση του κράτους, η κομματική νομή των δημόσιων πόρων και η προστασία των ισχυρών έχουν βαθιές ρίζες. Αυτό όμως που χαρακτηρίζει την επταετία της κυβέρνησης Μητσοτάκη είναι η πρωτοφανής έκταση, η ποικιλία και, κυρίως, η θεσμική θωράκιση αυτών των φαινομένων.

Δεν έχουμε πια μεμονωμένες υποθέσεις χρηματισμού ή προσωπικού πλουτισμού. Έχουμε ένα πλέγμα εξουσίας που εκτείνεται σχεδόν παντού: στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος, στις κρατικές συμβάσεις και απευθείας αναθέσεις, στις αγροτικές επιδοτήσεις, στην ενημέρωση, στις τηλεπικοινωνίες, στις μυστικές υπηρεσίες, στην ασφάλεια των μεταφορών, στην αστυνομική και διοικητική λειτουργία, ακόμη και στους ίδιους τους μηχανισμούς δικαστικού και κοινοβουλευτικού ελέγχου.

Η διαφθορά εδώ δεν είναι μόνον οικονομική. Είναι πολιτική, θεσμική και ηθική. Δεν εκδηλώνεται μόνο όταν κάποιος ιδιοποιείται δημόσιο χρήμα. Εκδηλώνεται και όταν η εξουσία παρακολουθεί τους αντιπάλους της, όταν χειραγωγεί την ενημέρωση, όταν αλλοιώνει τη λειτουργία των ελεγκτικών θεσμών, όταν δυσχεραίνει τη διερεύνηση μιας τραγωδίας ή όταν χρησιμοποιεί την κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να προστατεύσει κυβερνητικά πρόσωπα.

Από τη «Λίστα Πέτσα» στα Τέμπη

Από τις πρώτες ημέρες της πανδημίας, η περίφημη «Λίστα Πέτσα» ανέδειξε τη χρήση του δημόσιου χρήματος ως μέσου διαμόρφωσης ενός ευνοϊκού μιντιακού περιβάλλοντος. Ακολούθησαν η πλημμυρίδα των απευθείας αναθέσεων, η αδιαφάνεια σε συμβάσεις και προμήθειες, οι υποθέσεις Πάτση και άλλων κυβερνητικών στελεχών, οι καταγγελίες για σχέσεις οικονομικής εξάρτησης μεταξύ κράτους, επιχειρηματικών συμφερόντων και μέσων ενημέρωσης.

Ύστερα ήλθε το σκάνδαλο των υποκλοπών. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, δημοσιογράφοι, υπουργοί, ανώτατοι στρατιωτικοί και επιχειρηματίες βρέθηκαν στο στόχαστρο παρακολουθήσεων της ΕΥΠ ή του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator. Και όλα αυτά ενώ η ΕΥΠ είχε υπαχθεί, με μία από τις πρώτες πράξεις της κυβέρνησης του 2019, απευθείας στον πρωθυπουργό.

Η πολιτική ευθύνη ήταν επομένως αδιαμφισβήτητη, ακόμη και αν δεν αποδεικνυόταν προσωπική γνώση κάθε επιμέρους παρακολούθησης. Αντί όμως να φωτισθεί πλήρως η υπόθεση, το κράτος επικαλέστηκε το «απόρρητο», οι κοινοβουλευτικοί έλεγχοι προσέκρουσαν σε τείχος σιωπής και η έρευνα για ενδεχόμενες ευθύνες κρατικών προσώπων τέθηκε στο αρχείο. Χρειάστηκε η απόφαση ενός κατώτερου δικαστηρίου, τον Φεβρουάριο του 2026, για να καταδικαστούν τέσσερα πρόσωπα συνδεόμενα με την Intellexa και να διαβιβασθεί εκ νέου η υπόθεση για διερεύνηση βαρύτερων αδικημάτων, ακόμη και ενδεχόμενης κατασκοπείας. Η εξέλιξη αυτή αποδεικνύει ότι η υπόθεση δεν ήταν ούτε φαντασίωση ούτε «θεωρία συνωμοσίας». Ήταν ένα πραγματικό πλήγμα στη δημοκρατική λειτουργία της χώρας.

Στα Τέμπη, πάλι, δεν έχουμε μόνον την εγκληματική κατάρρευση του σιδηροδρομικού κράτους. Έχουμε τις πολιτικές ευθύνες για τη μη λειτουργία των συστημάτων ασφαλείας, την πολυδιάσπαση αρμοδιοτήτων, τις συμβάσεις που καθυστερούσαν και μια κυβέρνηση που, μετά τον θάνατο 57 ανθρώπων, έσπευσε αρχικά να ενοχοποιήσει σχεδόν αποκλειστικά τον σταθμάρχη.

Ακολούθησαν η αλλοίωση του τόπου του δυστυχήματος, οι αντιφατικές κυβερνητικές δηλώσεις, η επιλεκτική διαχείριση στοιχείων και η ενεργοποίηση ολόκληρου επικοινωνιακού μηχανισμού για την αποδυνάμωση των συγγενών. Είτε κάθε καταγγελία αποδειχθεί τελικά βάσιμη είτε όχι, η συνολική συμπεριφορά της εξουσίας δημιούργησε εύλογη και βαθιά κοινωνική πεποίθηση ότι δεν αναζητήθηκε εξαρχής ολόκληρη η αλήθεια, αλλά επιδιώχθηκε ο περιορισμός της πολιτικής ζημίας.

Η Δικαιοσύνη μεταξύ εξάρτησης και ατολμίας

Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται και το σοβαρότερο ίσως πρόβλημα: η στάση της ελληνικής Δικαιοσύνης.

Δεν είναι δίκαιο να ισοπεδώνεται ολόκληρο το δικαστικό σώμα. Υπάρχουν δικαστές και εισαγγελείς που επιτελούν με ευσυνειδησία και θάρρος το καθήκον τους. Υπάρχουν όμως και υποθέσεις στις οποίες η ανώτατη δικαστική ηγεσία έδωσε την εντύπωση ότι περισσότερο προστάτευσε τη θεσμική ηρεμία της κυβέρνησης παρά αναζήτησε μέχρι τέλους την αλήθεια. Σε άλλες περιπτώσεις, η Δικαιοσύνη κινήθηκε με τέτοια καθυστέρηση και ατολμία, ώστε ο χρόνος λειτούργησε υπέρ των ελεγχόμενων.

Αυτό είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο. Όταν ο πολίτης πιστεύει ότι ο νόμος εφαρμόζεται αυστηρά στον αδύναμο αλλά διστακτικά στον υπουργό, στον κομματικό παράγοντα ή στον οικονομικά ισχυρό, δεν κλονίζεται απλώς η εμπιστοσύνη του σε μερικούς δικαστικούς λειτουργούς. Καταρρέει η ίδια η πεποίθηση ότι η δημοκρατία διαθέτει κοινό κανόνα για όλους.

Η εξάρτηση της δικαστικής ηγεσίας από κυβερνητικές επιλογές, οι κλειστές διαδικασίες, η απουσία ουσιαστικής λογοδοσίας και η έλλειψη αποτελεσματικού ελέγχου των καθυστερήσεων καλλιεργούν ένα περιβάλλον στο οποίο η ατιμωρησία δεν χρειάζεται πάντοτε ωμή παρέμβαση. Αρκούν η αναβολή, η κατάτμηση των δικογραφιών, η επίκληση του απορρήτου, η παραγραφή ή μία πρόωρη αρχειοθέτηση.

Ο ΟΠΕΚΕΠΕ ως κορύφωση του συστήματος

Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι η μέχρι τώρα κορύφωση, επειδή αποκαλύπτει όχι μόνο τη διαφθορά πολιτικών και διοικητικών στελεχών, αλλά τη διάχυσή της σε ένα ευρύ κοινωνικό δίκτυο.

Εδώ δεν φαίνεται να δρούσε ένας απομονωμένος αξιωματούχος. Ερευνάται ένας μηχανισμός στον οποίο φερόμενοι ως αγρότες ή κτηνοτρόφοι δήλωναν ανύπαρκτα βοσκοτόπια, ζώα ή εκτάσεις που δεν κατείχαν, με τη συνδρομή υπαλλήλων, μεσαζόντων και πολιτικών παραγόντων. Οι ευρωπαϊκοί πόροι, αντί να ενισχύουν τους πραγματικούς παραγωγούς, μετατρέπονταν σε μέσο πελατειακής εξαγοράς και παράνομου πλουτισμού.

Αυτό εξηγεί και γιατί η διαφθορά κατόρθωσε να αποκτήσει τέτοιο κοινωνικό βάθος. Όταν το πολιτικό σύστημα διδάσκει επί δεκαετίες ότι το κράτος δεν είναι κοινό αγαθό αλλά λάφυρο, δημιουργεί γύρω του συνενοχές: πολίτες που αποδέχονται την παρανομία επειδή ωφελούνται, διοικητικούς υπαλλήλους που εξυπηρετούν, κομματάρχες που μεσολαβούν και πολιτικούς που μετατρέπουν το δημόσιο χρήμα σε εκλογική πελατεία.

Η κοινωνική συμμετοχή στην παρανομία δεν απαλλάσσει την πολιτική εξουσία. Την επιβαρύνει. Διότι η κορυφή είναι εκείνη που καθορίζει τους κανόνες, επιλέγει τις διοικήσεις, διαθέτει τους μηχανισμούς ελέγχου και, τελικά, ωφελείται πολιτικά από τη διανομή των προνομίων.

Στις 16 Ιουλίου 2026 η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία άσκησε διώξεις κατά 22 στελεχών της Νέας Δημοκρατίας, μεταξύ των οποίων τέσσερις εν ενεργεία βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, για πράξεις που φέρονται να τελέστηκαν το 2021. Οι κατηγορίες αφορούν, μεταξύ άλλων, απιστία, παράνομη διαχείριση ευρωπαϊκών πόρων, ψευδή βεβαίωση και απόπειρα ηλεκτρονικής απάτης. Για επτά άλλους βουλευτές οι καταγγελίες αρχειοθετήθηκαν λόγω ανεπάρκειας αποδεικτικών στοιχείων, ενώ άλλες έρευνες, για διαφορετικές περιόδους και πράξεις, συνεχίζονται.

Το τεκμήριο αθωότητας ισχύει απολύτως για κάθε κατηγορούμενο. Όμως δεν επιτρέπεται να μετατρέπεται σε τεκμήριο πολιτικής αθωότητας ολόκληρου του συστήματος. Η μη δίωξη ορισμένων προσώπων δεν εξαφανίζει ούτε τις διώξεις των υπολοίπων ούτε το οργανωμένο σχήμα απάτης που ερευνάται ούτε τις πολιτικές ευθύνες για τη λειτουργία του Οργανισμού επί σειρά ετών.

Όταν ο πρωθυπουργός επιτίθεται στον ελεγκτή

Αντί ο πρωθυπουργός να διαβεβαιώσει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα αφεθεί απερίσπαστη να ολοκληρώσει όλες τις έρευνές της, επέλεξε να υποστηρίξει ότι «φάνηκε να εμπλέκεται στον εσωτερικό κομματικό ανταγωνισμό».

Πρόκειται για θεσμικά βαρύτατη δήλωση. Ίσως για πρώτη φορά Έλληνας πρωθυπουργός στρέφεται τόσο ευθέως κατά ενός ανεξάρτητου ευρωπαϊκού εισαγγελικού θεσμού, την ώρα μάλιστα που αυτός ερευνά στελέχη του κυβερνώντος κόμματος. Ο κ. Μητσοτάκης δεν αρκέστηκε να υπερασπιστεί το τεκμήριο αθωότητας. Αμφισβήτησε την αμεροληψία του ίδιου του ελεγκτικού θεσμού, αποδίδοντάς του κομματική λειτουργία.

Η δήλωση είναι ακόμη πιο προβληματική επειδή η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία όχι μόνο άσκησε διώξεις σε τέσσερις βουλευτές, αλλά αρχειοθέτησε τις καταγγελίες για άλλους επτά. Δηλαδή έπραξε ακριβώς αυτό που οφείλει να πράττει ένας δικαστικός θεσμός: διέκρινε τις περιπτώσεις σύμφωνα με το αποδεικτικό υλικό. Ο πρωθυπουργός χρησιμοποίησε τις αρχειοθετήσεις ως επιχείρημα εναντίον εκείνου του ίδιου θεσμού που τις αποφάσισε, παραβλέποντας τις διώξεις και τις έρευνες που συνεχίζονται.

Τι σηματοδοτεί αυτή η επίθεση;

Μπορεί να αποτελεί προσπάθεια αλλαγής της πολιτικής ατζέντας: από ελεγχόμενη η κυβέρνηση να εμφανιστεί ως θύμα μιας δήθεν ευρωπαϊκής ανάμιξης. Μπορεί να αποβλέπει στην απονομιμοποίηση των εισαγγελέων πριν από την αποκάλυψη νέων στοιχείων. Μπορεί ακόμη να είναι μια προκαταβολική άμυνα απέναντι στον φόβο ότι ο έλεγχος θα επεκταθεί σε μεγαλύτερο βάθος, σε άλλες χρονικές περιόδους και σε υψηλότερα επίπεδα πολιτικής ευθύνης.

Δεν μπορούμε σήμερα να γνωρίζουμε τι θα αποκαλύψουν οι συνεχιζόμενες έρευνες. Η χρονική όμως στιγμή και το περιεχόμενο της επίθεσης επιτρέπουν ένα εύλογο πολιτικό ερώτημα: φοβάται το Μέγαρο Μαξίμου μια νέα, μεγαλύτερη σειρά διώξεων και αποκαλύψεων; Και επιχειρεί από τώρα να πείσει την κοινωνία ότι όσα ενδεχομένως ακολουθήσουν δεν αποτελούν απονομή δικαιοσύνης αλλά πολιτική δίωξη;

Η απάντηση ανήκει στα στοιχεία και στους εισαγγελείς. Σε ένα κράτος δικαίου, όμως, ο ελεγχόμενος δεν δικαιούται να εκφοβίζει, να απαξιώνει ή να απονομιμοποιεί τον ελεγκτή του.

Το «επιτελικό κράτος» ως σύστημα συγκέντρωσης και διάχυσης ευθύνης

Η αντίφαση του λεγόμενου επιτελικού κράτους είναι αποκαλυπτική. Όταν η κυβέρνηση παρουσιάζει επιτυχίες, αυτές αποδίδονται στην προσωπική αποτελεσματικότητα του πρωθυπουργού. Όταν όμως αποκαλύπτεται ένα σκάνδαλο, κανείς στο κέντρο της εξουσίας δεν γνώριζε τίποτε.

Για τις παρακολουθήσεις ευθύνονται υπηρεσιακοί παράγοντες. Για τα Τέμπη ο σταθμάρχης και οι χρόνιες παθογένειες. Για τον ΟΠΕΚΕΠΕ οι προηγούμενες κυβερνήσεις, οι διοικήσεις, οι υπάλληλοι και οι πολίτες. Για τις απευθείας αναθέσεις οι έκτακτες ανάγκες. Για κάθε αποτυχία υπάρχει ένας κατώτερος υπεύθυνος· για κάθε επιτυχία ένας πρωθυπουργός.

Αυτό δεν είναι επιτελικό κράτος. Είναι συγκεντρωτική άσκηση εξουσίας με αποκεντρωμένη ευθύνη.

Και αυτή ακριβώς είναι η ποιοτική μεταβολή της διαφθοράς: δεν χρειάζεται πια να αποδειχθεί ότι κάθε πολιτικός έλαβε προσωπικά χρήματα. Αρκεί ένα σύστημα να νέμεται το κράτος, να εξαγοράζει ανοχή, να παρακολουθεί αντιπάλους, να ελέγχει την πληροφορία και να αποτρέπει ή να καθυστερεί τη λογοδοσία. Η διαφθορά γίνεται τότε μέθοδος διακυβέρνησης.

Κυβέρνηση ειδικού σκοπού για τη λογοδοσία;

Οι επόμενες εκλογές δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως μία ακόμη αναμέτρηση για το ποιος θα διαχειριστεί καλύτερα την οικονομία ή θα μοιράσει περισσότερες παροχές. Το πρώτο πολιτικό πρόταγμα πρέπει να είναι η αποκατάσταση της νομιμότητας: Πλήρης αποκάλυψη όλων των υποθέσεων. Απρόσκοπτη πρόσβαση των ελεγκτικών αρχών στα στοιχεία. Κατάργηση κάθε προσχηματικού απορρήτου. Προστασία μαρτύρων και ερευνητών. Κοινοβουλευτικός έλεγχος χωρίς μεθοδεύσεις. Επιστροφή των παρανόμως καταβληθέντων ποσών. Παραπομπή κάθε υπευθύνου, όσο ψηλά και αν βρίσκεται. Δίκαιη και ταχεία δίκη από πραγματικά ανεξάρτητη Δικαιοσύνη.

Τα κόμματα που θα προσφέρουν ουσιαστική υπηρεσία στον τόπο δεν είναι απλώς εκείνα που θα απομακρύνουν εκλογικά τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Είναι εκείνα που θα δεσμευθούν να ελέγξουν σε βάθος τον μητσοτακισμό ως σύστημα εξουσίας — χωρίς συμψηφισμούς, χωρίς ασυλίες, χωρίς εκδικητικότητα, αλλά και χωρίς κουκούλωμα.

Υπό αυτή την έννοια, η σκέψη μιας κυβέρνησης ειδικού σκοπού δεν είναι ούτε παράλογη ούτε αντιδημοκρατική. Θα μπορούσε να αποτελέσει αναγκαία μεταβατική λύση, εφόσον στηριχθεί σε σαφή, περιορισμένη και δημόσια συμφωνία: αποκατάσταση των θεσμών, διασφάλιση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, συγκρότηση πραγματικών εξεταστικών και προανακριτικών επιτροπών, παράδοση όλων των στοιχείων στις αρμόδιες αρχές και θεσμικές εγγυήσεις ώστε κανένα κυβερνητικό κέντρο να μην μπορεί ξανά να ελέγχει τον ελεγκτή του.

Μια κυβέρνηση, βέβαια, δεν «δικάζει» ούτε προαποφασίζει ενοχές. Αυτό θα ήταν εξίσου αυταρχικό. Οφείλει όμως να άρει τα εμπόδια, να επιτρέψει την έρευνα, να διασφαλίσει ότι οι νόμιμοι δικαστές θα φθάσουν ανεπηρέαστοι μέχρι το τέλος και ότι η πολιτική εξουσία δεν θα προστατεύσει κανέναν.

Το αίτημα δεν είναι να αντικατασταθεί μία κομματική αυθαιρεσία από μία άλλη. Είναι να επανέλθει η ισχύς του νόμου πάνω από την ισχύ της κυβέρνησης.

Γιατί ένα πολιτικό σύστημα που δεν λογοδοτεί δεν αυτοδιορθώνεται. Αναπαράγεται. Και μια κοινωνία που συγχωρεί τη διαφθορά επειδή «όλοι τα ίδια κάνουν» παραιτείται τελικά από το δικαίωμά της στη δημοκρατία.

Η χώρα δεν χρειάζεται μόνον εναλλαγή προσώπων. Χρειάζεται αλήθεια, δικαιοσύνη και κάθαρση. Χωρίς αυτά, η επόμενη κυβέρνηση μπορεί να είναι διαφορετική· η εξουσία όμως θα παραμείνει ίδια.

Χωρίς λογοδοσία δεν υπάρχει κάθαρση. Και χωρίς κάθαρση, νέα αρχή δεν υπάρχει.

1000 Πλήθος χαρακτήρων που απομένουν


Image
Image
Image
Image
Image

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο:  info@iepomenimera.gr