esoteriko

Γεώργιος Αποστολάκης: Όταν το αρχείο γίνεται καταφύγιο της εξουσίας

Screenshot 2026 08 08 at 10 37 47 Πρωτοσέλιδο Τα Νέα Εφημερίδα Τα Νέα

Όταν το αρχείο γίνεται καταφύγιο της εξουσίας

Η τρίτη άρνηση της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου να ερευνήσει ουσιαστικά το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν κλείνει την υπόθεση. Ανοίγει ένα ακόμη βαθύτερο ζήτημα: ποιος φυλάσσει τελικά τη νομιμότητα όταν η κορυφή της εισαγγελικής αρχής αρνείται επίμονα να την αναζητήσει;

Για τρίτη φορά η ηγεσία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου αρνείται να ανασύρει από το αρχείο τη δικογραφία των τηλεφωνικών υποκλοπών. Απορρίφθηκαν τα σχετικά αιτήματα του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, του πρώην υπουργού Χρήστου Σπίρτζη, του δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη και του δικηγόρου Ζαχαρία Κεσσέ, ο οποίος εκπροσωπεί θύματα των παρακολουθήσεων.

Η αιτιολογία είναι ότι δεν εμφανίσθηκαν «νέα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία», ικανά να δικαιολογήσουν την εφαρμογή του άρθρου 43 παρ. 6 ΚΠΔ και την επανεξέταση της υπόθεσης. Επικαλείται, μάλιστα, η Εισαγγελία ένα είδος «οιονεί δεδικασμένου», το οποίο υποτίθεται ότι απορρέει από τις προηγούμενες πράξεις αρχειοθέτησης και δεν επιτρέπει διαφορετική αξιολόγηση του ίδιου αποδεικτικού υλικού. Αυτό είναι, σε αδρές γραμμές, το σκεπτικό της νέας απορριπτικής πράξης.

Τυπικά, η εξήγηση εμφανίζεται νομικά τακτοποιημένη. Ουσιαστικά, όμως, αφήνει αναπάντητο το μείζον ερώτημα: Μπορεί μία διάταξη που αποβλέπει στην ασφάλεια του δικαίου να μετατρέπεται σε απροσπέλαστο τείχος προστασίας μιας ελλιπούς έρευνας;

Μετά την καταδίκη, τίποτε δεν είναι όπως πριν

Μεσολάβησε η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε ύστερα από 39 δικασίμους και έκρινε ενόχους τους Ταλ Ντίλιαν, Σάρα Χάμου, Φέλιξ Μπίτζιο και Γιάννη Λαβράνο για σειρά πράξεων σχετικών με τις παράνομες παρακολουθήσεις. Στους τέσσερις κατηγορουμένους επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης 126 ετών και 8 μηνών στον καθένα, με εκτιτέα τα οκτώ έτη και αναστολή μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Η απόφαση δεν είναι ακόμη αμετάκλητη· είναι όμως υπαρκτή δικαστική κρίση, προϊόν μακράς ακροαματικής διαδικασίας και εκτενούς αποδεικτικής έρευνας. Τα στοιχεία της καταδικαστικής απόφασης είναι συγκεκριμένα.

Δεν αρκεί, επομένως, να απαντά η Εισαγγελία ότι η ίδια η καταδίκη δεν αποτελεί αυτομάτως «νέο στοιχείο». Αυτό μπορεί να είναι τυπικά ορθό, αλλά αποφεύγει την ουσία.

Το κρίσιμο δεν είναι μόνο το διατακτικό της απόφασης. Είναι οι καταθέσεις, τα έγγραφα, οι ηλεκτρονικές επικοινωνίες, οι πραγματικές διαπιστώσεις και οι διασυνδέσεις που αναδείχθηκαν κατά τη δημόσια ακροαματική διαδικασία. Είναι, ακόμη, ο ισχυρισμός του ίδιου του Ταλ Ντίλιαν σε δικαστικό έγγραφο ότι το Predator είχε πωληθεί στις ελληνικές αρχές, στοιχείο που αποτέλεσε βάση νέου αιτήματος για ανάσυρση της δικογραφίας.

Εάν όλα αυτά θεωρούνται ήδη γνωστά και επαρκώς αξιολογημένα, τότε γεννάται ένα ακόμη βαρύτερο ερώτημα: Πώς είναι δυνατόν η μία δικαστική διαδικασία να καταλήγει σε βαριές καταδίκες, ενώ η κορυφαία εισαγγελική αρχή εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει τίποτε ουσιωδώς νέο που να αξίζει περαιτέρω έρευνα;

Η αντίφαση δεν θεραπεύεται με τη λέξη «αρχείο».

Η επίκληση του «οιονεί δεδικασμένου»

Ιδιαίτερα προβληματική είναι η επίκληση ενός «οιονεί δεδικασμένου» που προκύπτει από τις προηγούμενες αρχειοθετήσεις.

Το δεδικασμένο αποτελεί θεμελιώδη εγγύηση της έννομης τάξης όταν στηρίζεται σε δικαστική κρίση που εκδόθηκε μετά από πλήρη διαδικασία. Δεν μπορεί όμως να προσλαμβάνει την ίδια ακαμψία μια εισαγγελική πράξη αρχειοθέτησης προκαταρκτικής εξέτασης. Διαφορετικά, η αρχική αξιολόγηση της Εισαγγελίας καθίσταται πρακτικά απρόσβλητη, ακόμη και όταν μεταγενέστερες δικαστικές εξελίξεις αποκαλύπτουν ότι το πραγματικό έδαφος πάνω στο οποίο στηρίχθηκε ήταν ανεπαρκές ή εσφαλμένο.

Η διάταξη του άρθρου 43 παρ. 6 ΚΠΔ δεν θεσπίστηκε για να εξασφαλίζει την αθανασία των εισαγγελικών πορισμάτων. Επιτρέπει ακριβώς την ανάσυρση μιας υπόθεσης όταν αναφαίνονται νέα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία. Και η έννοια του «νέου στοιχείου» δεν πρέπει να ερμηνεύεται με τέτοια στενότητα ώστε να αποκλείει οτιδήποτε απειλεί να ανατρέψει την προηγούμενη εισαγγελική κρίση.

Όταν τίθεται υπό αμφισβήτηση η ίδια η λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, η ερμηνεία των δικονομικών διατάξεων οφείλει να υπηρετεί την αποκάλυψη της αλήθειας, όχι να προσφέρει προσχήματα για την αποφυγή της.

Τρεις αρχειοθετήσεις δεν αποτελούν σύμπτωση

Μία αρχειοθέτηση μπορεί να θεωρηθεί αποτέλεσμα διαφορετικής νομικής ή αποδεικτικής εκτίμησης. Η δεύτερη δημιουργεί εύλογα ερωτήματα. Η τρίτη, και μάλιστα μετά από όσα αποκαλύφθηκαν στη δίκη του Predator, συγκροτεί πλέον μια σταθερή θεσμική στάση: την απόφαση να μην ερευνηθεί περαιτέρω η ενδεχόμενη σύνδεση του παράνομου λογισμικού με κρατικούς μηχανισμούς και πολιτικά κέντρα.

Δεν διαθέτουμε έγγραφο που να αποδεικνύει ότι ο πρωθυπουργός έδωσε εντολή στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Αυτό πρέπει να λέγεται με ακρίβεια. Η Δικαιοσύνη, κατά το Σύνταγμα, είναι ανεξάρτητη και η απόφαση φέρει ακέραιη την ευθύνη του εισαγγελικού λειτουργού που την εξέδωσε.

Πολιτικά, όμως, το αποτέλεσμα είναι αδύνατον να αγνοηθεί: η διαδοχική άρνηση ουσιαστικής έρευνας λειτουργεί αντικειμενικά ως προστασία της κυβέρνησης Μητσοτάκη από την πλήρη διερεύνηση του σοβαρότερου ίσως θεσμικού σκανδάλου της μεταπολιτευτικής περιόδου.

Και όταν το ίδιο αποτέλεσμα επαναλαμβάνεται με αξιοθαύμαστη συνέπεια, παρά τις δικαστικές καταδίκες, τις νέες αποκαλύψεις, τα αιτήματα των θυμάτων και την καθολική σχεδόν απαίτηση της αντιπολίτευσης, η πολιτική πεποίθηση ότι πρόκειται για συμμόρφωση προς την κυβερνητική ανάγκη της συγκάλυψης παύει να είναι αυθαίρετη υποψία. Γίνεται εύλογο συμπέρασμα που γεννά η ίδια η συμπεριφορά των θεσμών.

Δεν προστατεύεται η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης με την απαίτηση να σιωπά η κοινωνία. Προστατεύεται όταν οι αποφάσεις της είναι τόσο πειστικές, πλήρεις και ουσιαστικές, ώστε να μην αφήνουν χώρο στην υπόνοια της πολιτικής εξάρτησης.

Η Δικαιοσύνη δεν κρίνεται μόνο από τη νομιμοφάνεια

Το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν είναι μία συνηθισμένη ποινική υπόθεση. Αφορά την παρακολούθηση πολιτικών προσώπων, υπουργών, δημοσιογράφων, στρατιωτικών και άλλων πολιτών. Αγγίζει την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, η οποία υπήχθη απευθείας στον πρωθυπουργό. Αφορά τον σκληρό πυρήνα του κράτους δικαίου: το απόρρητο των επικοινωνιών, την πολιτική ελευθερία, τη δημοκρατική λειτουργία και την προστασία του πολίτη απέναντι στην αυθαιρεσία της εκτελεστικής εξουσίας.

Σε τέτοιες υποθέσεις η Δικαιοσύνη δεν αρκεί να είναι τυπικά νομότυπη. Οφείλει να είναι θαρραλέα, ουσιαστική και πειστική.

Δεν καλείται να «παρακάμψει» τον νόμο ούτε να κατασκευάσει ανύπαρκτα αποδεικτικά στοιχεία. Οφείλει, όμως, να ερμηνεύσει τις δικονομικές δυνατότητες σύμφωνα με τον σκοπό τους, να αξιολογήσει αυτοτελώς όσα αναδείχθηκαν στη δίκη και να διατάξει κάθε αναγκαία έρευνα, χωρίς να προεξοφλεί ότι τίποτε νέο δεν πρόκειται να βρεθεί. Διότι νέα στοιχεία συχνά προκύπτουν ακριβώς από τις ανακριτικές πράξεις που τώρα ζητούνται και απορρίπτονται.

Το επιχείρημα «δεν ερευνούμε επειδή δεν υπάρχουν ήδη νέα στοιχεία» κινδυνεύει να καταλήξει σε έναν φαύλο κύκλο: δεν διατάσσονται νέες έρευνες, επομένως δεν προκύπτουν νέα στοιχεία· και επειδή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία, δεν διατάσσονται έρευνες.

Αυτό δεν είναι αποτελεσματική απονομή της Δικαιοσύνης. Είναι θεσμική ακινησία με προκαθορισμένο αποτέλεσμα.

Δεν μπαίνει η δημοκρατία στο αρχείο

Ο εισαγγελικός θεσμός χάνει την αξιοπιστία του όταν εμφανίζεται πρόθυμος να εξαντλήσει κάθε δικονομική ακροβασία για να αποφύγει τον ουσιαστικό έλεγχο μιας υπόθεσης, αλλά όχι την ίδια επιμονή για να φθάσει μέχρι την πλήρη αλήθεια.

Η εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη δεν επιβάλλεται με ανακοινώσεις ούτε απαιτείται ως πράξη πίστης από τους πολίτες. Κατακτάται με πράξεις ανεξαρτησίας, με πλήρεις έρευνες και με την απόδειξη ότι κανένα πρόσωπο και καμία εξουσία δεν βρίσκονται υπεράνω του νόμου.

Η τρίτη αρχειοθέτηση δεν θάβει μόνο μία δικογραφία. Θάβει ακόμη ένα τμήμα της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τον εισαγγελικό και τον δικαστικό θεσμό.

Και τελικά, το ερώτημα που μένει δεν είναι μόνο ποιος χρησιμοποίησε το Predator και ποιοι γνώριζαν. Είναι ακόμη πιο θεμελιώδες: Μπορεί η Δικαιοσύνη να ελέγξει την εξουσία ή έχει επιλέξει να την προφυλάξει;

Όσο δεν δίνεται καθαρή και πειστική απάντηση, το σκάνδαλο δεν κλείνει. Απλώς μεταφέρεται από τον φάκελο των υποκλοπών στον ακόμη βαρύτερο φάκελο της κρίσης του κράτους δικαίου.

1000 Πλήθος χαρακτήρων που απομένουν


Image
Image
Image
Image
Image

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο:  info@iepomenimera.gr