
«Δικαιοσύνη αλά Μητσοτάκη;»
Από το πρωτοσέλιδο στη διεθνή επιβεβαίωση μιας εσωτερικής κρίσης
Το πρωτοσέλιδο που θέτει ευθέως ζήτημα «χειραγώγησης της Θέμιδος» θα μπορούσε, υπό άλλες συνθήκες, να θεωρηθεί μια αιχμηρή δημοσιογραφική υπερβολή. Σήμερα όμως, σε συνδυασμό με τα δεδομένα των δημοσκοπήσεων[1] και κυρίως με τα ευρήματα ευρωπαϊκών θεσμών, αποκτά διαφορετικό βάρος: λειτουργεί ως συμπύκνωση μιας πραγματικότητας που επιβεβαιώνεται πλέον και εκτός Ελλάδας.
Η διεθνής διάσταση: όταν οι ίδιοι οι δικαστές μιλούν
Η πιο καταλυτική εξέλιξη δεν είναι εσωτερική. Είναι ευρωπαϊκή.
Η έρευνα του European Network of Councils for the Judiciary (2025)[2], βασισμένη σε 19.136 δικαστές από όλη την Ευρώπη, καταγράφει για την Ελλάδα βαθμολογία 5,6/10 ως προς την αντίληψη δικαστικής ανεξαρτησίας.
Το στοιχείο αυτό είναι κρίσιμο για τρεις λόγους: 1.- Δεν πρόκειται για γνώμη πολιτών, αλλά για αξιολόγηση των ίδιων των δικαστών. 2.- Η Ελλάδα κατατάσσεται χαμηλά, ακόμη και κάτω από χώρες που αντιμετωπίζουν διαχρονικά ζητήματα κράτους δικαίου. 3.- Επιβεβαιώνει ότι η κρίση δεν είναι επικοινωνιακή. Είναι θεσμικά βιωμένη από το εσωτερικό του συστήματος.
Με απλά λόγια: Η δυσπιστία δεν είναι μόνο κοινωνική. Είναι και ενδοδικαστική.
Η σύμπτωση των δεδομένων: κοινωνία – θεσμοί – Ευρώπη
Όταν συνδυάσει κανείς:
- το 24% εμπιστοσύνης (Public Issue),
- το 70–80% απώλειας εμπιστοσύνης (Alco, Metron),
- την καθολική καταγγελία καθυστερήσεων,
- και τη βαθμολογία 5,6/10 των ίδιων των δικαστών στην έρευνα του ENCJ,
τότε προκύπτει ένα ενιαίο συμπέρασμα: Δεν υπάρχει απλώς κρίση εικόνας. Υπάρχει κρίση ουσίας.
Τα ανώτατα δικαστήρια στο επίκεντρο της κρίσης
Η κρίση δεν αφορά τα κατώτερα επίπεδα της Δικαιοσύνης. Εστιάζει στον πυρήνα της: στα ανώτατα δικαστήρια και στη λειτουργία τους. Ο Άρειος Πάγος, το Συμβούλιο της Επικρατείας, το Ελεγκτικό Συνέδριο και τα Εφετεία βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο της δημόσιας κρίσης.
Δεν πρόκειται για αφηρημένη κριτική. Πρόκειται για κρίση που έχει διαμορφωθεί μέσα από συγκεκριμένες αποφάσεις και χειρισμούς. Μιλάμε για εμπεδωμένη συλλογική εμπειρία.
Υποθέσεις-σταθμοί που διαμόρφωσαν τη συλλογική πεποίθηση
- Η δολοφονία του Γιώργου Καραϊβάζ
Η μη εξιχνίαση της δολοφονίας ενός δημοσιογράφου που ερευνούσε το οργανωμένο έγκλημα αποτελεί μόνιμη πληγή. Το γεγονός ότι η υπόθεση επανέρχεται στις εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το κράτος δικαίου καταδεικνύει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο εσωτερικό — είναι ευρωπαϊκό. Για την «αδυναμία» εξιχνίασης της δολοφονίας αυτής η ευθύνη δεν βαρύνει μόνο τα αστυνομικά όργανα που ανέλαβαν την έρευνα αλλά και οι εισαγγελικοί λειτουργοί που επόπτευαν. Και δεν είναι η μοναδική περίπτωση ανεξιχνίαστης δολοφονίας.
- Funds και πλειστηριασμοί
Η νομολογία για τη νομιμοποίηση των funds δεν κρίθηκε μόνο νομικά. Κρίθηκε κοινωνικά.
Η αίσθηση που διαμορφώθηκε ήταν σαφής: η Δικαιοσύνη ευθυγραμμίζεται με ισχυρά οικονομικά συμφέροντα και μάλιστα με τέτοια ταχύτητα που αποτελεί δικαστικό ρεκόρ.
- Τέμπη: το τραύμα που έγινε θεσμικό ζήτημα
Η Τραγωδία των Τεμπών δεν είναι μόνο εθνική τραγωδία. Είναι και δοκιμασία της Δικαιοσύνης. Καθυστερήσεις, καταγγελίες για ελλιπή ανάκριση και αίσθηση μη πλήρους διερεύνησης ενίσχυσαν το πιο επικίνδυνο συναίσθημα: ότι η αλήθεια δεν αναζητείται με την απαιτούμενη ένταση.
- Υποκλοπές: η κορύφωση της δυσπιστίας
Η αρχειοθέτηση της υπόθεσης των υποκλοπών αποτέλεσε τομή. Η δημόσια απαίτηση της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος για παραίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δεν είναι απλή θεσμική διαφωνία. Συνιστά ιστορικό προηγούμενο θεσμικής αμφισβήτησης.
Η θεσμική διάσταση: όταν οι ίδιοι οι θεσμοί αμφισβητούν
Το πιο βαρύ στοιχείο δεν είναι η κοινωνική δυσαρέσκεια. Είναι ότι η αμφισβήτηση προέρχεται από θεσμικούς παράγοντες (Δικηγορικοί Σύλλογοι, Νομική επιστήμη, Δημόσιος λόγος υψηλής ευθύνης).
Όταν αυτοί οι φορείς μιλούν για προβληματικές αποφάσεις, για ελλείψεις ή για ανάγκη λογοδοσίας, η κρίση παύει να είναι «πολιτική». Γίνεται θεσμική.
Ο παράγοντας «καθυστέρηση» ως μορφή αδικίας
Η καθυστέρηση στην απονομή της Δικαιοσύνης δεν είναι τεχνική δυσλειτουργία. Είναι μορφή αδικίας. Ιδίως όταν αφορά υποθέσεις με πολιτικό βάρος, υποθέσεις με κοινωνική τραγωδία ή ζητήματα θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Η Δικαιοσύνη που αργεί, στην πράξη αποδυναμώνει την ευθύνη, ενισχύει την ατιμωρησία, και τελικά ακυρώνει τη λογοδοσία.
Το βαθύτερο όμως είναι άλλο: η αντίληψη επιλεκτικής λειτουργίας.
Η κοινωνία αντιλαμβάνεται ότι ορισμένες υποθέσεις προχωρούν αργά ή δεν φτάνουν ποτέ σε βάθος, ενώ άλλες κινούνται ταχύτερα ή με διαφορετική ένταση. Αυτή η αίσθηση, ανεξαρτήτως της πλήρους ακρίβειάς της, είναι αρκετή για να διαβρώσει την εμπιστοσύνη.
Η αντίληψη πολιτικής εγγύτητας
Η περίοδος διακυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη συμπίπτει με την κορύφωση αυτής της κρίσης.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο αν υπάρχει παρέμβαση. Το ζήτημα είναι ότι έχει διαμορφωθεί η πεποίθηση ότι η Δικαιοσύνη δεν είναι πλήρως ανεξάρτητη. Ότι οι κρίσιμες αποφάσεις δεν είναι θεσμικά «ουδέτερες» και η λογοδοσία των κυβερνώντων είναι περιορισμένη.
Η αντίληψη αυτή, ιδίως όταν επιβεβαιώνεται και από διεθνείς αξιολογήσεις, γίνεται πολιτικά καθοριστική.
Η επιλογή της ηγεσίας της από την εκτελεστική εξουσία, οι διορισμοί μετά την αφυπηρέτηση σε παχυλά αμειβόμενες θέσεις Ανεξάρτητων Αρχών κ.λπ., σε συνδυασμό με κρίσιμες αποφάσεις σε υποθέσεις υψηλού πολιτικού ενδιαφέροντος, αλλά και την έλλειψη ουσιαστικής λογοδοσίας, δημιουργούν μια εικόνα που η κοινωνία ερμηνεύει ως εγγύτητα προς την κυβερνητική εξουσία.
Και αυτή η εικόνα είναι, πολιτικά και θεσμικά, καταστροφική.
Το πρωτοσέλιδο ως αντανάκλαση μιας εδραιωμένης πεποίθησης
Το πρωτοσέλιδο που μιλά για «Δικαιοσύνη αλά Μητσοτάκη» δεν δημιουργεί την κρίση. Την αποτυπώνει.
Και η βαρύτητά του ενισχύεται από το γεγονός ότι δεν στηρίζεται μόνο σε δημοσιογραφική κρίση, αλλά βρίσκει αντιστοιχία σε κοινωνικά δεδομένα. Και πλέον επιβεβαιώνεται από ευρωπαϊκή θεσμική έρευνα.
Η ουσία: Δικαιοσύνη και λογοδοσία
Η Δικαιοσύνη είναι ο βασικός μηχανισμός λογοδοσίας της εξουσίας.
Όταν οι πολίτες δεν την εμπιστεύονται, οι δικαστές την αξιολογούν μέτρια, και οι θεσμικοί φορείς την αμφισβητούν, τότε το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι δημοκρατικό.
Λυπάμαι πολύ που το λέω, αλλά η σημερινή εικόνα της Δικαιοσύνης στην Ελλάδα δεν είναι αποτέλεσμα κομματικής υποβολής ή συγκυριακής δυσαρέσκειας. Είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων δικαστικών επιλογών, θεσμικών ελλειμμάτων και μιας γενικευμένης αίσθησης ατιμωρησίας.
Και πλέον, με την έρευνα του ENCJ, αποκτά και διεθνή επιβεβαίωση.
Η κοινωνία δεν ζητά «καλύτερη εικόνα» της Δικαιοσύνης. Ζητά πραγματική Δικαιοσύνη.
Γιατί χωρίς αυτήν, η λογοδοσία καταρρέει. Και χωρίς λογοδοσία, η δημοκρατία παύει να είναι ουσία, γίνεται τύπος.
[1] Υπάρχουν πρόσφατες και έγκυρες έρευνες από μεγάλες εταιρείες δημοσκοπήσεων που αποτυπώνουν μια σημαντική κρίση εμπιστοσύνης των Ελλήνων πολιτών προς τη Δικαιοσύνη. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η εμπιστοσύνη στον θεσμό βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, επηρεασμένη σε μεγάλο βαθμό από τη διαχείριση υποθέσεων με υψηλό κοινωνικό αντίκτυπο (όπως η τραγωδία των Τεμπών) και την καθυστέρηση στην απονομή της. Ακολουθούν τα βασικά ευρήματα από τις πιο πρόσφατες σοβαρές μετρήσεις (2025-2026): Κυριότερα Ευρήματα Πρόσφατων Δημοσκοπήσεων. Metron Analysis (Απρίλιος 2026 & Φεβρουάριος 2025): Σε πρόσφατη μέτρηση (Απρίλιος 2026), καταγράφεται έντονη δυσπιστία, ενώ το 80% των πολιτών εμφανίζεται να στηρίζει τις ενέργειες ευρωπαϊκών θεσμών (όπως της Ευρωπαίας Εισαγγελέως) έναντι των εγχώριων. Σε ειδική έρευνα για το Κράτος Δικαίου (Φεβρουάριος 2025), το 79% των πολιτών θεωρεί ότι η Δικαιοσύνη είναι «Αργή», ενώ η πλειονότητα εκφράζει δυσπιστία για την αποτελεσματικότητά της.Public Issue (Μάρτιος 2025): Σύμφωνα με τον «Δείκτη Εμπιστοσύνης στους Θεσμούς», μόλις το 24% των πολιτών (1 στους 4) δηλώνει ότι εμπιστεύεται τη Δικαιοσύνη. Η έρευνα επισημαίνει ότι η ραγδαία μείωση της εμπιστοσύνης που ξεκίνησε το 2023 συνεχίζεται σταθερά και τη διετία 2024-2025. Alco (Φεβρουάριος 2025): Περίπου 7 στους 10 Έλληνες (70%) δηλώνουν ότι έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στη Δικαιοσύνη και το κράτος Δικαίου. Το 71% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι δεν υπήρξε διευκόλυνση του έργου της Δικαιοσύνης από την κυβέρνηση στην υπόθεση των Τεμπών, γεγονός που επιτείνει το κλίμα δυσπιστίας. Kapa Research (Οκτώβριος 2025): Καταγράφει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς «στο ναδίρ», με το 97% των πολιτών να θεωρεί τη διαφθορά στη χώρα ως διαδεδομένη, επηρεάζοντας άμεσα την εικόνα της δικαστικής εξουσίας.
[2] Η έρευνα του Ευρωπαϊκού Δικτύου Δικαστικών Συμβουλίων (ENCJ) του 2025 επιβεβαιώνει ότι η Ελλάδα κατέγραψε χαμηλή βαθμολογία στην αντίληψη δικαστικής ανεξαρτησίας, με τους δικαστές να βαθμολογούν το σύστημα με 5,6 στα 10. Τα ευρήματα, που προκύπτουν από την ανάλυση 19.136 δικαστών, τοποθετούν τη χώρα χαμηλά στην ευρωπαϊκή κατάταξη, κάτω από χώρες όπως η Ουγγαρία και η Ουκρανία. Περισσότερες λεπτομέρειες για την έκθεση μπορείτε να βρείτε στην επίσημη αναφορά του ENCJ. https://research-portal.uu.nl/en/publications/encj-survey-among-judges-on-the-independence-of-the-judiciary-202/












Όροι & προϋποθέσεις
Συνδρομητής
Αναφορά
Τα σχόλιά μου