Ανώνυμη Εταιρεία Πολιτισμού: όταν η κληρονομιά γίνεται «προϊόν»
Το σημερινό πρωτοσέλιδο της «Εφημερίδας των Συντακτών» θέτει με οξύ, αλλά ουσιαστικά εύστοχο τρόπο, ένα ζήτημα που υπερβαίνει κατά πολύ μια απλή διοικητική μεταρρύθμιση: μπορεί η πολιτιστική κληρονομιά ενός λαού να οργανώνεται και να «αξιοποιείται» με τους κανόνες, τη γλώσσα και τα κριτήρια μιας εμπορικής επιχείρησης;
Το νομοσχέδιο του Υπουργείου Πολιτισμού, του οποίου η δημόσια διαβούλευση ολοκληρώθηκε στις 20 Ιουλίου και το οποίο προωθείται προς ψήφιση, ιδρύει την «Οργανισμό Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς Α.Ε.», με διακριτικό τίτλο «Hellenic Heritage». Χρειάζεται εδώ μία διευκρίνιση: δεν μετατρέπεται τυπικά ο υφιστάμενος ΟΔΑΠ σε ιδιωτική εταιρεία ούτε παραδίδονται κατά κυριότητα τα μνημεία σε ιδιώτες. Συστήνεται, όμως, ένα νέο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, υπό μορφή Ανώνυμης Εταιρείας, ως ο «βασικός εκτελεστικός και επιχειρησιακός βραχίονας» του ΟΔΑΠ. Το 90% του κεφαλαίου του θα ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο και το 10% στον ΟΔΑΠ, ενώ οι μετοχές χαρακτηρίζονται αμεταβίβαστες. Η διάρκειά του ορίζεται σε πενήντα χρόνια, με δυνατότητα παράτασης για άλλα 50 χρόνια.
Επομένως, το πρόβλημα δεν βρίσκεται πρωτίστως στο ποιος θα κατέχει τις μετοχές. Βρίσκεται στη μεταφορά κρίσιμων λειτουργιών της πολιτιστικής διαχείρισης σε ένα εταιρικό σχήμα που διαθέτει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και έχει ρητά εμπορική αποστολή.
Η νέα Α.Ε. θα διαχειρίζεται το ηλεκτρονικό εισιτήριο και τα συστήματα πρόσβασης στους αρχαιολογικούς χώρους, θα εισηγείται την τιμολογιακή πολιτική με ρητό σκοπό την αύξηση των εσόδων, θα λειτουργεί πωλητήρια και ηλεκτρονικά καταστήματα, θα συνεργάζεται με ιδιωτικά εμπορικά δίκτυα, θα διαχειρίζεται αναψυκτήρια και ακίνητα του ΟΔΑΠ και του Υπουργείου Πολιτισμού, θα μπορεί να εκμισθώνει ή να παραχωρεί τη χρήση τους και να αναπτύσσει ακόμη και «εξατομικευμένες υπηρεσίες και εμπειρίες γαστρονομίας» μέσα σε αρχαιολογικούς χώρους, μνημεία και μουσεία. Θα μπορεί, επίσης, να προσφεύγει σε εξωτερικούς αναδόχους για την άσκηση δραστηριοτήτων της. Αυτά δεν αποτελούν εκτιμήσεις των αντιδρώντων· περιγράφονται στο ίδιο το σχέδιο νόμου.
Η κυβερνητική επιχειρηματολογία είναι γνωστή: εκσυγχρονισμός, ευελιξία, καλύτερη εξυπηρέτηση των επισκεπτών, ψηφιακές υπηρεσίες, αύξηση των εσόδων και αξιοποίησή τους για τη συντήρηση και ανάδειξη των μνημείων. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι τα πωλητήρια πρέπει να λειτουργούν, οι χώροι να είναι καθαροί και προσβάσιμοι, τα εισιτήρια να εκδίδονται εύκολα και τα έσοδα να αξιοποιούνται αποτελεσματικά. Ο δημόσιος χαρακτήρας δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για αδράνεια, κακοδιοίκηση ή εγκατάλειψη.
Από αυτό, όμως, δεν έπεται ότι η λύση είναι η εταιρικοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς. Αν το Δημόσιο δεν λειτουργεί επαρκώς, οφείλουμε να το διορθώσουμε, όχι να μεταφέρουμε τις αρμοδιότητές του σε δομές που σκέπτονται με όρους «brand», εμπορικής πολιτικής, εσόδων και πελατειακής εμπειρίας. Η οργανωτική μορφή δεν είναι ουδέτερη. Όταν ο φορέας που διαχειρίζεται την πρόσβαση και τις υπηρεσίες γύρω από τα μνημεία συγκροτείται ως Ανώνυμη Εταιρεία, το μνημείο παύει βαθμιαία να αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως φορέας ιστορικής μνήμης και δημόσιας παιδείας και αρχίζει να αξιολογείται ως οικονομικό περιουσιακό στοιχείο.
Αυτόν ακριβώς τον κίνδυνο επισημαίνουν ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων και τα σωματεία των εργαζομένων του Υπουργείου Πολιτισμού. Καταγγέλλουν ότι ο ΟΔΑΠ και η Αρχαιολογική Υπηρεσία συρρικνώνονται, ενώ οι οικονομικά αποδοτικότερες λειτουργίες και σημαντικοί δημόσιοι πόροι μεταφέρονται στη νέα Α.Ε. Προειδοποιούν ότι ο κοινωνικός, εκπαιδευτικός και επιστημονικός ρόλος των μνημείων κινδυνεύει να παραμεριστεί προς όφελος των ιδιωτικών εκδηλώσεων, των εμπορικών χρήσεων και της αύξησης των εσόδων. Η ανησυχία αυτή δεν είναι ιδεοληψία ούτε συντεχνιακή αντίδραση. Ενισχύεται από προηγούμενες επιλογές, όπως οι ακριβές «πριβέ» επισκέψεις, οι ιδιωτικές δεξιώσεις και η εκχώρηση υπηρεσιών των αρχαιολογικών χώρων σε εργολάβους. Η κοινή ανακοίνωση των σωματείων συνοψίζει εύστοχα το πρόβλημα: «Οι αρχαιολογικοί χώροι και τα μνημεία δεν είναι οίκοι εμπορίου».
Τα μνημεία ασφαλώς δεν πωλούνται ούτε μεταβιβάζονται με το νομοσχέδιο. Παραμένουν υπό τη συνταγματική προστασία του κράτους. Η ιδιωτικοποίηση, όμως, δεν αρχίζει πάντοτε με την πώληση της κυριότητας. Μπορεί να αρχίσει με την ιδιωτικοποίηση της λειτουργίας, της χρήσης, των εσόδων και, τελικά, της ίδιας της νοοτροπίας με την οποία προσεγγίζεται ένα δημόσιο αγαθό. Η κερκόπορτα ανοίγει όταν η επιτυχία ενός μνημείου αρχίζει να μετριέται περισσότερο από τον τζίρο, την επισκεψιμότητα και την «εμπορική εμπειρία» παρά από την προστασία, την έρευνα, την παιδεία και την καθολική προσβασιμότητά του.
Γι’ αυτό και συντάσσομαι με την αντίδραση των αρχαιολόγων και με την ουσία του σημερινού πρωτοσέλιδου. Ο άκρατος νεοφιλελευθερισμός, που επιχειρεί να αποτιμήσει τα πάντα με βάση την οικονομική τους απόδοση, πρέπει να συναντήσει επιτέλους ένα σαφές όριο. Και αυτό το όριο είναι τα μνημεία, η ιστορική μνήμη και κάθε δημόσιο αγαθό που ανήκει εξίσου στις προηγούμενες, στη σημερινή και στις επόμενες γενιές.
Ο πολιτισμός χρειάζεται πόρους, καλή διοίκηση και σύγχρονες υπηρεσίες. Δεν χρειάζεται, όμως, να γίνει επιχείρηση. Η Ακρόπολη, οι Δελφοί, η Ολυμπία, οι αρχαιολογικοί χώροι και τα μουσεία μας δεν είναι «brands», ούτε σκηνικά πολυτελών γευμάτων για όσους μπορούν να πληρώσουν. Είναι η συλλογική μνήμη και η ταυτότητα του λαού μας.
Και η μνήμη ενός λαού δεν μπαίνει σε εταιρικό ισολογισμό.












Όροι & προϋποθέσεις
Συνδρομητής
Αναφορά
Τα σχόλιά μου