



Τι προτείνω για τις εκλογές
Σαφώς και δεν προτείνω γενικά και αφηρημένα την αποχή. Ούτε θεωρώ ότι η μη συμμετοχή από μόνη της παράγει πολιτικό αποτέλεσμα.
Αλλά ταυτόχρονα δεν πιστεύω ότι η απλή εναλλαγή κομμάτων μπορεί να μεταβάλει τη φύση του συστήματος.
Όπως και ο Κοντογιώργης λέει: «Το πρόβλημα δεν είναι ποιος θα κυβερνήσει. Το πρόβλημα είναι ποιος κατέχει το πολιτικό σύστημα.» Κατά τη γνώμη του, σήμερα το πολιτικό σύστημα ανήκει στο πολιτικό προσωπικό και όχι στην κοινωνία.
Άρα τι κάνει ένας συνεπής πολίτης;
Θεωρητικά έχει τέσσερις επιλογές:
1. Να ψηφίζει το λιγότερο κακό
Αυτό είναι η πιο συνηθισμένη στάση. Γνωρίζει ότι το σύστημα δεν αλλάζει, αλλά θα επιλέξει εκείνον που θεωρεί λιγότερο επιζήμιο. Αυτή είναι στάση τακτικής. Όχι στρατηγικής.
2. Να στηρίζει δυνάμεις που ζητούν θεσμικές αλλαγές
Εδώ το κριτήριο δεν είναι αν κάποιος συμφωνεί με όλες τις θέσεις ενός κόμματος. Το κριτήριο είναι: Προτείνει το συγκεκριμένο κόμμα θεσμούς λογοδοσίας, ανακλητότητας, δημοψηφισμάτων, ελέγχου της εξουσίας; Εάν ναι, το υποστηρίζω.
3. Να απέχει ή λευκό
Η αποχή ή το λευκό είναι συνεπής μόνο αν συνοδεύεται από πολιτική εξήγηση. Όχι: «Δεν με ενδιαφέρει.» Αλλά: «Δεν νομιμοποιώ ένα σύστημα που με θέλει μόνο ψηφοφόρο και όχι πολίτη.» Όπως και ο Κοντογιώργης επισημαίνει, η αποχή από μόνη της δεν δημιουργεί πολιτικό υποκείμενο. Η εξουσία συνεχίζει να λειτουργεί κανονικά.
4. Να εργαστεί για τη συγκρότηση κοινωνίας πολιτών
Το βάρος δεν πέφτει ούτε στην ψήφο ούτε στην αποχή. Πέφτει στη συγκρότηση πολιτών. Στην ανάπτυξη συλλογικοτήτων, κοινωνικών δικτύων, δημόσιου διαλόγου, τοπικών κοινωνιών, πολιτειακής παιδείας. Δηλαδή στη δημιουργία ενός "δήμου" που θα μπορέσει κάποτε να διεκδικήσει θεσμούς πραγματικής λογοδοσίας.
Αν με ρωτήσεις ευθέως: «Εσύ δηλαδή τι κάνεις; Ψηφίζεις ή απέχεις;»
Θα σου απαντούσα έτσι: «Η ψήφος ή η αποχή είναι δευτερεύον ζήτημα. Το κύριο ζήτημα είναι αν η κοινωνία αποκτά τα μέσα να ελέγχει την εξουσία. Αν δεν συμβεί αυτό, ούτε η ψήφος ούτε η αποχή αρκούν για να αλλάξουν το πολιτικό σύστημα.»
Δεν πιστεύω στη σωτηρία μέσω του επόμενου κόμματος. Πιστεύω στην ανάγκη να αποκτήσει η κοινωνία θεσμούς ελέγχου της εξουσίας. Χωρίς αυτούς, οι εκλογές αλλάζουν κυβερνήτες, όχι το σύστημα.
Δεν υπάρχουν σχόλια
Τι πιστεύω για το σημερινό κοινοβουλευτικό σύστημα
Πιστεύω ότι αποτελεί πρόοδο σε σχέση με τα απολυταρχικά καθεστώτα του παρελθόντος.
Προστατεύει βασικές ελευθερίες. Επιτρέπει την εναλλαγή κυβερνήσεων. Διασφαλίζει ορισμένα ατομικά δικαιώματα.
Όμως δεν είναι πραγματική δημοκρατία. Ο πολίτης καλείται κάθε τέσσερα χρόνια να επιλέξει ποιος θα κυβερνήσει, αλλά δεν συμμετέχει ουσιαστικά στη διακυβέρνηση ούτε διαθέτει αποτελεσματικά μέσα ελέγχου της εξουσίας.
Γιατί δεν περιμένω ουσιαστική αλλαγή από αυτό
Διότι το πρόβλημα δεν είναι πρωτίστως τα πρόσωπα. Είναι η αρχιτεκτονική του συστήματος.
Οποιοδήποτε κόμμα κι αν εκλεγεί, μόλις αναλάβει την εξουσία λειτουργεί μέσα στο ίδιο θεσμικό πλαίσιο: συγκέντρωση εξουσίας στο πρωθυπουργικό κέντρο, κομματική πειθαρχία, εξάρτηση των βουλευτών από τους κομματικούς μηχανισμούς, περιορισμένος έλεγχος της εκτελεστικής εξουσίας, απουσία θεσμών άμεσης λογοδοσίας προς την κοινωνία.
Έτσι, οι κυβερνήσεις αλλάζουν, αλλά το μοντέλο διακυβέρνησης παραμένει σχεδόν αμετάβλητο.
Ποια είναι η βαθύτερη διαφωνία
Η βαθύτερη διαφωνία είναι ότι σήμερα ο πολίτης θεωρείται κυρίως εκλογέας.
Θεωρώ ότι ο πολίτης πρέπει να είναι συνδιαμορφωτής της πολιτικής ζωής. Δηλαδή: να ελέγχει, να αξιολογεί, να ανακαλεί, να συμμετέχει. Όχι μόνο να ψηφίζει.
Δεν πιστεύω ότι η κρίση της χώρας είναι απλώς κρίση προσώπων ή κομμάτων. Είναι κρίση πολιτειακής αρχιτεκτονικής. Όσο η κοινωνία παραμένει χωρίς ουσιαστικά μέσα ελέγχου της εξουσίας, οι κυβερνήσεις θα αλλάζουν, αλλά τα βασικά προβλήματα θα αναπαράγονται.
Δεν αμφισβητώ τις εκλογές. Αμφισβητώ ότι οι εκλογές αρκούν για να υπάρξει δημοκρατία.

Δεν ήταν μια άρνηση χαιρετισμού. Ήταν ένα μήνυμα.
Η φράση της χήρας του Γιώργου Σουφλιά προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην κηδεία του συζύγου της: «Είμαι υποχρεωμένη να σε ευχαριστήσω που ήρθες. Δε θα σε χαιρετήσω όμως, γιατί δεν είμαι υποχρεωμένη να σε χαιρετήσω», δεν ήταν απλώς μια προσωπική ψυχρότητα. Όσοι γνωρίζουν τη διαδρομή του Γιώργου Σουφλιά, αλλά και το ήθος της οικογένειάς του, αντιλαμβάνονται ότι πίσω από αυτά τα λίγα λόγια κρυβόταν κάτι βαθύτερο.
Ήταν η σιωπηλή διαμαρτυρία ενός ολόκληρου πολιτικού κόσμου που βλέπει τη σημερινή Νέα Δημοκρατία να έχει απομακρυνθεί δραματικά από τις ρίζες της.
Η Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Καραμανλή ιδρύθηκε ως παράταξη λαϊκή, πατριωτική, κοινωνική και εθνικά προσανατολισμένη. Η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει μετατραπεί σε έναν μηχανισμό τεχνοκρατικής διαχείρισης, βαθιά εξαρτημένο από υπερεθνικά κέντρα, αφοσιωμένο στην αγορά, στους αριθμούς και στον ψηφιακό μετασχηματισμό, αλλά ολοένα πιο αποκομμένο από τις αγωνίες της κοινωνίας.
Δεν είναι τυχαίο ότι από τη σημερινή πορεία της κυβέρνησης αποστασιοποιούνται διαρκώς πρόσωπα που αποτελούν ζωντανά σύμβολα της ιστορικής παράταξης. Ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής έχει επανειλημμένα εκφράσει σοβαρές επιφυλάξεις για κρίσιμες επιλογές της κυβέρνησης. Το ίδιο και ο Αντώνης Σαμαράς, ο οποίος πλέον ασκεί ανοιχτή και σκληρή κριτική σε ζητήματα εθνικής πολιτικής, ταυτότητας και κυριαρχίας.
Όταν λοιπόν ακόμη και οι ιστορικές μορφές της παράταξης στέκονται απέναντι στην τωρινή της πορεία, η στάση της χήρας του Γιώργου Σουφλιά αποκτά έναν συμβολισμό που υπερβαίνει το προσωπικό επίπεδο. Ήταν σαν να έλεγε ότι ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία που υπηρέτησε ο Σουφλιάς και στη Νέα Δημοκρατία που κυβερνά σήμερα έχει ανοίξει ένα βαθύ χάσμα.
Κάποτε τα κόμματα άλλαζαν για να παραμείνουν ζωντανά. Σήμερα μοιάζουν να αλλάζουν τόσο πολύ ώστε να μην αναγνωρίζονται ούτε από τους ίδιους τους ανθρώπους που τα υπηρέτησαν επί δεκαετίες.
Και αυτό ίσως είναι το πιο ηχηρό πολιτικό μήνυμα που ακούστηκε εκείνη την ημέρα. Όχι από κάποιο βήμα. Όχι από κάποια κομματική ανακοίνωση. Αλλά από μια γυναίκα που αρνήθηκε να προσφέρει έναν τυπικό χαιρετισμό. Έναν χαιρετισμό που, κατά τη συνείδησή της, θα σήμαινε αποδοχή εκείνου που η ίδια θεωρεί ότι η παράταξή της δεν είναι πλέον.

«Νέος πατριωτισμός» ή πολιτική μεταμφίεση;
Υπάρχουν λέξεις που δεν σηκώνουν πολιτικά παιχνίδια. Λέξεις ποτισμένες με αίμα, θυσίες και ιστορία. Μία από αυτές είναι η λέξη Πατρίδα.
Και όμως, ο Αλέξης Τσίπρας, ο άνθρωπος που επί χρόνια αντιμετώπιζε κάθε παραδοσιακή μορφή εθνικής συνείδησης περίπου ως «εθνικισμό», εμφανίζεται τώρα ως κήρυκας ενός δήθεν «νέου πατριωτισμού». Μόνο που ο πατριωτισμός δεν είναι πολιτικό rebranding. Δεν είναι διαφημιστικό σύνθημα. Δεν αλλάζει μορφή ανάλογα με τις δημοσκοπήσεις.
Ο αληθινός πατριωτισμός γεννήθηκε στις Θερμοπύλες, στο Μεσολόγγι, στη Μακεδονία του Παύλου Μελά, στην Κύπρο του ’74. Και πάνω απ’ όλα, ο αληθινός πατριωτισμός δεν εκχωρεί όνομα, ιστορία και ταυτότητα του Γένους.
Η πληγή των Πρεσπών
Ο ίδιος άνθρωπος που σήμερα μιλά για «πατρίδα» είναι εκείνος που υπέγραψε τη Συμφωνία των Πρεσπών. Ο άνθρωπος που παρέδωσε το όνομα της Μακεδονίας σε ένα σλαβικό κράτος. Που αναγνώρισε «μακεδονική» εθνότητα και «μακεδονική» γλώσσα σε ανθρώπους που ούτε Έλληνες είναι ούτε ιστορικά Μακεδόνες.
Και το έκανε ενώ εκατομμύρια Έλληνες φώναζαν στους δρόμους: «Η Μακεδονία είναι ελληνική».
Για τον παραδοσιακό Έλληνα πατριώτη, η Μακεδονία δεν είναι «γεωπολιτικός φάκελος». Είναι ο Φίλιππος, ο Αλέξανδρος, οι Μακεδονομάχοι, ο Παύλος Μελάς, τα χώματα που ποτίστηκαν με ελληνικό αίμα.
Η Ιστορία δεν είναι ιδεολογικό παιχνίδι. Και τα έθνη δεν επιβιώνουν όταν αποκόπτονται από τη μνήμη τους.
Ο «νέος πατριωτισμός» και η πολιτική υποκρισία
Τώρα ο κ. Τσίπρας μάς λέει ότι πατριωτισμός είναι η αντίσταση στις ελίτ, η κοινωνική δικαιοσύνη, η δημοκρατία, η λαϊκή κυριαρχία.
Αλήθεια; Αυτός δεν ήταν που έφερε τα αρπακτικά funds και τα τραπεζικά ζόμπι στην ελληνική κοινωνία; Που κατήργησε ουσιαστικά την προστασία της πρώτης κατοικίας; Που άνοιξε τον δρόμο για να περάσουν σπίτια Ελλήνων σε διεθνή κερδοσκοπικά κεφάλαια; Ποιος πατριωτισμός αφήνει τον λαό του να χάνει το σπίτι του;
«Υπερασπίστηκε τη δημοκρατία»;
Ποιος; Ο άνθρωπος που μετέτρεψε το περήφανο ΟΧΙ του ελληνικού λαού σε ΝΑΙ μέσα σε λίγες ημέρες; Δεν υπάρχει μεγαλύτερη προσβολή της λαϊκής κυριαρχίας από αυτό. Ο λαός μίλησε. Και η κυβέρνηση Τσίπρα ανέτρεψε πλήρως τη λαϊκή εντολή.
Αυτό δεν είναι υπεράσπιση της δημοκρατίας. Είναι η ακύρωσή της.
«Υπερασπίστηκε τον λαό»;
Με ποιον τρόπο; Με ΜΑΤ, χημικά και καταστολή απέναντι σε διαδηλωτές; Με δακρυγόνα σε συνταξιούχους; Με βία στις κινητοποιήσεις κατά των Πρεσπών; Τελικά, όλοι μιλούν στο όνομα του λαού, μέχρι να βγει ο λαός στον δρόμο.
Ο ψηφιακός έλεγχος ως νέο πρόσωπο της εξουσίας
Και τώρα, ο ίδιος άνθρωπος υπόσχεται περισσότερο «ψηφιακό κράτος για τον πολίτη».
Φιλικό, λέει. Αλλά ποιος έφερε τη νομοθεσία για τις ηλεκτρονικές ταυτότητες; Ποιος άνοιξε τον δρόμο για τη διαρκή ψηφιακή διασύνδεση του πολίτη με το κράτος;
Ο παραδοσιακός πατριωτισμός δεν βλέπει τον άνθρωπο ως barcode ή ψηφιακό φάκελο. Τον βλέπει ως πρόσωπο. Ως ελεύθερη ψυχή. Ως φορέα ιστορίας, πίστης και πολιτισμού. Ο Έλληνας δεν είναι «χρήστης υπηρεσιών». Δεν είναι αριθμός σε μια βάση δεδομένων.
Ο πατριωτισμός δεν είναι πολιτική μόδα
Ο αληθινός πατριωτισμός δεν είναι ούτε αριστερός ούτε δεξιός.
Είναι αγάπη για το Γένος, σεβασμός στους προγόνους, προστασία της πατρίδας, υπεράσπιση της ελευθερίας του λαού, και άρνηση να μετατραπεί ο άνθρωπος σε υπήκοο μιας απρόσωπης τεχνοκρατίας.
Γι’ αυτό και ο λαός δυσκολεύεται να πιστέψει όσους ανακάλυψαν ξαφνικά τον «πατριωτισμό», αφού πρώτα πολέμησαν κάθε παραδοσιακή μορφή του. Διότι ο πατριωτισμός δεν είναι πολιτικό σύνθημα. Είναι ρίζα. Και όποιος κόβει τις ρίζες ενός λαού, αργά ή γρήγορα αφήνει τον ίδιο τον λαό χωρίς μέλλον.

Κόμμα «Καρυστιανού»: δημοκρατική επανάσταση ή ηθικό προσωπείο του παλιού συστήματος;
Ο Κλ. Γρίβας στο άρθρο του «Η εξέλιξη του Κινήματος των Τεμπών»[1] λέει κάτι σκληρό αλλά κρίσιμο: ότι το Κίνημα των Τεμπών, αν μείνει μόνο μνήμη, πένθος και καταγγελία, κινδυνεύει να γίνει «οργανωτής μνημόσυνων»· αν όμως μπει στην πολιτική χωρίς θεσμούς εσωτερικής δημοκρατίας, κινδυνεύει να γίνει άλλο ένα κόμμα αρχηγού. Κεντρική του θέση είναι ότι η Δημοκρατία απαιτεί έξι πράγματα: κλήρωση, εκλεξιμότητα, ανακλητότητα, υπευθυνότητα, λογοδοσία και εναλλαξιμότητα.
Η δική μου ανάγνωση, με βάση την πράγματι φτωχή πολιτική μου σκέψη, είναι η εξής: το κόμμα Καρυστιανού έχει πραγματική δυναμική, γιατί πατά σε ηθικό τραύμα, όχι σε τηλεοπτικό αφήγημα. Τα Τέμπη συμπύκνωσαν την κρίση του κράτους: ατιμωρησία, συγκάλυψη, τεχνική ανικανότητα, θεσμική αλαζονεία, περιφρόνηση του πολίτη. Όμως η ηθική αφετηρία δεν αρκεί. Η τραγωδία γεννά νομιμοποίηση· δεν γεννά αυτομάτως πολιτική πρόταση.
Το μεγάλο ερώτημα είναι αν η Καρυστιανού θα μετατρέψει το πένθος σε θεσμική αναγέννηση ή σε προσωπικό πολιτικό κεφάλαιο. Εκεί βρίσκεται ο κίνδυνος. Αν το νέο σχήμα φτιαχτεί γύρω από το πρόσωπό της, με λίγους συμβούλους, ασαφείς ιδέες και συναισθηματική φόρτιση, τότε θα επιβεβαιώσει ακριβώς τον «σιδερένιο νόμο της ολιγαρχίας» που επικαλείται ο Γρίβας: κάθε κίνημα που δεν θεσμοθετεί έγκαιρα τον έλεγχο της ηγεσίας του, καταλήγει να κυβερνάται από μικρή, ανεξέλεγκτη ομάδα.
Οι μέχρι τώρα δηλώσεις της έχουν δύο όψεις. Θετικά: αρνείται τον παλιό άξονα Δεξιάς–Αριστεράς και μιλά για κοινωνική διαβούλευση και δημοψηφίσματα, άρα διαισθάνεται ότι το πρόβλημα είναι βαθύτερο από την εναλλαγή κομμάτων. Αρνητικά: η ασάφεια γύρω από αμβλώσεις, μεταναστευτικό και ιδεολογική ταυτότητα άνοιξε μέτωπα που δεν συνδέονται οργανικά με τον αρχικό πυρήνα: Δικαιοσύνη, λογοδοσία, κάθαρση, συμμετοχή του πολίτη.
Η δυναμική υπάρχει. Δημοσκοπικά, μετρήσεις στις αρχές του 2026 έδειχναν αξιοσημείωτο ενδιαφέρον, από περίπου 22,8% πιθανότητα ψήφου σε μία μέτρηση μέχρι 33% σε άλλη. Αλλά η δυναμική αυτή είναι ακόμη ρευστή. Μπορεί να γίνει ποτάμι· μπορεί και να εξατμιστεί.
Η πρότασή μου προς την Μαρία Καρυστιανού, έστω την ύστατη ώρα, θα ήταν μία:
Να μην ανακοινώσει απλώς κόμμα. Να ανακοινώσει καταστατική επανάσταση.
Δηλαδή:
Αυτά είναι εφικτά χωρίς να έχει το κόμμα κυβερνητική εξουσία.
Η μεγάλη αρχή: «Να εφαρμόσεις πρώτα στο κόμμα σου αυτό που υπόσχεσαι να εφαρμόσεις στη χώρα.» Αν δεν υπάρχει εσωτερική δημοκρατία, η επίκληση της δημοκρατίας προς την κοινωνία παραμένει σύνθημα. Αν η Μ. Καρυστιανού θέλει να πείσει ότι δεν ιδρύει ένα ακόμη κόμμα, πρέπει να χτίσει από την πρώτη μέρα ένα κόμμα όπου ούτε η ίδια δεν θα είναι ανεξέλεγκτη.
Το τελικό μου συμπέρασμα: το κόμμα Καρυστιανού μπορεί να γίνει φορέας δημοκρατικής αναγέννησης μόνο αν αυτοπεριοριστεί θεσμικά από την πρώτη στιγμή. Αν δεν το κάνει, θα γίνει αυτό που φοβάστε: ένα ακόμη κοινοβουλευτικό άλλοθι, μια «δημοκρατική» βιτρίνα μέσα σε ένα σύστημα που ξέρει να αφομοιώνει ακόμη και τον πόνο.
Το κρίσιμο είναι αυτό: Αν το κόμμα Καρυστιανού δεν βάλει αλυσίδες πρώτα στον εαυτό του, δεν θα σπάσει τις αλυσίδες του παλαιοκομματισμού. Θα τις φορέσει με ηθικό φωτοστέφανο.
[1] https://www.anixneuseis.gr/%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%AC%CE%BD%CE%B8%CE%B7%CF%82-%CE%B3%CF%81%CE%AF%CE%B2%CE%B1%CF%82-%CE%B7-%CE%B5%CE%BE%CE%AD%CE%BB%CE%B9%CE%BE%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84/

Δεν ζούμε σε Δημοκρατία. Ζούμε σε εκλόγιμη μοναρχία.
(εμπνευσμένο από την φιλοσοφικο-πολιτική σκέψη του καθηγητή Γιώργου Κοντογιώργη)
Μας έμαθαν να λέμε ότι ψηφίζουμε, άρα κυβερνάμε. Αλλά η αλήθεια είναι πιο σκληρή: Ψηφίζουμε κάθε 4 χρόνια… και μετά σιωπούμε. Εκλέγουμε… αλλά δεν ελέγχουμε. Αναθέτουμε… και μετά υποτασσόμαστε.
Αυτό δεν είναι Δημοκρατία. Είναι ένα καθεστώς όπου ο πολίτης υπάρχει μόνο την ημέρα της κάλπης και εξαφανίζεται την επόμενη.
Η μεγάλη απάτη της «αντιπροσώπευσης»
Το σύστημα που ζούμε δεν έχει πολιτική ευθύνη. Δεν έχει ανάκληση εξουσίας. Δεν έχει πραγματικό έλεγχο.
Τα κόμματα έγιναν κράτος. Η εξουσία έγινε επάγγελμα. Η κοινωνία έγινε θεατής. Και το ονόμασαν «δημοκρατία».
Η αλήθεια που φοβούνται
Δημοκρατία δεν είναι να διαλέγεις ποιος θα σε κυβερνά. Δημοκρατία είναι να κυβερνάς εσύ.
Δημοκρατία σημαίνει ο λαός αποφασίζει, ο λαός ελέγχει, ο λαός ανακαλεί.
Όχι μια πολιτική τάξη πάνω από την κοινωνία. Όχι ένα κράτος που λειτουργεί σαν ιδιοκτησία λίγων.
Το πραγματικό ερώτημα
Δεν είναι «ποιο κόμμα θα έρθει». Δεν είναι «ποιος θα κυβερνήσει καλύτερα». Είναι αν θα συνεχίσουμε να ζούμε ως υπήκοοι ή αν θα γίνουμε ξανά πολίτες.
Η πρόταση
Όχι άλλη κομματοκρατία. Όχι άλλη ανάθεση.
Θέλουμε πραγματική πολιτική ευθύνη. Δυνατότητα ανάκλησης. Έλεγχο της εξουσίας από την κοινωνία. Θέλουμε σύστημα όπου ο πολίτης δεν σβήνει μετά την ψήφο.
Η Δημοκρατία δεν χάθηκε. Δεν ήρθε ποτέ.
Ακούστε και τον Σταύρο Καλεντερίδη: https://www.youtube.com/watch?v=3qQ1TP157ho&t=77s

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο: info@iepomenimera.gr