


Άκουσα σε εκπομπή του καλού δημοσιογράφου Γ. Σαχίνη γνωστό συντηρητικό πολιτικό, ο οποίος έφυγε αηδιασμένος από το «μαντρί» του κόμματός του, ότι το παιδί του του είπε, κάπως έτσι: πάψε πατέρα να κατηγορείς και να καταδικάζεις τους διεφθαρμένους. Βγες και πες μας το όραμά σου. Αυτή η υπόδειξη του παιδιού με εντυπωσίασε. Οι νέοι θέλουν πρόταση. Πρόταση ζωής. Νοηματοδότηση του βίου τους. Όραμα.
Πάνω σε αυτό το σκεπτικό, ξεκίνησα μια σειρά «πολιτικών σημειωμάτων» με προσωπικές απόψεις και «οράματα», σαν αφορμή πολιτικής σκέψης. Απευθύνομαι ιδίως στους νέους. Όσοι με διαβάζετε και συμπορεύεστε, διαβιβάστε τα στους νέους του περιβάλλοντός σας.
Πολιτικά σημειώματα
Τρίτο σημείωμα
Το παρόν σημείωμα χτυπάει στην καρδιά της κρίσης: η πολιτική έχει μετατραπεί σε μια στεγνή άσκηση λογιστικής, ενώ θα έπρεπε να είναι μια άσκηση ανθρωπολογίας. Όταν ο πολίτης αντιμετωπίζεται απλώς ως «ΑΦΜ», «ψηφοφόρος» ή «καταναλωτής», η πολιτική χάνει την ιερότητά της.

Πέρα από την τετραετία: Η πολιτική ως φροντίδα της ψυχής
Υπάρχει μια θεμελιώδης πλάνη στον τρόπο που μας κυβερνούν. Μας αντιμετωπίζουν σαν να έχουμε ημερομηνία λήξης. Για τον μέσο πολιτικό —υπουργό, δήμαρχο ή περιφερειάρχη— ο άνθρωπος είναι μια στατιστική μονάδα που πρέπει να «τακτοποιηθεί» μέσα στον χρονικό ορίζοντα μιας θητείας.
Το τέλμα της κοντόφθαλμης πολιτικής
Σχεδιάζουν δρόμους, μοιράζουν επιδόματα και εξαγγέλλουν έργα με το βλέμμα στην κάλπη. Όλα εξαντλούνται στο υλικό, στο προσωρινό, στο μετρήσιμο. Όμως ο άνθρωπος δεν είναι μόνο το σώμα του που χρειάζεται πεζοδρόμια, ούτε μόνο το πορτοφόλι του που πιέζεται από τους φόρους. Ο άνθρωπος είναι μια ψυχοσωματική οντότητα. Έχει ανάγκες πνευματικές, ανάγκη για ομορφιά, για δικαιοσύνη, για σύνδεση με το αιώνιο.
Όταν η πολιτική αγνοεί την αθάνατη ψυχή, μετατρέπεται σε μια στείρα διαχείριση της καθημερινότητας που δεν εμπνέει κανέναν.
Η επανάσταση του νοήματος
Τι θα γινόταν αν ένας πολιτικός μας κοιτούσε στα μάτια και δεν έβλεπε έναν «πελάτη», αλλά μια αθάνατη ψυχή;
Η παιδεία δεν θα ήταν η προετοιμασία για την αγορά εργασίας, αλλά η καλλιέργεια του πνεύματος και της αρετής.
Η αρχιτεκτονική των πόλεων δεν θα ήταν τσιμέντο και εργολαβίες, αλλά η δημιουργία χώρων που αναπαύουν το βλέμμα και την ψυχή.
Το περιβάλλον δεν θα ήταν «πόροι προς αξιοποίηση», αλλά η ιερή δημιουργία που οφείλουμε να παραδώσουμε ανέγγιχτη.
Από την κατανάλωση στην ύπαρξη
Η σημερινή πολιτική είναι «πολιτική κατανάλωσης». Υπόσχεται περισσότερα υλικά αγαθά για να καλύψει το εσωτερικό κενό. Αλλά το κενό δεν γεμίζει με pass και υποσχέσεις. Γεμίζει με νόημα βίου.
Οι νέοι σήμερα νιώθουν αυτή την πνευματική ασφυξία. Δεν θέλουν έναν διαχειριστή που σκέφτεται σε βάθος τετραετίας, αλλά έναν ηγέτη που αντιλαμβάνεται την ιστορική και πνευματική ευθύνη απέναντι στον άνθρωπο ως εικόνα του Θεού (ή ως οντότητα με αιώνια προοπτική).
Η έξοδος από το τέλμα
Η πραγματική σύγκρουση με το σύστημα δεν γίνεται με κραυγές για τα σκάνδαλα των άλλων. Γίνεται με την πρόταση ενός νέου πολιτισμού. Ενός πολιτισμού που βάζει τον άνθρωπο, τον ολόκληρο άνθρωπο, τον πνευματικό άνθρωπο, στο επίκεντρο.
Μόνο αν η πολιτική αποκτήσει ξανά μεταφυσικό βάθος και ηθικό ανάστημα θα καταφέρει να συνεγείρει. Μόνο τότε οι νέοι θα σηκωθούν από τον καναπέ: όταν νιώσουν ότι κάποιος δεν θέλει απλώς την ψήφο τους, αλλά σέβεται την ψυχή τους. Την υπόστασή τους!

Δεν υπάρχουν σχόλιαΠολιτικά σημειώματα
Δεύτερο σημείωμα

Το τέλος των διαχειριστών: Γιατί η νέα γενιά δεν ζητάει «σωτήρες», αλλά νόημα
Ζούμε στην εποχή του μεγάλου «copy-paste». Αν κλείσεις τα μάτια και ακούσεις μια πολιτική συζήτηση στην τηλεόραση ή ένα scroll στα social media, δυσκολεύεσαι να ξεχωρίσεις ποιος μιλάει. Το σενάριο είναι πάντα το ίδιο: μια ατέρμονη ανταλλαγή κατηγοριών, μια στείρα καταγγελία σκανδάλων, ένας «ξύλινος» λόγος που ανακυκλώνει τη διαφθορά για να την κάνει όπλο.
Η παγίδα της καταγγελίας
Οι πολιτικοί σήμερα μοιάζουν με παίκτες σε μια παρτίδα σκάκι όπου κανείς δεν κοιτάζει τη σκακιέρα, παρά μόνο πώς θα ρίξει τον αντίπαλο από την καρέκλα. Στοχοποιούν πρόσωπα, αλλά αφήνουν ανέπαφο το σύστημα. Μιλάνε για το «σήμερα» λες και δεν υπάρχει «αύριο». Και το χειρότερο; Μιλάνε για εμάς, χωρίς εμάς.
Γιατί οι νέοι απέχουν; Γιατί μένουν στον καναπέ; Όχι από τεμπελιά. Αλλά από ένστικτο αυτοπροστασίας. Όταν ο λόγος ενός πολιτικού στερείται ηθικού έρματος, όταν οι αξίες του (θρησκευτικές, φιλοσοφικές, ανθρωπιστικές) χρησιμοποιούνται σαν προεκλογικά αξεσουάρ, τότε η πολιτική παύει να είναι λειτούργημα και γίνεται «μάρκετινγκ εξουσίας».
Το έλλειμμα οράματος
Πού είναι το όραμα για μια κοινωνία που δεν θα μετράει μόνο δείκτες οικονομίας, αλλά δείκτες ευτυχίας και δικαιοσύνης; Πού είναι η πρόταση για την έξοδο από το τέλμα; Σήμερα, η πολιτική έχει κατρακυλήσει στη διαχείριση της μιζέριας. Κανείς δεν τολμά να μιλήσει για το «νόημα του βίου». Κανείς δεν προτείνει μια σύγκρουση με το κατεστημένο που να μην είναι απλώς μια εναλλαγή προσώπων, αλλά μια αλλαγή παραδείγματος.
Η ανάγκη για «Προφητικό Λόγο»
Οι νέοι δεν θέλουν άλλους «τεχνοκράτες» ή «επαγγελματίες καταγγελιολόγους». Απαιτούν έναν λόγο προφητικό. Και προφητικός λόγος δεν σημαίνει να προβλέπεις το μέλλον, αλλά να έχεις το θάρρος να πεις την αλήθεια στο παρόν, ακόμη κι αν έχει κόστος.
Σπάσε το ψέμα
Η αποχή δεν είναι σιωπή, είναι μια βουβή κραυγή αηδίας. Όμως, η αλλαγή δεν θα έρθει από αυτούς που ήδη κάθονται στις δερμάτινες καρέκλες. Θα έρθει όταν εμείς αρνηθούμε να καταναλώσουμε τον «ξύλινο λόγο» τους. Όταν απαιτήσουμε η πολιτική να επιστρέψει εκεί που ανήκει: στην υπηρεσία του Ανθρώπου και του Πνεύματος.
Το σύστημα τρέφεται από την αδιαφορία μας. Φοβάται όμως την αλήθεια. Αν βρεθεί ένας λόγος που να δονεί την ψυχή, που να προσφέρει ελπίδα και όχι απλώς «παροχές», τότε ο καναπές θα αδειάσει.
Μέχρι τότε, ας μην τους κάνουμε τη χάρη να συνηθίσουμε το σκοτάδι. Η πολιτική ή θα είναι η τέχνη του να χτίζεις έναν καλλίτερο κόσμο, ή θα είναι απλώς ένας θόρυβος που αξίζει να αγνοήσουμε.
Είναι η ώρα να απαιτήσουμε το Αληθινό.

Άκουσα σε εκπομπή του καλού δημοσιογράφου Γ. Σαχίνη γνωστό συντηρητικό πολιτικό, ο οποίος έφυγε αηδιασμένος από το «μαντρί» του κόμματός του, ότι το παιδί του του είπε, κάπως έτσι: πάψε πατέρα να κατηγορείς και να καταδικάζεις τους διεφθαρμένους. Βγες και πες μας το όραμά σου. Αυτή η υπόδειξη του παιδιού με εντυπωσίασε. Οι νέοι θέλουν πρόταση. Πρόταση ζωής. Νοηματοδότηση του βίου τους. Όραμα.
Πάνω σε αυτό το σκεπτικό, ξεκινώ σήμερα μια σειρά «πολιτικών σημειωμάτων» με προσωπικές απόψεις και «οράματα», σαν αφορμή πολιτικής σκέψης. Απευθύνομαι ιδίως στους νέους. Όσοι με διαβάζετε και συμπορεύεστε, διαβιβάστε τα στους νέους του περιβάλλοντός σας.
Πολιτικά σημειώματα.
Πρώτο σημείωμα.
«Δεν θέλουμε άλλους κατήγορους. Θέλουμε αυτούς που θα αλλάξουν τον κόσμο.»
Η δημόσια συζήτηση έχει καταντήσει μονότονη. Ανοίγεις την τηλεόραση, διαβάζεις δηλώσεις, ακούς παρεμβάσεις — και είναι σαν να ακούς το ίδιο πρόσωπο με διαφορετικά ονόματα.
Καταγγελία. Κατηγορία. Αγανάκτηση.
Όλοι μιλούν για τα σκάνδαλα. Για τη διαφθορά. Για το σύστημα που σαπίζει.
Και έχουν δίκιο. Αλλά μέχρι εκεί.
Κανείς δεν σου λέει: με τι θα το αντικαταστήσουμε;
Κανείς δεν σου μιλάει για όραμα. Για το πώς θα είναι η Ελλάδα που αξίζει να ζήσεις. Για το πώς θα ξαναβρείς νόημα μέσα σε έναν κόσμο που σε θέλει κουρασμένο, φοβισμένο και παθητικό.
Η πολιτική σήμερα δεν εμπνέει. Διαχειρίζεται. Δεν καθοδηγεί. Ακολουθεί. Δεν συγκρούεται. Προσαρμόζεται.
Και το χειρότερο; Δεν πιστεύει σε τίποτα. Ούτε σε αρχές. Ούτε σε αξίες. Ούτε σε αλήθειες που να αντέχουν στον χρόνο.
Άλλοι κρύβονται πίσω από γενικόλογες «προοδευτικότητες». Άλλοι παίζουν με την Πίστη και την Παράδοση σαν προεκλογικό εργαλείο. Άλλοι μιλούν για «λαό» αλλά φοβούνται να του πουν την αλήθεια.
Όλοι, σχεδόν, αποφεύγουν το πιο κρίσιμο: να πουν ποιοι είναι.
Ποια είναι η κοσμοθεωρία τους. Ποιες είναι οι ηθικές τους ρίζες. Σε ποια αλήθεια πατάνε για να ζητούν την εμπιστοσύνη σου.
Οι νέοι δεν θέλουν άλλες υποσχέσεις. Θέλουν αλήθεια.
Ο νέος άνθρωπος σήμερα δεν είναι αδιάφορος. Είναι απογοητευμένος.
Δεν απέχει επειδή δεν τον νοιάζει. Απέχει γιατί δεν πιστεύει.
Γιατί διαισθάνεται ότι πίσω από τις λέξεις δεν υπάρχει ψυχή. Ότι πίσω από τα συνθήματα δεν υπάρχει σχέδιο. Ότι πίσω από τις «αντισυστημικές» κραυγές κρύβεται απλώς μια εναλλαγή προσώπων, όχι μια αλλαγή πορείας.
Γι’ αυτό και ζητά κάτι πιο βαθύ: Έναν λόγο που να καίει. Που να ρισκάρει. Που να εκθέτει αυτόν που τον λέει.
Ζητά ανθρώπους που δεν φοβούνται να πουν: «Αυτές είναι οι αρχές μου.» «Αυτό είναι το όραμά μου για τον άνθρωπο και την κοινωνία.» «Αυτό σημαίνει για μένα ελευθερία, δικαιοσύνη, ζωή.»
Όχι απλώς να ρίξουν τους άλλους. Αλλά να χτίσουν κάτι αληθινό.
Δεν αλλάζει τίποτα χωρίς σύγκρουση
Ας το πούμε καθαρά: Όποιος δεν είναι έτοιμος να συγκρουστεί με το σύστημα, δεν θα το αλλάξει.
Και σύγκρουση δεν σημαίνει απλώς καταγγελία. Σημαίνει: Να πας κόντρα σε συμφέροντα. Να χάσεις προνόμια. Να πληρώσεις προσωπικό κόστος. Να πεις «όχι» εκεί που όλοι λένε «ναι». Σημαίνει να μη θέλεις απλώς να κυβερνήσεις. Αλλά να μεταμορφώσεις.
Και αυτό απαιτεί κάτι που λείπει δραματικά σήμερα: πίστη σε ένα βαθύτερο νόημα ζωής.
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι μόνο πολιτικό. Είναι υπαρξιακό.
Μια κοινωνία δεν καταρρέει μόνο από τη διαφθορά. Καταρρέει όταν χάνει το νόημά της. Όταν οι άνθρωποι δεν ξέρουν γιατί ζουν. Όταν η ελευθερία γίνεται κατανάλωση. Όταν η πρόοδος γίνεται αριθμοί χωρίς ψυχή.
Τότε η πολιτική καταντά διαχείριση ερειπίων.
Γι’ αυτό και η διέξοδος δεν είναι απλώς «να φύγουν οι άλλοι». Είναι να αλλάξει ο τρόπος που βλέπουμε τον άνθρωπο, την κοινωνία, την ίδια τη ζωή.
Ή θα σηκωθούμε… ή θα βουλιάξουμε
Αν περιμένεις να αλλάξει κάτι από μόνο του, δεν θα αλλάξει. Αν περιμένεις «τον επόμενο σωτήρα», θα απογοητευτείς ξανά.
Η αλλαγή θα έρθει μόνο όταν απαιτήσεις αλήθεια αντί για επικοινωνία. Όταν ζητήσεις όραμα αντί για διαχείριση. Όταν στηρίξεις ανθρώπους που τολμούν, όχι αυτούς που απλώς υπόσχονται.
Και κυρίως: όταν αποφασίσεις ότι δεν θα είσαι θεατής.
Γιατί στο τέλος, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποιος κυβερνά.
Είναι αν υπάρχει ακόμη λαός που θέλει να ζήσει ελεύθερα.
Και αυτό, δεν θα το απαντήσει κανένας πολιτικός. Θα το απαντήσεις εσύ.

Η εικόνα που έρχεται από τη Λέσβο με τον αφθώδη πυρετό δεν είναι απλώς μια ακόμη είδηση αγροτικής κρίσης. Είναι ένα προειδοποιητικό σήμα. Κοπάδια θανατώνονται, παραγωγοί καταστρέφονται, ολόκληρες οικογενειακές δραστηριότητες αφανίζονται μέσα σε λίγες ημέρες. Και το κράτος; Τρέχει πίσω από τα γεγονότα με αποζημιώσεις που δεν καλύπτουν ούτε το παρόν, πόσο μάλλον το μέλλον.
Η ελληνική κτηνοτροφία δέχεται αλλεπάλληλα πλήγματα: ασθένειες, κόστος παραγωγής, εισαγωγές, αδυναμία στήριξης. Το αποτέλεσμα είναι ορατό: εγκατάλειψη της υπαίθρου, ερημοποίηση της παραγωγής, εξάρτηση της χώρας από εισαγόμενα τρόφιμα. Δεν πρόκειται μόνο για οικονομικό ζήτημα. Είναι θέμα εθνικής επιβίωσης.
Μέσα σε αυτή την ασφυκτική κατάσταση, οι κτηνοτρόφοι κάνουν αυτό που είναι φυσικό: αντιδρούν, διαμαρτύρονται, διεκδικούν αποζημιώσεις. Και ορθώς το πράττουν. Όμως εδώ αναδύεται ένα βαθύτερο ερώτημα, που δεν είναι ούτε γραφικό ούτε παρωχημένο: Πού είναι η πίστη;

Πού είναι η προσφυγή σε Εκείνον που οι ίδιοι οι πρόγονοί μας θεωρούσαν πρώτο προστάτη της ζωής, της γης και των ζώων; Πού είναι οι αγιασμοί στα κοπάδια; Πού είναι οι παρακλήσεις στον Άγιο Μόδεστο, στον Άγιο Βλάσιο, στους αγίους που η παράδοση της ελληνικής υπαίθρου γνώριζε καλά;
Οι παλαιότεροι δεν περίμεναν μόνο από το κράτος. Δεν είχαν ούτε επιδοτήσεις ούτε ευρωπαϊκά προγράμματα. Είχαν όμως κάτι άλλο: συνείδηση ότι η ανθρώπινη προσπάθεια έχει όρια. Ότι η φύση δεν είναι πλήρως ελέγξιμη. Ότι η ζωή δεν είναι μόνο οικονομικός υπολογισμός.
Γι’ αυτό, όταν ερχόταν η δοκιμασία, δεν αντιδρούσαν μόνο με πρακτικά μέσα. Έκαναν αγιασμούς, λειτουργίες, λιτανείες. Ζητούσαν τη θεία βοήθεια. Όχι ως υποκατάστατο της πράξης, αλλά ως συμπλήρωμά της.

Σήμερα τι κάνουμε;
Πιστεύουμε ότι όλα λύνονται με διοικητικές αποφάσεις, αποζημιώσεις και τεχνικά μέτρα. Και όταν αυτά αποτυγχάνουν, όπως συχνά αποτυγχάνουν, μένουμε μετέωροι, χωρίς πνευματικό στήριγμα.
Αυτό δεν είναι μόνο θρησκευτική απώλεια. Είναι και κοινωνική και πολιτική ένδεια. Διότι μια κοινωνία που έχει αποκοπεί από τις ρίζες της, χάνει την αντοχή της στις κρίσεις. Μετατρέπει κάθε πρόβλημα σε οικονομική διαπραγμάτευση. Εξαρτάται πλήρως από έναν κρατικό μηχανισμό που αποδεικνύεται ανεπαρκής.
Η εγκατάλειψη της πίστης δεν αντικαταστάθηκε από κάτι ανώτερο. Αντικαταστάθηκε από μια ψευδαίσθηση ελέγχου. Και αυτή η ψευδαίσθηση καταρρέει κάθε φορά που εμφανίζεται μια κρίση που δεν μπορεί να τιθασευτεί.
Δεν σημαίνει αυτό ότι πρέπει να αρνηθούμε την επιστήμη ή τα μέτρα υγείας. Το αντίθετο.
Αλλά σημαίνει ότι πρέπει να ξαναβρούμε την ισορροπία που είχαν οι πατέρες μας: και τα ανθρώπινα μέσα και η θεία βοήθεια.
Γιατί, τελικά, το ερώτημα δεν είναι αν οι ασθένειες «στέλνονται». Το ερώτημα είναι τι μας αποκαλύπτουν.
Και αυτό που αποκαλύπτουν είναι σκληρό αλλά αληθινό: Ξεχάσαμε τον Θεό. Και όταν Τον ξεχνάμε, δεν εξαφανίζεται Εκείνος, απογυμνωνόμαστε εμείς.
Γι’ αυτό ίσως σήμερα δεν είναι αρκετό να ζητάμε μόνο αποζημιώσεις. Χρειάζεται να ζητήσουμε και κάτι βαθύτερο. Να ξαναμάθουμε να σηκώνουμε το βλέμμα προς τα πάνω.

Να ξαναφέρουμε τον αγιασμό στα χωράφια και στα κοπάδια. Να ξαναβάλουμε την προσευχή δίπλα στην εργασία. Να ξαναδώσουμε νόημα σε μια ζωή που δεν εξαντλείται στην επιβίωση.
Γιατί αν ξεχάσουμε τον Θεό, θα μας Τον θυμίζουν οι κρίσεις. Αν όμως Τον θυμηθούμε εμείς πρώτοι, ίσως να μη χρειάζονται.

Μέσα σε έναν νέο κύκλο σκανδάλων, η κυβέρνηση Μητσοτάκη κάνει πάλι το ίδιο:
όχι λογοδοσία, αλλά επικοινωνιακή διαχείριση.
Δεν υπάρχει κάθαρση. Υπάρχουν σκηνοθετημένες “παραιτήσεις” χωρίς αντίκρισμα.
Δεν υπάρχει ανάληψη ευθύνης. Υπάρχουν αντιπερισπασμοί, ελιγμοί και επικοινωνιακά τεχνάσματα.
Οι υπεύθυνοι βουλευτές; Παραπέμπονται σε μια Δικαιοσύνη της οποίας η ηγεσία διορίζεται από την ίδια την κυβέρνηση. Οι υπουργοί; Στέλνονται σε κοινοβουλευτικές επιτροπές που ελέγχει η ίδια πλειοψηφικά, με τη συμμετοχή και την ψήφο ακόμη και των κατηγορουμένων.
Αυτό δεν είναι θεσμική λειτουργία. Είναι μηχανισμός συγκάλυψης.
Ο ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι η αιτία. Είναι το σύμπτωμα. Η αιτία είναι η φαυλοκρατία που έχει γίνει καθεστώς.
Και εδώ βρίσκεται η βαθύτερη αλήθεια που κανείς δεν θέλει να αγγίξει: Πώς λειτουργεί ένα κόμμα που χρωστά περίπου 500 εκατομμύρια ευρώ στις τράπεζες; Σε ποιον λογοδοτεί πραγματικά; Στην κοινωνία ή στους πιστωτές του;
Όταν ένα κόμμα είναι οικονομικά εξαρτημένο, η εξάρτηση γίνεται πολιτική πρακτική. Η κομματοκρατία γίνεται μηχανισμός επιβίωσης. Και η διαφθορά δεν είναι εκτροπή, είναι συνέπεια.
Γι’ αυτό δεν υπάρχει λογοδοσία. Γι’ αυτό δεν υπάρχει κάθαρση. Υπάρχει μόνο διαχείριση της ενοχής.
Αν ο Μητσοτάκης δεν ήταν μέρος αυτού του μηχανισμού και ήθελε πραγματικά να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι, θα έκανε το αυτονόητο: Θα απομάκρυνε άμεσα όλους τους εμπλεκόμενους, χωρίς “παραιτήσεις-βιτρίνα”. Θα ζητούσε ανεξάρτητη και πλήρη δικαστική διερεύνηση χωρίς καμία κυβερνητική σκιά. Θα απέκλειε οριστικά κάθε εμπλεκόμενο από τα ψηφοδέλτια και θα έθετε πρώτος τον εαυτό του στη δοκιμασία της λογοδοσίας.
Όλα τα άλλα είναι απλώς αυτό που ζούμε: ένα καθεστώς που προστατεύει τον εαυτό του.

Το πρωτοσέλιδο δεν είναι απλώς μια δημοσιογραφική υπερβολή. Είναι η συμπύκνωση μιας πραγματικότητας που χρονίζει: η διαφθορά στην Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση, αποτελεί σύστημα. Και όταν το σύστημα αυτό φτάνει να εκδηλώνεται με τέτοια ένταση, με διαδοχικές δικογραφίες, με εμπλοκή πολιτικών προσώπων αλλά και ευρύτερων δικτύων, τότε δεν μιλάμε πλέον για «σκάνδαλα». Μιλάμε για καθεστώς.
Η περίοδος των κυβερνήσεων Μητσοτάκη δεν δημιούργησε τη διαφθορά. Την ανέδειξε όμως σε μια πιο εξελιγμένη, πιο εκτεταμένη και πιο θρασεία μορφή. Με θεσμική κάλυψη, με επικοινωνιακή διαχείριση, με έναν μηχανισμό που απορροφά τους κραδασμούς χωρίς να αλλάζει τίποτα στην ουσία. Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι χαρακτηριστικό: δεν αφορά μεμονωμένες «παρατυπίες», αλλά ένα πλέγμα σχέσεων όπου πολιτική εξουσία, διοίκηση και κοινωνικά στρώματα συναντιούνται σε μια γκρίζα ζώνη αμοιβαίου οφέλους.
Και εδώ βρίσκεται το πιο ανησυχητικό στοιχείο: το εύρος της συνενοχής. Όταν σε ένα τέτοιο σύστημα συμμετέχουν όχι μόνο πολιτικοί, αλλά και υπάλληλοι, μεσάζοντες, ακόμα και παραγωγοί, τότε η διαφθορά παύει να είναι «επάνω». Διαχέεται προς τα κάτω. Γίνεται κοινωνικό φαινόμενο. Και τότε η σιωπή δεν είναι φόβος. Eίναι συνενοχή. Όσοι γνωρίζουν και δεν μιλούν, όσοι ωφελήθηκαν και τώρα σιωπούν, γίνονται μέρος του ίδιου προβλήματος που δήθεν καταγγέλλουν.
Κι όμως, απέναντι σε αυτή την εικόνα, η κοινωνία μοιάζει κουρασμένη. Όχι εξοργισμένη, κουρασμένη. Τα χρόνια των μνημονίων, η οικονομική ασφυξία, η συνεχής αίσθηση αδιεξόδου, τα αλλεπάλληλα σοκ (οικονομικά, θεσμικά, εθνικά) έχουν δημιουργήσει μια βαθιά πολιτική κόπωση. Ο πολίτης δεν πιστεύει πια ότι η αντίδρασή του θα αλλάξει κάτι. Έχει εθιστεί στην ιδέα ότι «όλοι ίδιοι είναι». Και έτσι, αντί να αντιδρά, αποσύρεται.
Η αποχή γίνεται το πιο επικίνδυνο πολιτικό φαινόμενο της εποχής. Όχι γιατί είναι επιλογή, αλλά γιατί είναι παραίτηση.
Και εκεί ακριβώς εδραιώνεται το καθεστώς της διαφθοράς: στην αδιαφορία των πολλών.
Όμως τα πράγματα είναι απλά. Καμία εξουσία δεν πέφτει από μόνη της. Καμία διαφθορά δεν εξαλείφεται χωρίς κοινωνική πίεση. Και καμία αλλαγή δεν έρχεται με τον καναπέ.
Ή θα μείνουμε θεατές σε ένα «κοπάδι σκανδάλων» που μεγαλώνει, ή θα σηκωθούμε όρθιοι.
Ας τελειώνουμε με την ψευδαίσθηση της ουδετερότητας. Όποιος δεν συμμετέχει, ενισχύει αυτό που υποτίθεται ότι καταγγέλλει.
Αν θέλεις να αλλάξει κάτι, βγες από την αποχή. Στάσου. Μίλα. Ψήφισε. Δράσε.
Στήριξε όποια πολιτική δύναμη θεωρείς ικανή, αλλά στήριξε.
Γιατί το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι μόνο η διαφθορά της εξουσίας.
Είναι η σιωπή της κοινωνίας που την αφήνει να υπάρχει.

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο: info@iepomenimera.gr