



Τη Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026 ξεκίνησε στη Λάρισα η κύρια δίκη για την τραγωδία των Τεμπών. Δεν πρόκειται για μία ακόμη ποινική διαδικασία.
Πρόκειται για ένα συνολικό τεστ της χώρας. Η εξέλιξη και το αποτέλεσμά της θα αποτελέσουν δείκτη για την πραγματική κατάσταση και την ποιότητα της Ελλάδας: της Δικαιοσύνης, του δικαστικού συστήματος, της πολιτικής εξουσίας και τελικά της ίδιας της κοινωνίας.
Είναι μια δίκη που δεν αφορά μόνο το τι έγινε, αλλά το πώς λειτουργεί η χώρα.
1. Η Δικαιοσύνη ως θεσμός: απόδοση ευθυνών ή εκτόνωση της οργής;
Η Δικαιοσύνη, ως θεσμός, δεν εξαντλείται στην έκδοση αποφάσεων. Οφείλει να αποδίδει πλήρως ευθύνες, να αποκαθιστά το περί δικαίου αίσθημα, αλλά και να λειτουργεί ως εγγύηση ότι το κράτος δεν εγκαταλείπει τον πολίτη.
Η δίκη των Τεμπών θα δείξει αν η ελληνική Δικαιοσύνη λειτουργεί ως μηχανισμός ουσιαστικής λογοδοσίας, ή ως μηχανισμός εκτόνωσης της κοινωνικής πίεσης χωρίς πραγματική κάθαρση.
2. Δικαιοσύνη ως ιδέα και δικαστικό σύστημα ως πράξη
Πρέπει να γίνει μια κρίσιμη διάκριση: Άλλο η Δικαιοσύνη ως ιδέα, ως αξία, ως θεμελιώδης αρχή πολιτισμού. Και άλλο το υφιστάμενο δικαστικό σύστημα και τα πρόσωπα που το υπηρετούν.
Η δίκη αυτή θα αποτελέσει δείγμα του ήθους, της επάρκειας και της προσωπικής ανεξαρτησίας όχι μόνο των δικαστών της έδρας, αλλά συνολικά του δικαστικού σώματος. Διότι σε τέτοιες ακριβώς υποθέσεις αποκαλύπτεται αν οι δικαστές λειτουργούν ως φορείς της Δικαιοσύνης, ή ως γρανάζια ενός περιορισμένου και ελεγχόμενου συστήματος.
3. Η πολιτική ευθύνη: λογοδοσία ή θεσμική ασυλία;
Η τραγωδία των Τεμπών δεν είναι ένα «ατύχημα». Είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών, παραλείψεων και διαχρονικής εγκατάλειψης κρίσιμων υποδομών.
Μέχρι σήμερα όμως είναι σαφές: Δεν υπήρξε ουσιαστική ανάληψη ευθύνης από το κυβερνητικό προσωπικό και το πολιτικό σύστημα. Αντίθετα, επιβεβαιώθηκε ότι η πολιτική εξουσία λειτουργεί σε καθεστώς έμμεσης ασυλίας. Η ποιότητα της πολιτικής ζωής κρίνεται ακριβώς εδώ: στην ικανότητα της εξουσίας να λογοδοτεί όταν αποτυγχάνει και όχι να προστατεύει τον εαυτό της
4. Η σκιά της συγκάλυψης: θα την επικυρώσει ή θα την ανατρέψει η Δικαιοσύνη;
Ένα από τα πιο βαριά σημεία της υπόθεσης είναι οι καταγγελίες για αφαίρεση στοιχείων από τον τόπο του εγκλήματος, αλλοίωση πειστηρίων αλλά και πλημμελή διαχείριση κρίσιμων αποδεικτικών δεδομένων στο στάδιο της ανακριτικής διαδικασίας.
Το κρίσιμο πλέον ερώτημα είναι: Η Δικαιοσύνη, στο στάδιο του ακροατηρίου, θα διερευνήσει σε βάθος αυτές τις ενέργειες; ή με την απόφασή της θα οδηγηθεί, έστω και έμμεσα, σε επικύρωση μιας συγκάλυψης που ήδη επιχειρήθηκε στο στάδιο της ανάκρισης;
Διότι αν η αλήθεια έχει αλλοιωθεί και αυτό δεν αποκατασταθεί, τότε δεν μιλάμε απλώς για αποτυχία της Δικαιοσύνης. Μιλάμε για ενεργή νομιμοποίηση της συγκάλυψης.
5. Η κοινωνική διάσταση: δικαίωση των νεκρών ή αναπαραγωγή του κινδύνου;
Η δικαίωση των θυμάτων δεν είναι μόνο ποινικό ζήτημα. Είναι και ζήτημα πρόληψης. Αν η δίκη περιοριστεί σε τιμωρίες χωρίς ουσία, ο κίνδυνος μαζικών ατυχημάτων στα τρένα και τα άλλα δημόσια μέσα μεταφοράς θα παραμείνει.
Η πραγματική δικαίωση σημαίνει: τιμωρία των υπευθύνων, αποκάλυψη της αλήθειας και κυρίως εξάλειψη των αιτίων που οδήγησαν στην τραγωδία.
Διαφορετικά, οι νεκροί των Τεμπών δεν θα έχουν δικαιωθεί. Θα έχουν απλώς ενταχθεί σε μια στατιστική τραγωδιών.
6. Η δίκη ως σημείο καμπής για το κοινωνικό κίνημα
Η υπόθεση των Τεμπών δεν έμεινε στο επίπεδο της ποινικής διαδικασίας. Γέννησε ένα παλλαϊκό κίνημα με αιτήματα: Δικαιοσύνη, κάθαρση, τιμωρία, λογοδοσία. Στο επίκεντρο αυτού του κινήματος στάθηκαν οι γονείς των θυμάτων, με εμβληματική μορφή τη Μαρία Καρυστιανού.
Η δίκη αυτή και η εξέλιξή της θα κρίνει αν αυτό το κίνημα θα δικαιωθεί και θα ενισχυθεί, ή αν θα οδηγηθεί σε απογοήτευση και αποσυσπείρωση.
Και εδώ το βάρος είναι διπλό: στη στάση των γονέων, που ήδη έχουν σηκώσει το βάρος της αλήθειας, αλλά και στο ενδιαφέρον και την εγρήγορση της κοινωνίας. Γιατί τα κινήματα δεν πεθαίνουν μόνο από την καταστολή. Πεθαίνουν από την κόπωση και την απώλεια πίστης. Και τότε, δεν θα έχει ηττηθεί μόνο ένα κίνημα. Θα έχει ηττηθεί η ίδια η ιδέα ότι η κοινωνία μπορεί να αλλάξει τα πράγματα.
7. Η Δικαιοσύνη ως υπαρξιακή προϋπόθεση επιβίωσης της χώρας
Η απαίτηση για Δικαιοσύνη, κάθαρση και λογοδοσία δεν είναι ένα ακόμη πολιτικό αίτημα. Δεν είναι ένα σύνθημα συγκυρίας. Είναι μία από τις πέντε υπαρξιακές προϋποθέσεις για την επιβίωση της Ελλάδας. Οι άλλες τέσσερις είναι: το δημογραφικό, ο πρωτογενής τομέας και η παραγωγική αυτάρκεια, η εθνική ανεξαρτησία και ακεραιότητα, η διατήρηση της ελληνοκεντρικής ταυτότητας του έθνους.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αλήθεια: Οι προϋποθέσεις αυτές δεν είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους. Είναι αλληλένδετες και αλληλοτροφοδοτούμενες.
Χωρίς Δικαιοσύνη δεν υπάρχει εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Δεν υπάρχει κοινωνική συνοχή. Δεν υπάρχει διάθεση συμμετοχής και προσφοράς. Δεν υπάρχει κράτος ικανό να προστατεύσει ούτε την οικονομία, ούτε την εθνική του υπόσταση.
Αν ματαιωθεί η Δικαιοσύνη το δημογραφικό επιδεινώνεται, γιατί οι νέοι δεν πιστεύουν στη χώρα. Χωρίς Δικαιοσύνη, όλα τα άλλα γίνονται εύθραυστα. Η παραγωγή υπονομεύεται, γιατί επικρατεί η ατιμωρησία και η αναξιοκρατία. Η εθνική ανεξαρτησία αποδυναμώνεται, γιατί ένα κράτος χωρίς εσωτερική νομιμοποίηση είναι ευάλωτο. Η ταυτότητα διαβρώνεται, γιατί χάνεται το κοινό αξιακό υπόβαθρο.
Η Δικαιοσύνη, λοιπόν, δεν είναι ένας τομέας. Είναι το θεμέλιο που συγκρατεί τα πάντα. Και γι’ αυτό η δίκη των Τεμπών υπερβαίνει τα όρια μιας τραγωδίας. Αγγίζει το ίδιο το ζήτημα της εθνικής επιβίωσης.
Γι’ αυτό η δίκη των Τεμπών είναι ένα οριακό σημείο. Δεν θα κριθεί μόνο αν θα τιμωρηθούν κάποιοι. Θα κριθεί αν η χώρα μπορεί να σταθεί όρθια.
Αν αποδοθεί Δικαιοσύνη, θα έχει διασωθεί κάτι πολύ βαθύτερο από μια υπόθεση: η πίστη ότι η Ελλάδα μπορεί να αυτοδιορθωθεί.
Αν όμως αποτύχει, αν η αλήθεια δεν αποκαλυφθεί, αν οι ευθύνες περιοριστούν, αν η συγκάλυψη επικρατήσει, τότε η ζημιά δεν θα είναι συγκυριακή. Θα είναι δομική.
Γιατί τότε θα χαθεί η εμπιστοσύνη. Θα αποσυρθεί η κοινωνία. Θα νεκρώσει κάθε κίνημα. Και μαζί θα χαθεί και η ελπίδα. Και μια χώρα χωρίς εμπιστοσύνη, χωρίς συμμετοχή και χωρίς ελπίδα δεν κινδυνεύει απλώς. Έχει ήδη αρχίσει να παρακμάζει. Και τότε, το πρόβλημα δεν θα είναι αν αποδόθηκε Δικαιοσύνη στα Τέμπη. Θα είναι ότι χάθηκε η δυνατότητα της χώρας να αποδώσει Δικαιοσύνη οπουδήποτε.
Δεν υπάρχουν σχόλια
Η προφητική φωνή του Γέροντος Αθανασίου (Μυτιληναίου) και η ευθύνη της εποχής μας
Σε κάθε εποχή, ο Θεός αναδεικνύει φωνές που προειδοποιούν. Φωνές που δεν χαϊδεύουν αυτιά, αλλά αποκαλύπτουν την αλήθεια. Μία τέτοια φωνή υπήρξε ο μακαριστός Γέροντας Αθανάσιος Μυτιληναίος, ο οποίος με πνευματική διαύγεια και παρρησία τόνιζε ένα διαχρονικό και σκληρό γεγονός:ότι η σιωπή και η αδιαφορία του λαού ανοίγουν τον δρόμο στην αυθαιρεσία και την πνευματική εκτροπή της εξουσίας.
Δεν κατηγορούσε μόνο τους άρχοντες. Κατηγορούσε και τον λαό. Διότι γνώριζε ότι η ιστορία δεν γράφεται μόνο από εκείνους που αποφασίζουν, αλλά και από εκείνους που ανέχονται.
Η ΑΠΡΑΞΙΑ ΩΣ ΣΥΝΕΝΟΧΗ
Ο Γέροντας προειδοποιούσε ότι όταν ο λαός παύει να αντιδρά, όταν αποδέχεται σιωπηλά αποφάσεις που συγκρούονται με την πίστη, την ελευθερία και την παράδοση, τότε σταδιακά χάνει όχι μόνο τα δικαιώματά του, αλλά και την πνευματική του πυξίδα.
Η αδιαφορία δεν είναι ουδετερότητα. Είναι στάση. Και μάλιστα επικίνδυνη. Στην ουσία, μετατρέπεται σε σιωπηρή νομιμοποίηση κάθε αυθαιρεσίας.
ΤΟ ΝΕΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΕΛΕΓΧΟΥ: ΨΗΦΙΑΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ
Σήμερα, ζούμε μια ιστορική καμπή. Η εισαγωγή της ψηφιακής ταυτότητας και του προσωπικού αριθμού παρουσιάζεται ως «εκσυγχρονισμός». Στην πραγματικότητα, όμως, συγκροτείται σταδιακά ένα σύστημα καθολικής καταγραφής, διασύνδεσης και ελέγχου της ανθρώπινης δραστηριότητας.
Δεν πρόκειται απλώς για μια τεχνική αλλαγή. Πρόκειται για μια ανθρωπολογική και πολιτική μετατόπιση: Από την ελευθερία στην επιτήρηση. Από το πρόσωπο στο προφίλ. Από την ευθύνη στην αλγοριθμική κατηγοριοποίηση.
Και όμως… η πλειοψηφία κλήρου και λαού σιωπά. Η αντίδραση είναι ελάχιστη. Η ανησυχία περιορισμένη. Η συνείδηση σε ύπνωση. Ακριβώς αυτό που φοβόταν και προέβλεπε ο Γέροντας: ότι η πνευματική χαλάρωση οδηγεί σε αποδοχή του ελέγχου.
Η ΝΟΜΟΘΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΩΝ ΚΑΙ Η ΘΕΣΜΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ
Παράλληλα, βλέπουμε μια δεύτερη βαθιά τομή. Η θεσμοθέτηση του γάμου μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου και η δυνατότητα τεκνοθεσίας, καθώς και η επικύρωσή τους από το Συμβούλιο της Επικρατείας ως συνταγματικών.
Για πρώτη φορά, η πολιτεία αναδιαμορφώνει θεμελιώδεις έννοιες της ανθρώπινης και κοινωνικής ζωής, αποκόπτοντάς τες από την παράδοση και την εκκλησιαστική εμπειρία αιώνων.
Και πάλι: ο κλήρος και ο λαός δεν αντιδρά ουσιαστικά.
Η αντίσταση είναι αποσπασματική. Η φωνή ασθενής. Η στάση αμήχανη.
Αυτό δεν είναι απλώς κοινωνική εξέλιξη. Είναι ρήξη με την ιστορική και πνευματική ταυτότητα ενός λαού.
ΟΙ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ΚΑΝΟΥΝ Ο,ΤΙ ΤΟΥΣ ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ Ο ΛΑΟΣ
Η εξουσία δεν κινείται στο κενό. Μετρά αντιδράσεις. Ζυγίζει αντοχές. Προχωρά όσο της επιτρέπεται. Και όταν ο λαός σιωπά, η εξουσία δεν διστάζει.
Αυτό ήταν το κεντρικό μήνυμα του Γέροντος Αθανασίου: ότι η πτώση δεν έρχεται απότομα. Έρχεται σταδιακά, μέσα από μικρές υποχωρήσεις που γίνονται συνήθεια.
Η ΕΥΘΥΝΗ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ
Δεν ζούμε απλώς μια πολιτική περίοδο. Ζούμε μια πνευματική δοκιμασία.
Και το ερώτημα δεν είναι μόνο τι κάνουν οι άρχοντες. Το ερώτημα είναι: Τι κάνει ο λαός; Θα συνεχίσει να αδιαφορεί; Θα αποδεχθεί τον περιορισμό της ελευθερίας του ως «αναγκαίο κακό»; Θα παραδώσει την παράδοσή του χωρίς αγώνα; Ή θα αφυπνιστεί;
ΚΑΛΕΣΜΑ ΕΞΟΔΟΥ
Η «ΕΞΟΔΟΣ» δεν είναι απλώς ένα όνομα. Είναι στάση ζωής. Είναι η απόφαση να μην αποδεχθούμε παθητικά την πορεία προς τον έλεγχο και την αλλοίωση.
Είναι η επιστροφή στην ευθύνη, στην εγρήγορση, στην ελευθερία.
Ο Γέροντας προειδοποίησε. Η εποχή επιβεβαιώνει.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν είχε δίκιο. Το ερώτημα είναι αν εμείς θα σταθούμε στο ύψος της ευθύνης μας.
Όταν ο λαός κοιμάται, η ελευθερία χάνεται χωρίς θόρυβο. Όταν ξυπνά, τίποτα δεν είναι προδιαγεγραμμένο.
Η αδιαφορία είναι η πιο επικίνδυνη συμφωνία!

Η προειδοποίηση της επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Kristalina Georgieva, ότι ο κόσμος πρέπει να «σκεφτεί το αδιανόητο» εξαιτίας του πολέμου ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν, δεν είναι μια συνηθισμένη τεχνοκρατική δήλωση. Είναι μια φράση βαριά. Και όταν προέρχεται από το ΔΝΤ, συνήθως προετοιμάζει την κοινή γνώμη για σκληρές οικονομικές πραγματικότητες.
Αλλά τι μπορεί να σημαίνει πραγματικά αυτό το «αδιανόητο»;
Στην πράξη, για τους λαούς μπορεί να σημαίνει μια νέα παγκόσμια οικονομική καταιγίδα. Πετρέλαιο στα 150 ή και 200 δολάρια το βαρέλι. Εκτίναξη των τιμών στα τρόφιμα. Μεταφορές που θα γίνουν δυσβάστακτες. Θέρμανση που θα μετατραπεί σε πολυτέλεια για εκατομμύρια νοικοκυριά. Μικρομεσαίες επιχειρήσεις που θα κλείνουν επειδή το ενεργειακό κόστος θα καταπίνει τα πάντα. Αγρότες που θα βλέπουν το κόστος παραγωγής να εκτοξεύεται και τα χωράφια να εγκαταλείπονται.
Για τις φτωχότερες χώρες του πλανήτη το «αδιανόητο» μπορεί να σημαίνει κάτι ακόμη χειρότερο: επισιτιστικές κρίσεις, κοινωνικές εκρήξεις, νέα μεταναστευτικά κύματα. Η ιστορία έχει δείξει ότι κάθε μεγάλος πόλεμος στη Μέση Ανατολή δεν μένει ποτέ μόνο εκεί. Οι οικονομικοί κραδασμοί εξαπλώνονται σε όλο τον πλανήτη.
Όμως υπάρχει ένα ερώτημα που σπάνια τίθεται: για ποιους ακριβώς θα είναι «αδιανόητες» αυτές οι συνέπειες;
Διότι η εμπειρία δείχνει ότι οι πόλεμοι δεν είναι το ίδιο καταστροφικοί για όλους. Για τους εργαζόμενους, τους μικρομεσαίους και τα λαϊκά στρώματα σημαίνουν ακρίβεια, ανεργία και ανασφάλεια. Για ορισμένους όμως αποτελούν χρυσοφόρα ευκαιρία.
Οι πολεμικές βιομηχανίες βλέπουν τις παραγγελίες να εκτοξεύονται. Οι ενεργειακοί κολοσσοί πολλαπλασιάζουν τα κέρδη τους όταν οι τιμές του πετρελαίου ανεβαίνουν. Τα μεγάλα χρηματοπιστωτικά κεφάλαια κερδοσκοπούν πάνω στις αγορές πρώτων υλών και ενέργειας.
Με απλά λόγια: ο πόλεμος κοινωνικοποιεί το κόστος και ιδιωτικοποιεί το κέρδος.
Γι’ αυτό η προειδοποίηση για το «αδιανόητο» δεν πρέπει να διαβαστεί μόνο ως οικονομική πρόβλεψη. Είναι και μια πολιτική υπενθύμιση για το πώς λειτουργεί το παγκόσμιο σύστημα ισχύος.
Το πραγματικά αδιανόητο δεν είναι μόνο η οικονομική καταστροφή που μπορεί να φέρει ένας πόλεμος. Το πραγματικά αδιανόητο είναι ότι οι αποφάσεις για αυτούς τους πολέμους λαμβάνονται από λίγους, ενώ το τίμημα το πληρώνουν πάντοτε οι πολλοί. Και κυρίως οι λαοί που δεν έχουν καμία συμμετοχή στις αποφάσεις που καθορίζουν τη μοίρα τους.

Η πολεμική σύγκρουση που εξελίσσεται ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ από τη μια πλευρά και το Ιράν από την άλλη δεν είναι ένα ακόμη περιφερειακό επεισόδιο στη Μέση Ανατολή. Έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας σύγκρουσης που μπορεί να λειτουργήσει ως πυροκροτητής ευρύτερης παγκόσμιας σύρραξης. Στη σκιά πυρηνικών οπλοστασίων, στρατιωτικών συμμαχιών και αλυσιδωτών γεωπολιτικών αντιδράσεων, η ανθρωπότητα βρίσκεται ίσως πιο κοντά από ποτέ σε μια νέα παγκόσμια αναμέτρηση.
Κι όμως, μέσα σε αυτή τη ζοφερή προοπτική, ένα γεγονός προκαλεί βαθιά απορία: η απουσία ενός ισχυρού, ορατού και μαζικού κινήματος ειρήνης.
Σε άλλες εποχές, μια τέτοια κρίση θα είχε προκαλέσει παγκόσμιες διαδηλώσεις, κινητοποιήσεις εκατομμυρίων ανθρώπων, παρεμβάσεις διανοουμένων και πολιτικών δυνάμεων. Σήμερα, αντί για αυτό, κυριαρχεί μια παράξενη σιωπή.
Η ιστορική παράδοση των κινημάτων ειρήνης
Τα κινήματα ειρήνης δεν είναι μια περιθωριακή ιστορική λεπτομέρεια. Αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα κοινωνικά φαινόμενα του 20ού αιώνα.
Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αναπτύχθηκαν διεθνείς οργανώσεις που διεκδικούσαν τον αφοπλισμό και την ειρηνική επίλυση των διαφορών. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το κίνημα ειρήνης απέκτησε μαζικό χαρακτήρα, καθώς οι λαοί είχαν βιώσει την απόλυτη φρίκη του πολέμου.
Στη δεκαετία του 1960, το αντιπολεμικό κίνημα κατά του πολέμου στο Βιετνάμ συγκλόνισε τις Ηνωμένες Πολιτείες και ολόκληρο τον κόσμο. Φοιτητές, εργατικά συνδικάτα, διανοούμενοι, καλλιτέχνες και πολιτικές οργανώσεις δημιούργησαν ένα τεράστιο κοινωνικό ρεύμα που αμφισβήτησε ανοιχτά τη στρατιωτική πολιτική των κυβερνήσεων.
Στη δεκαετία του 1980, τα ευρωπαϊκά κινήματα ειρήνης κινητοποίησαν εκατομμύρια ανθρώπους ενάντια στους πυρηνικούς εξοπλισμούς του Ψυχρού Πολέμου.
Η ελληνική εμπειρία
Και η Ελλάδα γνώρισε ισχυρά κινήματα ειρήνης.
Η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη το 1963 αποτέλεσε σημείο καμπής για το φιλειρηνικό κίνημα. Η Ελληνική Επιτροπή για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη, οι μαραθώνιες πορείες ειρήνης και οι μεγάλες κινητοποιήσεις της μεταπολίτευσης δημιούργησαν μια ζωντανή κοινωνική παράδοση.
Κατά τη δεκαετία του 1980 και του 1990, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι συμμετείχαν σε διαδηλώσεις ενάντια στους πυρηνικούς εξοπλισμούς, στις βάσεις του ΝΑΤΟ και στους πολέμους στη Γιουγκοσλαβία και στο Ιράκ.
Τότε τα κινήματα ειρήνης είχαν μαζικότητα, κοινωνική νομιμοποίηση και πολιτική επιρροή.
Γιατί σήμερα επικρατεί σιωπή;
Το ερώτημα είναι αμείλικτο: Γιατί σήμερα, σε μια εποχή που η απειλή ενός παγκόσμιου πολέμου είναι ορατή, δεν υπάρχει ένα αντίστοιχο κίνημα ειρήνης;
Οι λόγοι κατά τη γνώμη μου είναι πολλοί. Να κάποιοι:
1. Η αποδυνάμωση των συλλογικών κινημάτων
Οι κοινωνίες των τελευταίων δεκαετιών έχουν γίνει περισσότερο ατομικιστικές. Οι μεγάλες συλλογικές κινητοποιήσεις έχουν αντικατασταθεί από διάσπαρτες και συχνά ψηφιακές μορφές διαμαρτυρίας. Η διαμαρτυρία μεταφέρθηκε από τους δρόμους στα κοινωνικά δίκτυα — και εκεί συχνά εξαντλείται.
2. Η ενσωμάτωση της Αριστεράς
Στο παρελθόν τα κινήματα ειρήνης συνδέονταν σε μεγάλο βαθμό με αριστερές πολιτικές δυνάμεις. Ωστόσο, μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής Αριστεράς έχει σήμερα ενσωματωθεί σε κυβερνητικές και θεσμικές δομές, με αποτέλεσμα να έχει χάσει την κινηματική της δυναμική.
3. Η κυριαρχία της γεωπολιτικής προπαγάνδας
Τα σύγχρονα μέσα ενημέρωσης παρουσιάζουν τους πολέμους κυρίως μέσα από γεωπολιτικά αφηγήματα και λιγότερο μέσα από το ανθρώπινο κόστος τους. Έτσι, ο πόλεμος γίνεται μια «στρατηγική εξέλιξη» και όχι μια ανθρώπινη τραγωδία.
4. Ο φόβος και η σύγχυση
Οι σημερινές συγκρούσεις είναι σύνθετες. Περιλαμβάνουν θρησκευτικές, γεωπολιτικές και ενεργειακές διαστάσεις. Πολλοί άνθρωποι αισθάνονται ότι δεν μπορούν να κατανοήσουν πλήρως την πραγματικότητα και επομένως αποσύρονται.
Τι είναι πραγματικά ένα κίνημα ειρήνης
Ένα αυθεντικό κίνημα ειρήνης δεν είναι απλώς μια συναισθηματική διαμαρτυρία κατά του πολέμου.
Είναι μια πολιτική και ηθική στάση απέναντι στον τρόπο που οργανώνεται η διεθνής ζωή.
Στην ιστορική του μορφή, το κίνημα ειρήνης στηρίζεται σε τρεις βασικές αρχές:
Τα κινήματα ειρήνης είναι επίσης χώροι πολιτισμού, ηθικής και φιλοσοφικής σκέψης. Εκφράζουν την πεποίθηση ότι η ανθρωπότητα μπορεί να οργανώσει τις διεθνείς σχέσεις της χωρίς την καταφυγή στη μαζική βία.
Η παγκόσμια εμπειρία δείχνει ότι τα κινήματα ειρήνης αποκτούν δύναμη όταν διαθέτουν: Πλατιά κοινωνική βάση. Συμμετοχή πολιτών, επιστημόνων, καλλιτεχνών, συνδικάτων και κοινωνικών οργανώσεων. Ηθικό κύρος. Πρόσωπα που εμπνέουν εμπιστοσύνη και δεν συνδέονται με στενά πολιτικά συμφέροντα. Διεθνή δικτύωση. Συνεργασία με αντίστοιχα κινήματα σε άλλες χώρες. Συνεχή δημόσια παρουσία. Εκδηλώσεις, διαδηλώσεις, συνέδρια, δημόσιες παρεμβάσεις.
Πάνω από όλα, ένα κίνημα ειρήνης πρέπει να είναι ανεξάρτητο από κομματικούς μηχανισμούς. Η ιστορία έχει δείξει ότι όταν τέτοια κινήματα γίνονται παραρτήματα κομμάτων, χάνουν την αξιοπιστία τους και τη δυνατότητα να εκφράσουν την κοινωνία στο σύνολό της.
Η ανάγκη ενός νέου κινήματος ειρήνης
Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη περίοδο μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, η ανθρωπότητα βρίσκεται μπροστά σε έναν επικίνδυνο συνδυασμό γεωπολιτικών ανταγωνισμών, πυρηνικών οπλοστασίων, ενεργειακών συγκρούσεων και τεχνολογικής στρατιωτικοποίησης. Ο πόλεμος δεν είναι πλέον μόνο στρατιωτικό γεγονός. Είναι οικονομικός, πληροφοριακός και τεχνολογικός.
Ακριβώς γι’ αυτό, η κοινωνία δεν μπορεί να παραμένει σιωπηλή.
Η δημιουργία ενός νέου κινήματος ειρήνης δεν είναι απλώς μια ιδεολογική επιλογή. Είναι μια ιστορική αναγκαιότητα.
Ένα τέτοιο κίνημα πρέπει: Να είναι ακηδεμόνευτο από κόμματα. Να είναι ανοιχτό σε όλες τις ιδεολογικές παραδόσεις. Να υπερασπίζεται την ειρήνη χωρίς γεωπολιτικές μεροληψίες. Να υπενθυμίζει ότι οι λαοί δεν έχουν τίποτα να κερδίσουν από τους πολέμους των ισχυρών.
Η ευθύνη της κοινωνίας
Η ειρήνη δεν είναι αυτονόητη. Είναι αποτέλεσμα πολιτικής βούλησης και κοινωνικής πίεσης. Αν οι κοινωνίες σιωπήσουν, οι πόλεμοι αποφασίζονται εύκολα. Αν όμως οι κοινωνίες κινητοποιηθούν, η ιστορία έχει δείξει ότι μπορούν να ανακόψουν ακόμη και τις πιο ισχυρές πολεμικές μηχανές.
Η εποχή μας ίσως απαιτεί κάτι που πολλοί πίστεψαν ότι ανήκει στο παρελθόν: την αναγέννηση ενός μεγάλου, δημοκρατικού και ανεξάρτητου κινήματος ειρήνης. Γιατί αν ο κόσμος βαδίζει προς μια νέα παγκόσμια σύγκρουση, τότε το μεγαλύτερο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος θα πολεμήσει.
Είναι ποιος θα υπερασπιστεί την ειρήνη.

Σαρωτικά μέτρα κατά του παράνομου τζόγου: Φυλακή έως 10 χρόνια -Χρηματικό πρόστιμο έως 100.000 ευρώ
Η πρόσφατη είδηση για αυστηροποίηση των ποινών κατά του παράνομου τζόγου, με απειλή πολυετών καθείρξεων και βαριά διοικητικά πρόστιμα, παρουσιάζεται ως αποφασιστικό χτύπημα στην παραοικονομία και στο οργανωμένο έγκλημα. Όμως πίσω από τον ηχηρό τίτλο κρύβεται μια βαθιά πολιτική και ηθική αντίφαση: Ο τζόγος διώκεται όταν δεν φορολογείται — και προστατεύεται όταν αποφέρει έσοδα.
Αν μια πράξη είναι κοινωνικά επικίνδυνη, εθιστική και καταστροφική για οικογένειες και νοικοκυριά, τότε είναι το ίδιο επικίνδυνη ανεξάρτητα από το ποιος την οργανώνει. Το πάθος του τζογαδόρου δεν μειώνεται επειδή η πλατφόρμα έχει άδεια. Η εξάρτηση δεν θεραπεύεται επειδή το κράτος εισπράττει ΦΠΑ και φόρο παιγνίων.
Κι όμως, αυτό ακριβώς συμβαίνει: Η ίδια δραστηριότητα βαφτίζεται «νόμιμη ψυχαγωγία» όταν διεξάγεται από αδειοδοτημένους φορείς, αλλά γίνεται «βαρύ ποινικό αδίκημα» όταν τελείται εκτός του φορολογικού και επιχειρηματικού πλαισίου.
Ο τζόγος δεν αλλάζει φύση με μια σφραγίδα
Το επιχείρημα της πολιτείας είναι γνωστό: Η ρύθμιση προστατεύει τον πολίτη, ελέγχει την αγορά, περιορίζει το μαύρο χρήμα και θέτει όρους διαφάνειας.
Όμως το ουσιώδες ερώτημα παραμένει: Αλλάζει η φύση του τζόγου όταν εντάσσεται σε θεσμικό πλαίσιο;
Ο τζόγος βασίζεται στην εκμετάλλευση της ανθρώπινης αδυναμίας. Στην ψευδαίσθηση της γρήγορης επιτυχίας. Στην πιθανότητα που, στατιστικά, είναι δομημένη ώστε να εξασφαλίζει το κέρδος του διοργανωτή. Είτε ο διοργανωτής είναι εγκληματικό κύκλωμα είτε πολυεθνική με κρατική άδεια, ο μηχανισμός είναι ο ίδιος: Η μαθηματική υπεροχή είναι υπέρ του «σπιτιού».
Αν η πολιτεία θεωρεί ότι ο παράνομος τζόγος καταστρέφει ζωές, τότε οφείλει να παραδεχθεί ότι και ο νόμιμος κάνει ακριβώς το ίδιο, απλώς με παραστατικά.
Η ηθική αντίφαση του «φορολογημένου εθισμού»
Η υποκρισία κορυφώνεται στο εξής: Το κράτος, από τη μια πλευρά, προβάλλει εκστρατείες κατά του εθισμού. Από την άλλη, στηρίζει έσοδα δισεκατομμυρίων από τη βιομηχανία του στοιχήματος και των τυχερών παιγνίων. Δηλαδή, το ίδιο το Δημόσιο γίνεται συνέταιρος σε μια δραστηριότητα που αναγνωρίζει ως κοινωνικά επιβλαβή.
Αν το κριτήριο είναι η προστασία του πολίτη, τότε γιατί η απαγόρευση αφορά μόνο τον «μη αδειοδοτημένο»; Αν το κριτήριο είναι η νομιμότητα, τότε γιατί αυτή εξαρτάται από το ποιος κερδίζει;
Στην πράξη, το μήνυμα είναι σαφές: Δεν απαγορεύεται ο τζόγος. Απαγορεύεται να μην αποδίδει έσοδα στο κράτος και στους αδειοδοτημένους παρόχους.
Το επιχείρημα της «ελεύθερης επιλογής»
Θα ειπωθεί ότι οι πολίτες είναι ελεύθεροι να επιλέξουν. Ότι ο τζόγος αποτελεί μορφή ψυχαγωγίας. Ότι δεν μπορεί το κράτος να παρεμβαίνει σε κάθε ρίσκο.
Όμως εδώ δεν μιλάμε για απλή επιλογή. Μιλάμε για μια δραστηριότητα σχεδιασμένη επιστημονικά να δημιουργεί εξάρτηση: με αλγόριθμους, με ψυχολογικά ερεθίσματα, με συνεχή προσβασιμότητα μέσω κινητού, με 24ωρη λειτουργία.
Η «ελεύθερη επιλογή» αποδυναμώνεται όταν ο μηχανισμός είναι φτιαγμένος να παγιδεύει. Και όταν η πολιτεία, αντί να αποθαρρύνει, διαφημίζει και ρυθμίζει ώστε να διασφαλίζει την εισπραξιμότητα.
Αν η πολιτεία ήταν συνεπής
Μια συνεπής πολιτεία θα είχε δύο επιλογές: Να απαγορεύσει συνολικά τον τζόγο ως αντικοινωνική πρακτική. Ή να παραδεχθεί ότι δεν την απασχολεί η κοινωνική ζημία, αλλά μόνο ο έλεγχος και η φορολόγηση.
Το ενδιάμεσο μοντέλο — «νόμιμος όταν πληρώνει, έγκλημα όταν δεν πληρώνει» — δεν είναι ηθική στάση. Είναι οικονομική διαχείριση.
Αν κάτι είναι καταστροφικό για τον πολίτη, τότε δεν εξαγνίζεται επειδή αποδίδει φόρους. Ο φόρος και το κέρδος δεν μετατρέπουν μια βλαπτική συνήθεια σε κοινωνικά αποδεκτή πράξη. Απλώς την εντάσσουν σε θεσμικό κύκλωμα.
Το πραγματικό ερώτημα
Η αυστηροποίηση ποινών κατά του παράνομου τζόγου παρουσιάζεται ως προστασία της κοινωνίας. Αλλά μήπως, τελικά, προστατεύει κυρίως την αγορά του νόμιμου τζόγου; Μήπως η «μάχη κατά της παρανομίας» είναι στην ουσία μάχη υπέρ της μονοπώλησης ενός επικερδούς πεδίου;
Η κοινωνική ζημία δεν μετριάζεται επειδή μοιράζεται μεταξύ κράτους και εταιρειών. Οι οικογένειες που διαλύονται, τα χρέη που συσσωρεύονται, οι νέοι που εθίζονται, δεν διακρίνουν αν το δελτίο ήταν «νόμιμο» ή «παράνομο».
Αν η πολιτεία θέλει πραγματικά να είναι ηθικά συνεπής, πρέπει να απαντήσει στο απλό ερώτημα: Είναι ο τζόγος κοινωνικό κακό; Αν ναι, τότε γιατί τον θεσμοθετεί; Αν όχι, τότε γιατί τιμωρεί τόσο σκληρά όσους τον διεξάγουν εκτός του φορολογικού της πλαισίου;
Η απάντηση δεν βρίσκεται στο Ποινικό Δίκαιο. Βρίσκεται στα δημόσια έσοδα.

Η έρευνα για τους νέους δεν είναι απλώς κοινωνικό ρεπορτάζ. Είναι πολιτικό κατηγορητήριο.
Ναι, η ευθύνη βαραίνει την παρούσα κυβέρνηση. Αλλά το πρόβλημα δεν άρχισε χθες. Και δεν είναι μόνο κυβερνητικό. Είναι συστημικό.
Η σημερινή νεότητα δεν «προσποιείται πως ζει» επειδή είναι αδύναμη. Προσποιείται γιατί το μοντέλο ζωής που της παραδόθηκε είναι εσωτερικά άδειο.
Η κυβέρνηση και η κυνική κανονικοποίηση της ανασφάλειας
Η σημερινή εξουσία διακηρύσσει «σταθερότητα». Ποια σταθερότητα; Να τι «δίνει» στους νέους: Εργασία χωρίς διάρκεια. Στέγη χωρίς ιδιοκτησία. Μισθούς χωρίς αγοραστική δύναμη. Οικογένεια χωρίς οικονομική βάση.
Η πολιτεία δεν εξασφάλισε στους νέους προοπτική. Τους εξοικείωσε με την ιδέα ότι η επισφάλεια είναι φυσική κατάσταση. Αντί για κοινωνικό συμβόλαιο, έχουμε κοινωνικό survival.
Και όταν μια κυβέρνηση αποδέχεται ότι ο 30χρονος θα ζει σαν φοιτητής και ο 35χρονος θα φοβάται να κάνει παιδί, τότε δεν διαχειρίζεται κρίση. Αναπαράγει κρίση.
Αλλά το πρόβλημα είναι βαθύτερο από μια κυβέρνηση
Ας είμαστε ειλικρινείς: Η κρίση της νεότητας είναι προϊόν ενός ολόκληρου πολιτισμού.
Ο σύγχρονος καπιταλισμός δεν παράγει κοινότητες. Παράγει καταναλωτές. Δεν παράγει οικογένειες. Παράγει μονάδες αγοράς. Δεν παράγει συλλογικό σκοπό. Παράγει προσωπικά project.
Ο νέος δεν μαθαίνει να «χτίζει». Μαθαίνει να «βελτιστοποιεί τον εαυτό του».
Το αποτέλεσμα; Άγχος αντί για όραμα. Σύγκριση αντί για συνεργασία. Ατομική επιβίωση αντί για συλλογική προοπτική.
Η αγορά υπόσχεται τα πάντα, αλλά δεν εγγυάται τίποτα. Και όταν το νόημα της ζωής περιορίζεται στην κατανάλωση εμπειριών, τότε η δημιουργία οικογένειας μοιάζει βάρος — όχι συνέχεια.
Ερώτημα: Γιατί οι παλαιότεροι άντεχαν;
Το συνηθισμένο επιχείρημα λέει: «Μα οι παππούδες μας έζησαν διωγμούς, πολέμους και όμως παντρεύονταν, γεννούσαν, ονειρεύονταν».
Σωστό. Αλλά υπήρχε κάτι που σήμερα λείπει: συλλογικό νόημα. Ζούσαν φτωχότερα. Αλλά ήξεραν γιατί ζουν.
Σήμερα ζούμε υλικά καλύτερα από πολλές προηγούμενες γενιές — και υπαρξιακά πιο αδύναμοι.
Η φτώχεια τότε ήταν κοινή μοίρα. Η ανασφάλεια σήμερα είναι ατομική ενοχή.
Ο νέος αισθάνεται ότι αν δεν τα καταφέρει, φταίει ο ίδιος. Δεν βλέπει σύστημα — βλέπει προσωπική αποτυχία. Και αυτό διαλύει την ηθική αντοχή.
Η ατομοκρατία ως σιωπηλή διάβρωση
Η κοινωνία των τελευταίων δεκαετιών δίδαξε: Πρώτα η καριέρα. Πρώτα η αυτοπραγμάτωση. Πρώτα το ταξίδι. Πρώτα η εμπειρία.
Η οικογένεια μπήκε στο «όταν σταθεροποιηθώ». Μόνο που η σταθερότητα δεν έρχεται ποτέ.
Το σύστημα υπόσχεται άπειρες επιλογές και αφαιρεί τη δυνατότητα δέσμευσης. Και χωρίς δέσμευση δεν υπάρχει συνέχεια.
Η πιο σκληρή αλήθεια
Η σημερινή νεότητα δεν στερείται ικανότητας. Στερείται πίστης στο μέλλον. Και αυτό είναι πολιτικό έγκλημα.
Μια κοινωνία που δεν εμπνέει τους νέους να ρισκάρουν για ζωή, είναι κοινωνία που έχει ήδη παραιτηθεί από το αύριο.
Η κυβέρνηση ευθύνεται γιατί διαχειρίζεται χωρίς όραμα. Το σύστημα ευθύνεται γιατί παράγει ανθρώπους χωρίς ρίζες. Και εμείς όλοι ευθυνόμαστε γιατί αποδεχτήκαμε τον ατομισμό ως φυσικό νόμο.
Το κρίσιμο ερώτημα
Θέλουμε νέους απλώς λειτουργικούς ή δημιουργικούς; Θέλουμε πολίτες ή πελάτες; Θέλουμε κοινωνία ή αγορά;
Αν δεν αλλάξει η απάντηση σε αυτά, καμία στεγαστική επιδότηση και κανένα επίδομα νέων ζευγαριών δεν θα αναστρέψει το πρόβλημα.
Η νεότητα δεν χρειάζεται μόνο χρήματα. Χρειάζεται αφήγημα. Χρειάζεται νόημα.
Χρειάζεται συλλογικό σκοπό. Αλλιώς θα συνεχίσει να «προσποιείται πως ζει» μέχρι να σταματήσει να πιστεύει ότι αξίζει να ονειρεύεται.

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο: info@iepomenimera.gr